Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2006

Πάθη φωνηέντων, συμφώνων και διφθόγγων


ΠΑΘΗ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΦΘΟΓΓΩΝ


Α) Χασμωδία: Συμβαίνει ὅταν σὲ μιὰ λέξη ἤ ἀνάμεσα σὲ δύο γειτονικὲς λέξεις βρεθοῦν στὴ σειρὰ φωνήεντα ἤ δίφθογγοι: ἀγαπάει , ὁ ἀνήρ, ἔλεγε οὗτος.

Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας συμβαίνουν ὁρισμένα πάθη τῶν φωνηέντων καὶ διφθόγγων, ποὺ μὲ μία λέξη λέγονται συναλοιφή. Ἄλλοτε πάλι γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας γίνεται πρόσληψη εὐφωνικῶν συμφώντων. Ἀναλυτικά:

1) Συναίρεση: ἡ συγχώνευση μέσα στὴν ἴδια λέξη δύο στὴ σειρὰ φωνηέντων ἤ φωνήεντος καὶ διφθόγγου σ’ ἕνα μακρόχρονο φωνήεν ἤ σ’ ἕνα δίφθογγο: συκέα – συκ, τιμάομεν – τιμμεν

2) Κράση: ἡ συγχώνευση τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἤ διφθόγγου μιᾶς λέξης μὲ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν ἤ τὸν ἀρχικὸ δίφθογγο, τῆς ἀκόλουθης: τὰ ἄλλα – τἆλλα, μέντοι ἄν – μεντἄν, ἐγὼ οἷμαι - ἐγᾦμαι.

Πάνω στὸ φωνῆεν ποὺ προκύπτει ἀπ’ τὴν κράση γράφεται ἕνα σημάδι ὄμοιο μὲ τὴν ψιλὴ καὶ λέγεται κορωνίδα: καὶ ἐγώ - κἀγώ, τὰ αὐτά - ταὐτά.

Ὅταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ συγχωνεύονται εἶναι τύπος ποὺ ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ ἕνα φωνῆεν ἤ ἕνα δίφθογγο μὲ δασεία, τότε στὴ θέση τῆς κορωνίδας σημειώνεται ἡ δασεία: ὁ ἀνήρ - νήρ, ὁ ἄνθρωπος - νθρωπος, ἅ ἄν - ν, οὗ ἕνεκα – οὕνεκα.

3) Ἔκθλιψη: ἡ ἀποβολὴ τοῦ τελικοῦ βραχύχρονου φωνήεντος μιᾶς λέξης (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν ἤ τὸν ἀρχικὸ δίφθογγο τῆς ἀκόλουθης: ἀπὸ ἐμοῦ - ἀπ’ έμοῦ, οὔτε αὐτός – οὔτ’ αὐτός.

- Ὁ τόνος τοῦ φωνήεντος ποὺ παθαίνει ἔκθλιψη (ἄν τοῦτο τονίζεται πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη):

α) στὶς ἄκλιτες λέξεις χάνεται μαζὶ μὲ τὸ φωνῆεν ποὺ ἐκθλίβεται: παρὰ ἐμοῦ = παρ’ ἐμοῦ, ἐπὶ αὐτοῦ = ἐπ’ αὐτοῦ

β) στὶς κλιτὲς λέξεις καὶ στὸ ἀριθμητικὸ ἑπτὰ ἀνεβαίνει στὴν προηγούμενη συλλαβή, πάντα ὡς ὀξεία: δεινὰ ἔπαθον = δειν’ ἔπαθον, ἑπτὰ ἦσαν = ἕπτ’ ἦσαν

- Ἄν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη ἀπομένει στὸ τέλος τῆς λέξης ἄφωνο ψιλόπνοο (κ, π, τ) καὶ ἡ ἀκόλουθη λέξη δασύνεται, τότε τὸ ψιλόπνοο τρέπεται στὸ ἀντίστοιχό του (ὀμόφωνο) δασύπνοο, δηλ. κ = χ, π = φ, τ = θ: ἀπὸ ἡμῶν = ἀφ’ ἡμῶν, κατὰ ἡμῶν = καθ’ ἠμών.

- Ἄν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη ἀπομένουν δύο ἐτερόφωνα ψιλόπνοα (κτ ή πτ), τότε ἐμπρὸς ἀπὸ λέξη ποὺ ἔχει δασεία τρέπονται καὶ τὰ δύο στὰ ἀντίστοιχά τους δασύπνοα: νύκτα ὅλην = νύχθ’ ὅλην, νύκτα (καί) ἡμέραν = νυχθημερόν, ἑπτά ἡμέραι = ἑφθήμερος

1) Ἀφαίρεση – Ὑφαίρεση

Ἀφαίρεση, δηλ. ἀποβολὴ τοῦ ἀρχικοῦ βραχύχρονου φωνήεντος μιᾶς λέξης (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ), ὅταν ἡ προηγούμενη λήγει σὲ μακρόχρονο φωνῆεν (η, ω καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ σὲ δίφθογγο: ὦ ΄γαθέ, αὕτη ‘κείνη

Ὑφαίρεση, δηλ. ἀποβολὴ ἑνὸς ἀπὸ δύο ὅμοια βραχύχρονα φωνήεντα (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ ἀποβολὴ τοῦ ι τῶν διφθόγγων ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν: αἰεί = ἀεί, βοηθόος = βοηθός

2) Πρόσληψη πρόσθετων ἤ εὐφωνικῶν συμφώνων

Μερικὲς λέξεις ποὺ λήγουν σὲ φωνῆεν, ὅταν βρεθοῦν ἐμπρὸς ἀπὸ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν ἤ δίφθογγο, παίρνουν στὸ τέλος ὁρισμένα σύμφωνα ποὺ συντελοῦν στὴν εὐφωνία, δηλ. στὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας. Τέτοια σύμφωνα εἶναι τὸ ν καὶ τὸ κ (ἤ χ), ποὺ λέγονται πρόσθετα ἤ εὐφωνικὰ σύμφωνα. Ἀπὸ αὐτά:

-Τὸ εὐφωνικὸ ν τὸ παίρνουν ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν:

α) οἱ τύποι κλιτῶν καὶ ἄκλιτων λέξεων ποὺ λήγουν σὲ –σι: ἄνδρασι(ν), ἅπασι(ν),

β) οἱ τύποι τοῦ γ΄ εν. προσ. τῶν ῥημάτων ποὺ λήγουν σὲ –ε καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί: ἔλυε(ν), ἦλθεν οὗτος, ἐστὶν ἀγαθός.

-Τὸ εὐφωνικὸ κ τὸ παίρνει τὸ ἀρνητικὸ οὐ ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν ποὺ ἔχει ψιλή΄ ὅταν ὅμως τὸ οὐ βρεθεῖ ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν μὲ δασεία, τότε τὸ εὐφωνικὸ κ τρέπεται στὸ ἀντίστοιχό του δασύπνοο, δηλ. τὸ χ: οὐ λέγω – οὐκ ἔχω – οὐχ ὑπομένω

3) Συγκοπή

Δηλ. ἀποβολὴ βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἀνάμεσα σὲ δύο σύμφωνα: πατέρ-ος = πατρός, κορυφή = κορφή

4) Ἀνάπτυξη

Δηλ. πρόσληψη ἑνὸς φωνήεντος ἀνάμεσα σὲ δύο σύμφωνα (συνήθως γιὰ νὰ διευκολυνθεῖ ἡ προφορά): πατρ - ά - σιν, μητρ - ά - σιν

5) Μετάθεση

Δηλ. μετατόπιση ἑνὸς βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ ἄλλη θέση μέσα στὴν λέξη: Μυτιλήνη = Μιτυλήνη, Πνύκα = Πύκνα

6) Ἀφομοίωση

Δηλ. μεταβολὴ ἑνὸς βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ φωνῆεν ὅμοιο μὲ τὸ φωνῆεν τῆς ἐπόμενης ἤ προηγούμενης συλλαβῆς τοῦ θέματος: ἅτερος = ἕτερος, ὀβελός = ὀβολός

7) Ἀντιμεταχώρηση

Δηλ. ἀμοιβαία ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου ἑνὸς μακρόχρονου φωνήεντος (η, ω, καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) μὲ τὸ χρόνο τοῦ ἀμέσως ἐπόμενου βραχύχρονου (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ): τοῦ βασιλῆος = τοῦ βασιλέως, τῆς πόληος = τῆς πόλεως

8) Ποιοτικὴ μεταβολὴ ἤ τροπή

Δηλ. ἡ μεταβολὴ ἑνὸς φωνήεντος σὲ ἄλλο φωνῆεν τοῦ ἴδιου χρόνου (ἑνὸς βραχύχρονου σὲ βραχύχρονο ἤ ἑνὸς μακρόχρονου σὲ μακρόχρονο): λέγω – λόγος, βρέχω – βροχή, ῥήγνυμι - ῥωγμή

9) Ποσοτικὴ μεταβολή

Δηλ. μεταβολὴ τοῦ μακρόχρονου φωνήεντος (η, ω καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ βραχύχρονο (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ τοῦ βραχύχρονου σὲ μακρόχρονο. Ἡ ποσοτικὴ μεταβολὴ εἶναι:

α) βράχυνση ἤ συστολή: μεταβολὴ τοῦ μακρόχρονου ἤ τοῦ διφθόγγου σὲ βραχύχρονο: ἵστημι - ἵσταμαι, τίθημι – τίθεμαι, θσις, φεγω - ἔφυγον, φυγή

β) ἔκταση: μεταβολὴ τοῦ βραχύχρονου σὲ μακρόχρονο: ποιω – ποισω, ποιητής, στοά, στωικός


ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ

1) Άφωνα

Κ, γ, χ + σ = ξ [(φύλακ-ς) φύλαξ, (φλόγ-ς) φλόξ, (ὄνυχ-ς) ὄνυξ

Κ, γ, χ + θ = χθ [(ἐπλέκ-θην) ἐπλέχθην, (ε-λέγ-θην) ἐλέχθην, (ἐ-ταράχ-θην) ἐταράχθην]

Π, β, φ + σ = ψ [(κώνωπ-ς) κώνωψ, (Ἄραβ-ς) Ἄραψ, (ἔγραφ-σα) ἔγραψα

Π, β, φ + θ = φθ [(ἐ-λείπ-θην) ἐλείφθην, (ἐ-τρίβ-θην) ἐτρίφθην, (ἐ-κρύφ-θην) ἐκρύφθην]

Τ, δ, θ + σ = σ [(τάπητ-ς) τάπης, (ἐλπίδ-ς) ἐλπίς, (ὄρνιθ-ς) ὄρνις, (νύκτ-ς) νύκ-ς νύξ

Τ, δ, θ + θ = σθ [(ἐπλάτ-θην) ἐπλάσθην, (ἐ-ψεύδ-θην) ἐψεύσθην, (ἐ-πείθ-θην) ἐπείσθην

Κ, γ, χ + μ = γμ [(διωκ-μός) διωγμός, (πνιγ-μός) πνιγμός, (ταραχ-μός) ταραγμός]

Π, β, φ + μ = μμ [(βλέπ-μα) βλέμμα, (τρῖβ-μα) τρῖμμα, (γράφ-μα) γράμμα

Π, β, φ + δ = βδ [(κρύφ-δην) κρύβδην

Τ, δ, θ + μ = σμ [(πλάτ-μα) πλάσμα, (ἔρειδ-μα) ἔρεισμα, (πεῖθ-μα) πεῖσμα]

Κ, γ, χ + j = ττ (σσ) [(φυλάκ-jω) φυλλάτω, (ἀλλάγ- jω) ἀλάττω, (ταράχ- jω) ταράττω]

Κ, γ, χ + τ = κτ [(πλεκτός) πλεκτός, (ταγ-τός) τακτός, (ὀρυχ-τός) ὀρυκτός]

Π, β, φ + τ = πτ [(λέ-λειπ-ται) λέλειπται, (βέ-βλαβ-ται) βέβλαπται, (γέ-γραφ-ται) γέγραπται]

Τ, δ, θ + τ = στ [(χαριέτ-τερος) χαριέστερος, (ψεύδ-της) ψεύστης, (πιθ-τός) πιστός]

Δ + j = ζ [(παίδ-jω) παίζω]

Γ + j = ζ [(ἀρπάγ-jω) ἀρπάζω]

Ντ + j = σ [(πάντ-jα) πᾶσα]


2) Ημίφωνα

Ν + σ = σ (μέλαν-ς) μέλας

Ν + κ = γκ (ἐν-κρύπτω) ἐγκρύπτω

Ν + γ = γγ (ἐν-γράφω) ἐγγράφω

Ντ + σ = σ (ἀνδριάντ-σι) ἀνδριάσι

Νδ + σ = σ (σπένδ-σω)σπείσω

Νθ + σ = σ (πένθ-σομαι) πείσομαι

Ν + χ = γχ (συν-χαίρω) συγχαίρω

Ν + ξ = γξ (ἐν-ξύω) ἐγξύω

Ν + π = μπ (συν-πάσχω) συμπάσχω

Ν + β = μβ (ἐν-βάλλω) ἐμβάλλω

Ν + φ = μφ (ἐν-φαίνω) ἐμφαίνω

Ν + ψ = μψ (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος

Ν + λ = λλ (συν-λέγω) συλλέγω

Ν + ρ = ρρ (συν-ράπτω) συρράπτω

ν + ρ = νρ (ἐν-ράπτω) ἐνράπτω

Ν + μ = σμ (ὑφαν-μένος) ὑφασμένος

Μ + ρ = μβρ (μεσημ-ρία) μεσημβρία

Ν + ρ = νδρ (ἀν-ρός) άνδρός

Αν + j = αιν (μαράν-jω) μαραίνω

Αρ + j = αιρ (χάρ-jω) χαίρω

Ορ + j = οιρ (μορ-jα) μοῖρα

Λ + j = λλ (σφάλ-jω) σφάλλω

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2006

Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (ΜΕΡΟΣ ΙΙ)

Η τραγουδιστή γλώσσα των Ελλήνων - Μέρος Ι

Άπὸ τὸ βιβλίο τῆς Μαρίας Σ. Στούπη - Ἡ τραγουδιστὴ γλώσσα τῶν Ἑλλήνων

Ὁ τονισμὸς ἀντικαθιστᾶ τὴν προσωδία

Ἄλλο ἀξιοπρόσεκτο, στὴν ἐκφορὰ καὶ προφορὰ τῆς ἑλληνικῆς ὁμιλίας εἶναι ὁ τονισμός. Οἱ ἀρχαῖοι δὲν ἔβαζαν τόνους. Οἱ ἄνθρωποι τότε ὅπως μιλοῦσαν ἔγραφαν κι ὅπως ἔγραφαν μιλοῦσαν. Ὅταν δημιουργήθηκε ἡ γραμματικὴ καὶ τὸ συντακτικό, τότε ἄλλαξε ἡ σειρὰ τῶν λέξεων μέσα σὲ μία φράση. Κι αὐτὸ ἦταν μία ἀπὸ τὶς σοβαρὲς ἀπώλειες τοῦ προσωδιακοῦ χαρακτήρα. Διότι μπῆκε ἕνας φραγμὸς στὴν ἐλεύθερη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου, χάνοντας ἔτσι τὸν ποιητικὸ καὶ μουσικὸ εἰρμό.

Τὸ πολυτονικὸ καὶ σήμερα μονοτονικὸ δὲν εἶχε ἐπίδραση στὴν ὁμιλία, χρησιμοποιήθηκε μόνο γιὰ τὴ γραφή. Ὅλα τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἀποδίδονταν φωνητικὰ μόνο μὲ τὴν ὀξεία. Δηλαδὴ μόνο γραπτῶς διατηρήθηκε ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα, διότι ἠχητικὰ δὲν ἔγινε ἀπὸ τότε καμία προσπάθεια νὰ διατηρήσουμε κάποια στοιχεῖα. Οὔτε ἐνδιαφερθήκαμε ποτὲ σοβαρὰ γιὰ τὴν προφορὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας.

Δυστυχῶς ὅλοι οἱ διανοούμενοι ὅλων τῶν ἐποχῶν ἀπορροφήθηκαν ἀπὸ τὸ ἐπιστημονικὸ μέρος τῆς γλώσσας, ἀφήνοντας στὴν ἄκρη λόγῳ ἀδυναμίας τὸ ἐξίσου σημαντικὸ μέρος τὸ προσωδιακό.

Τὸ γιατὶ εἶναι ἐξίσου σημαντικό, θὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε κάποια πράγματα. Ἄν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἦχος δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ γλώσσα, οὔτε ἐξέλιξη τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ περιβάλλοντός του. Πῶς θὰ μιλούσαμε; Μὲ νοήματα; Πῶς θὰ γράφαμε ἀφοῦ δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ προφέρουμε αὐτὰ ποὺ ὁ νοῦς μας ἐπεξεργάζεται; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα σκέλος.

Τὸ ἄλλο εἶναι ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἐπηρεάζεται ἀπὸ τοὺς ἤχους τοῦ περιβάλλοντος. Ὅταν θέλει νὰ μιλήσει θὰ ἐκφραστεῖ ἀφοῦ αἰσθανθεῖ πρῶτα κάποια ἐρεθίσματα. Ἕνα Α!ααα ἤ ἕνα Ω!ωωω ἤ ἕνα ὁποιοδήποτε φωνῆεν ἀναλόγως τὶ θέλει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς νοήσεως νὰ ἐκφράσει, θὰ βγάλει ἀπὸ μέσα του τὸν ἀνάλογο ἦχο. Μ’ ἕνα Α! θὰ ἐκφράσει: ἔκπληξη, θαυμασμό, θυμό, τρόμο κλπ. Αὐτὸ θὰ τὸ ξεχωρίσει ὁ ἄνθρωπος αὐθόρμητα μὲ τὴ χροιὰ τῆς φωνῆς του χωρὶς νὰ τὸ διδαχθεῖ.

Ὅταν λοιπὸν ἔχουμε μία φράση πόνου: «Ὤχ Θεέ μου χτύπησες πονᾶς; Γιὰ νὰ δῶ, πώ! πώ!...» Ἡ φωνή μας δείχνει τὴν ἀνησυχία γιατὶ ἔτσι τὸ αἰσθανόμαστε. Ὅταν ὅμως ἔχουμε μία ἀνάλογη ἀρχαία φράση; Πῶς θὰ πρέπει νὰ ἐκφραστοῦμε; Δεδομένου ὅτι οἱ λέξεις σὲ μία ἀρχαία φράση ἔχουν διαφορετικὴ σύνταξη. Ὁπότε ἀλλάζει ἡ ἠχητικὴ ῥοὴ τοῦ λόγου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸ καὶ ἀπαραίτητο νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ὁμιλία καὶ προφορὰ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, περισσότερο, ἤ καὶ τὸ ἴδιο ἐξ ἴσου μὲ τὴ γραμματική;

Τὸ μουσικὸ μέρος τῆς γλώσσας μας ὅπως γνωρίζουμε ἀπετέλεσε τὸ θεμέλιο λίθο γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἡ μουσικὴ τέχνη. Πάρα πολλὰ στοιχεῖα τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων συγγραφέων, ἔγιναν οἱ βάσεις ὥστε νὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ μουσικὴ στὴν Δύση.

Μετὰ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια ἀργότερα, στὴν Εὐρώπη δημιουργοῦνται οἱ προϋποθέσεις γιὰ νὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ μουσικὴ τῆς Δύσεως. Ὁ Βάγκνερ καὶ ἄλλοι μουσικοὶ τοῦ περασμένου αἰώνα, τὸ λέγουν ξεκάθαρα ὅτι, ἄν δὲν ὑπήρχαν τὰ συγγράμματα τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ σημερινὴ ἐξέλιξη τῆς μουσικῆς, διότι πάνω σ’ αὐτὰ βασίστηκαν γιὰ νὰ δημιουργήσουν τὴν νεότερη τέχνη.

Ὁ Θρασύβουλος Γεωργιάδης στὸ βιβλίο του, Μουσικὸς Ῥυθμός, διαπιστώνει ὅτι: «Ἡ μουσικὴ στὴν ἀρχαῖα Ἑλλάδα δὲν κατεῖχε σὰν τέχνη, παρόμοια μὲ τὴ σημερινὴ τῆς Δύσεως. Ἡ μουσικὴ τότε βρισκόταν στὴν κορυφή τῆς ἀγωγῆς, ὡς ἡ προσδιοριστικὴ δύναμη τοῦ ἤθους, μὲ τὸν συνδυασμὸ γλωσσικῆς καὶ μουσικορρυθμικῆς δύναμης.»

Πρέπει νὰ μᾶς γίνει κατανοητὸ ὅτι ἡ μουσικὴ διὰ τοῦ λόγου εἶναι αὐτὴ ποὺ διαπλάθει χαρακτῆρες, ἐρεθίζει τὸ συναίσθημα καὶ συμβάλλει στὴν καλυτέρευση τοῦ ἀνθρώπου.

Μὲ λίγα λόγια ἡ γλώσσα μὲ τὰ γράμματα ἀναπτύσσουν τὸ πνεῦμα, τὴ διάνοια, ἐνῶ ἡ μουσική, καλλιεργεῖ καὶ ἀπευθύνεται στὸ ψυχικὸ μέρος τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλες τὶς γνώσεις τοῦ σύμπαντος, τὰ παιδιὰ τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων τὶς μάθαιναν διὰ τῆς μουσικῆς καὶ τοῦ παιγνιδιοῦ.

Ἀλλὰ ἄς συνεχίσουμε τὸ θέμα τοῦ τονισμοῦ.

Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Ἔβαλαν τοὺς τόνους σὲ πολλὲς μονοσύλλαβες λέξεις, ὅπως καὶ στὰ ἄρθρα τὸ τὴν τὸν κ.λπ. ἔβαλαν βαρεία. Τὶ χρειάζονταν ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν μποροῦν νὰ τονιστοῦν μὲ ὀξεία κατὰ τὴν ὁμιλία. Ἐπίσης δὲν χρησιμοποιήθηκε ποτὲ οὔτε ἡ περισπωμένη. Μόνο στὴ μουσικὴ χρησιμοποιήθηκε ἡ περισπωμένη ὡς «ἐπέρεισις» καὶ «πλειάς». Τὰ πνεύματα δὲν εἶχαν καμιὰ διαφορὰ στὴν προφορά. Ὅπως προφερόταν ἡ ψιλή, τὸ ἴδιο καὶ ἡ δασεία. Γιατὶ ὅλο αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ τονισμοῦ χωρὶς νὰ διατηρηθεῖ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ὁ ἦχος μὲ τὴν προφορά;

Ἄν προσέξουμε θα παρατηρήσουμε ὅτι, ἡ παρασημαντικὴ γραφὴ τῶν Βυζαντινῶν ἀποτελεῖται, ἀπὸ ὀξεῖες, βαρεῖες, περισπωμένες, ψιλή, δασεία. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀραβικὴ γραφή, μοιάζει σὰν νὰ μιμεῖται τὴν ἐν λόγῳ παρασημαντική.

Ὅταν τὰ ο-ω προφέρονται τὸ ἴδιο γιατὶ ἡ σπατάλη χρόνου νὰ μαθαίνουν κανόνες. Γιατὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ συντακτικοῦ; Ποιὸν ἐξηπηρέτησε;

Προσωπικὰ διατηρῶ τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς, καὶ ὅλα ὅσα ἡ παράδοσή μας ἔχει ἀφήσει γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῆς γλώσσας μας.

Πότε σταμάτησε ἡ «προσωδία»

Πέρασαν περίπου 400-600 χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου μέχρι νὰ ὁριοθετήσουν τὴ γλώσσα μὲ τοὺς γραμματικοὺς κανόνες καὶ νὰ σβήσει σιγά-σιγὰ ἡ προσωδία.

Πότε ἀκριβῶς σταμάτησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ προσωδοῦν δὲν γνωρίζουμε. Στὴν ἱστορία ἔχει καταγραφεῖ σὰν τελευταῖος ποὺ εἶχε πάρει ἀρχαιοελληνικὴ παιδεία καὶ τὴν εἶχε ἀσπασθεῖ, σπουδάσει, μελετήσει καὶ ἐμπεδώσει τὴν ἀρχαῖα Ἑλληνικὴ Γλώσσα, εἶναι ὁ Μιχαήλ Ψελλός. Εἶχε ἀφήσει ἐποχὴ ἡ μόρφωσή του καὶ ἡ μουσικότητα μὲ τὴ λογοτεχνικὴ ἀπόδοση τῶν λόγων του.

Δυστυχῶς ὅμως, δὲν εἶχαν σκεφτεῖ ὅταν ἐπέβαλαν τὴ γραμματικὴ καὶ τὸ συντακτικό, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν προνοήσει μαζὶ μὲ τὴ γραμματικὴ νὰ διδάσκεται καὶ ἡ προσωδιακὴ ἔκφραση. Ἄν ὁ ἄνθρωπος μάθαινε τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ Γλώσσα ὅπως ὁμιλεῖτο κάποτε μὲ ὅλη της τὴν πανοπλία, δὲν χρειάζεται ἄλλη μόρφωση, τὰ περικλείει ὅλα αὐτή. Ὁ χορός, μαζὶ μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὸ λόγο μαθαίνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐκφράζεται, ἔτσι ἀνυψώνοντας τὸ πνεῦμα του, μέσα ἀπὸ τὰ ἀρχαία συγγράματα, γαληνεύει καὶ κατευνάζει τὰ πάθη του.

Κι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ στόχος μας κι ὄχι ἄχρηστες γνώσεις νὰ ταλαιπωροῦν τὸν νέον ἄνθρωπο ποὺ τελικὰ ἐπιτυχαίνουν ἀντίθετα ἀποτελέσματα.

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δυσκόλεψαν τὴν ἐκμάθηση τῆς Ἑλληνικῆς. Πιὸ εὔκολα μᾶς ἔρχεται νὰ μάθουμε τὰ Γερμανικὰ ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ξένη γλώσσα παρὰ τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Τὰ ὁποῖα βεβαίως κανένας μας δὲν ξέρει νὰ μιλήσει εὐχερῶς. Ποτὲ δὲν σκεφτήκαμε νὰ μάθουμε νὰ μιλᾶμε ἀρχαῖα. Ἄν τὸ εἴχαμε σκεφτεῖ, ὅλα θὰ ἦταν διαφορετικά.

Σήμερα πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὁρισμένους κανόνες διαφορετικὰ χαρακτηριζόμαστε σὰν ἀγράμματοι. Ἔτσι ἐνῶ οἱ ῥίζες τῶν λέξεών μας κατὰ τὴν καθομιλουμένη εἶναι ὁμηρικὲς εἴτε καὶ ἀρχαιότερες, - πάρτε ἕνα Ὁμηρικὸ λεξικὸ καὶ δεῖτε πόσες καὶ πόσες λέξεις μεταχειριζόμαστε -, κατὰ τὴν σύνταξη ἑνὸς ἀρχαίου κειμένου σκοντάφτουμε γιὰ νὰ βροῦμε τὴν ἑρμηνεία.

Ἡ προσωπική μου ἄποψη εἶναι ὅτι ὅταν μαθαίνουμε ἀρχαῖα Ἑλληνικά, εἶναι πιὸ δημιουργικὸ ἀρχικὰ τουλάχιστον, ν΄ ἀφήνουμε τὸν Ἕλληνα μόνο του νὰ βρίσκει τὴν ἔννοια κάποιου κειμένου κι ὄχι αὐτὸ ποὺ κάποιος ἄλλος μικρὸς ἤ μεγάλος δάσκαλος δίνει τὴ δική του ἑρμηνεία ὅτι αὐτὴ εἶναι σωστὴ κι ὄχι ἄλλη. Εἶναι πιὸ ἐνδιαφέρον καὶ δημιουργικό, τὸ μυαλὸ νὰ δουλεύει τὴ σκέψη του ὅπως νομίζει αὐτὸς κι ὄχι νὰ σερβίρουμε τὴν δική μας ἐκδοχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι καὶ ὀρθή.

Θὰ ἦταν πολύτιμο γιὰ τὸν Ἕλληνα νὰ μαθαίνει νὰ ἀποστηθίζει περικοπὲς ἀπὸ ἀρχαῖα κείμενα, μὲ εὐφράδεια, καὶ μὲ ἐλεύθερη ἔκφραση, μέχρις ὅτου ἀποκτήσει τὸ διάβασμά μας ἄνεση ὁπότε, θὰ ἐμπεδώναμε καὶ τὸ νόημα. Ἄν ἀποδεσμευτοῦμε ἀπὸ τὴ δυσκολία αὐτὴ τότε ὁ Ἕλληνας μὲ τὴν ἐξοικείωση τοῦ ἀρχαίου λόγου ἐπειδὴ ἐκφράζεται μὲ τὴν ψυχή του θὰ ἔβγαζε καὶ τὴν προσωδία του.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2006

Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (ΜΕΡΟΣ Ι)


Άπὸ τὸ βιβλίο τῆς Μαρίας Σ. Στούπη - Ἡ τραγουδιστὴ γλώσσα τῶν Ἑλλήνων

Ἡ πρώτη γλώσσα τοῦ ἀνθρώπινου

γένους ἦταν τὸ τραγούδι.

Στὸν κολοσσὸ αὐτοῦ ποῦ λέγεται ἀρχαία Ἑλληνικὴ Γλώσσα, ἡ προσωδία εἶναι τὸ ἀπαραίτητο συμπλήρωμα. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Γλώσσα εἶναι τὸ πρωταρχικὸ στοιχεῖο τῆς ἐξέλιξης τοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἀνθρώπων. Χωρὶς τὴν ἀνεπτυγμένη σκέψη μὲ τὴ γραφική της ἀποτύπωση, ἡ ἀνάπτυξη τοῦ κόσμου δὲν θὰ εἶχε φτάσει στὰ μεγάλα της ἐπιτεύγματα.

Ἀποκτώντας οἱ ἄνθρωποι γνωριμία μὲ τὸ περιβάλλον, ἀκούγοντας καὶ παρατηρώντας, ἄρχισαν νὰ ξεχωρίζουν τοὺς ἤχους ἀπὸ τὴ φύση. Αὐτὸ εἶναι κάτι πολὺ σημαντικὸ γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ μάθει νὰ μιλάει. Οἱ ἤχοι τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἦταν οἱ πνευματικοὶ σπόροι ποὺ βοήθησαν, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ μιλήσει ἀργότερα ὁ ἄνθρωπος.

Ὅπως ἦταν φυσικὸ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ἡ ὁμιλία τῶν πρώτων ἀνθρώπων. Γιὰ νὰ μιλήσουμε προηγουμένως παίρνουμε ἀνάσα, ἡ ἀνάσα ἔχει ἦχο, μετὰ τὸν ἦχο τῆς ἀνάσας ἀρθρώνουμε τὸ λόγο.

Στὸ παλαιὸ λεξικὸ Νικ. Λωρέντη συναντᾶμαι δύο λέξεις ποῦ μᾶς προκαλοῦν ἐρωτηματικά:

Μέροψ –οπος, οἱ μέροπες = οἱ ἔχοντες ἔναρθρο λόγο. Σύνθετη λέξη ἀπὸ τὸ μείρομαι + όψ = φωνή. Ἐπίσης γράφει ὅτι: Οἱ Μέροπες ἦταν μυθώδης λαὸς ποὺ κατοικοῦσε «ἐκτὸς τοῦ κόσμου τούτου ἤπειρον», ἐπίσης, ἀναφέρονται ὡς κάτοικοι στὴ νῆσο Κῶ.... Γιὰ νὰ ὑπάρχει ἡ λέξη μὲ τὴν ἔννοια, οἱ ἔχοντες ἔναρθρο λόγο, ἄρα ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν εἶχαν ἔναρθρο λόγο.

Ἄλλη λέξη ποὺ συναντᾶμε στὸ λεξικὸ τοῦ Ἡσύχιου εἶναι γιὰ τοὺς Ἕλλοπες. Σύνθετη λέξη καὶ αὐτή, ἀπὸ τὸ ῥῆμα ἐλλείπω + όψ = ἄλαλοι. Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἤξεραν ἀρχικὰ νὰ χρησιμοποιήσουν τὸ γλωσσικό τους ὄργανο, νὰ πλάσουν λέξεις καὶ νὰ μιλήσουν «ἦταν ἄλαλοι», αὐτὸ σημειώνει ὁ Ἡσύχιος στὸ λεξικό τους γιὰ τοὺς Σελλούς. Περνώντας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοὺς βρίσκουμε μὲ τὸ ὄνομα: Ἑλλοί, Σελλοί, Ἕλλοπες, Πελασγοί, Προσέληνες κατὰ τὸν Ἰ. Πασσᾶ στὸ βιβλίο του Προϊστορία, ἐλέγοντο οἱ Ἕλληνες πρὶν ἐμφανισθεῖ ἡ Σελήνη ποὺ εἶναι τεχνητὸς δορυφόρος. Ἔπειτα ὀνομάσθησαν Ἕλληνες. Οἱ Ἕλλοπες ἔζησαν ἐκεῖ γύρω στὴ Δωδώνη. Μετὰ ἀπαντῶνται ὡς Πελασγοὶ ποὺ πρωτομίλησαν τὴν Ἑλληνικὴ καὶ ἐξαπλώνονται καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς γῆς.

Τὸ σημαντικότερο εἶναι ὅτι, ὅπου κι ἄν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, δὲν ὑπάρχει ἄλλη γλώσσα σ’ ὅλη τὴ γῆ ποὺ νὰ ἐπεβλήθη διὰ τῆς προσωδίας, μόνο ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα. Δικαίως οἱ γνωρίζοντες τὴν ἀπεκάλεσαν μητέρα ὅλων τῶν γλωσσῶν. Ἀπὸ συνέδρια ἱστορικῶν και γλωσσολόγων μαθαίνουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρῶτα τραγούδησαν κι ἔπειτα μίλησαν. Ἔτσι βεβαιωνόμαστε ὅτι, αὐτοὶ ποὺ ἀνέπτυξαν τὸ πνεῦμα τους ὥστε νὰ τραγουδᾶνε τὴν ὁμιλία τους, δηλαδή, νὰ ἐναρμονίζεται ἡ σκέψη τους μὲ τὴν ψυχή τους καὶ νὰ ἐκφράζονται μελωδικά, ἦταν οἱ Ἕλληνες.

Τὶ σημαίνει ἀκριβῶς ἡ λέξη προσωδία.

Ἡ λέξη εἶναι σύνθετα πρὸς + ἄδω. Δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀκριβῶς τραγούδι, ἀλλὰ κάτι μεταξὺ ὁμιλίας καὶ τραγουδιοῦ. Σὰν μουσικὴ ἀπαγγελία, στὴν οὐσία εἶναι ἡ ψυχικὴ ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νὰ ξεχωρίσουμε στὸ μυαλό μας ἄλλο τραγουδῶ κι ἄλλο προσωδῶ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ἄριες ἀπὸ ὄπερες, οὔτε δημοτικὸ τραγούδι, μὰ οὔτε καὶ βυζαντινὴ ψαλμωδία. Ἐδῶ θὰ παραθέσω τὶ εἶπε πάνω σ’ αὐτὸ ὁ Βασιλιὰς Σολομών:

«Οἱ Ἕλληνες κατὰ τὴν ὁμιλία τους, καταφέρνουν νὰ δημιουργοῦν δίνες στὴν ἀτμόσφαιρα. Ἡ μαγεία εἶναι πῶς νὰ χειρίζεσαι τὶς ἐνέργειες μέσω τῆς γλώσσας καὶ τῆς ὁμιλίας».

Ἐπίσης οἱ Ἑβραῖοι στὸ Ταλμούδ, αὐτὴ τὴν τεχνικὴ τῆς ὁμιλίας τῶν Ἑλλήνων ὄχι μόνο τὴν παραδέχονται, ἀλλὰ τὴν ὀνομάζουν Gematria, δηλ. Γεωμετρία. Κι ἐνῶ ἄλλοι λαοὶ θαυμάζουν αὐτὴ τὴ γλώσσα ἐμεῖς οἱ νεώτεροι Ἕλληνες δὲν τὴν ἀντιμετωπίζουμε μὲ τὸ σεβασμὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε ἀλλὰ τὴν κακομεταχειριζόμαστε.

Δυστυχῶς ὅμως, ὅλοι μας ἀσχημονοῦμε! Ἀκόμα κι ἐμεῖς ποὺ εἴδαμε καὶ καταλάβαμε τὴν ἀξία της. Κατ’ ἀρχήν, κανένας μας δὲν σκέφτηκε ὅτι αὐτὴ τὴν ἀρχαία γλώσσα πρέπει νὰ τὴν μαθαίνουμε νὰ τὴν μιλᾶμε κι ὄχι ν΄ ἀποστηθίζουμε γραμματικοὺς κανόνες καὶ νὰ μεταφράζουμε. Ἡ μεγαλύτερη ὀμορφιά της εἶναι νὰ τὴν μιλᾶμε ἀπταίστως, μὲ εὐχέρεια, ὅπως ὑπερηφανευόμαστε ὅταν μιλᾶμε κάποια ἀπὸ τὶς παραφυάδες τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας ὅπως εἶναι ἡ Ἀγγλική, ἡ Γαλλικὴ κλπ. Ἐκεῖ προςέχουμε τὴν προφορά μας πὼς θὰ πρέπει νὰ προφέρουμε τὴ γλώσσα ποὺ μαθαίνουμε. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ κάνουμε καὶ ταξίδια στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ νὰ μάθουμε τὴν σωστὴ προφορά. Ἀλλά, μὲ τὴν Ἑλληνικὴ προφορὰ ποιός ἀσχολήθηκε ποτέ;

Ἀνάλυση στοιχείων τῆς γλώσσας

Γιὰ νὰ ἀναλύσουμε τὴ γλώσσα, χρειάζεται νὰ πάρουμε ἕνα-ἕνα τὰ στοιχεῖα ποὺ τὴν ἀποτελοῦν, γιὰ νὰ βγάλουμε κάποια συμπεράσματα. Ἔτσι θὰ ἐξετάσουμε τὰ φωνήεντα, τὰ σύμφωνα, τὸν τονισμὸ τὼν λέξεων καὶ τὴν κυματοειδὴ προφορά, ὅταν ἐκφωνεῖται ὁ ἀρχαῖος λόγος.

Ἄς ἀναλύσουμε πρῶτα τὴ λέξη φωνῆεν, τὶ σημαίνει φωνῆεν: τὸ Φ κατὰ τὸν κώδικα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀλφαβήτου σημαίνει φῶς καὶ τὸ Ω σημαίνει ὁ νοῦς. Φῶς τοῦ νοός. Τὰ φωνήεντα λέγονται καὶ φθόγγοι. Φθόγγος σημαίνει ἦχος παραγόμενος διὰ τοῦ λάρυγγος, ἀπὸ τὸ ῥῆμα φάω, ἀρχικὰ τὰ φωνήεντα ἦταν 5: α, ε, ι, ο, υ καὶ ἐπροφέροντο μουσικά, ἔχουμε δὲ τραγούδια ποὺ στηρίζονται σε 5 φθόγγους εἶναι τὰ λεγόμενα 5φθογγα πολυφωνικὰ τραγούδια τῆς Ἠπείρου, πρόδρομος τῆς πολυφωνικῆς μουσικῆς. Ἀργότερα στὰ 5 φωνήεντα προσετέθη το η και ω. Ὅταν τα φωνήεντα ἔγιναν 7, παρατηρεῖται συγχρόνως στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ν΄ ἀκούγονται κλίμακες μὲ 7 μουσικοὺς φθόγγους. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς 7 φθόγγους ὑπάρχουν κι ἄλλοι ἐνδιάμεσοι φθόγγοι. Ὅλοι ἔχετε δεῖ τὰ πλῆκτρα τοῦ πιάνου, τοῦ ἁρμόνιου, αὐτὰ εἶναι ἄσπρα, ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ λίγο μακρόστενα εἶναι τὰ μαῦρα. Αὐτὰ τὰ μαῦρα πλῆκτρα ἀντιπροσωπεύουν ἐνδιάμεσους ἤχους. Ἡ Ἑλληνικὴ μουσικὴ καὶ ἡ Βυζαντινὴ ψαλμωδία τὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ ἔχουν εἶναι ὅτι περνᾶνε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐνδιάμεσους ἤχους. Εἶναι σὰν νὰ λέμε ἀπὸ τὸ μαῦρο χρῶμα νὰ πᾶμε στὸ ἄσπρο, θὰ περάσουμε μὲ τόνους τοῦ γκρίζου.

Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τοὺς ἤχους, ἀπὸ τὸ Ντὸ γιὰ νὰ πᾶμε στὸ Ρέ, χρησιμοποιοῦμε ἐνδιάμεσους ἠχητικοὺς τόνους.

Ὅμως, σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες τὰ φωνήεντα ἀποδίδονται καὶ μὲ ἐνδιάμεσους ἤχους. Οἱ Γάλλοι τὸ Ε ἄλλοτε τὸ λένε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα κι ἄλλοτε μὲ κλειστό. Τὸ Ι πότε μὲ ἀνοιχτό, πότε U μὲ κλειστὸ τὸ στόμα. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀποκλείσει ὅτι οἱ Γάλλοι δὲν τὸ πῆραν ἀπὸ τὴν προφορὰ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων; Μήπως δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ξεχωρίσουμε κι ἐμεῖς κατὰ τὸν ίδιο τρόπο τό: Ἡμῶν μὲ το Ὑμῶν μὲ κλειστὸ τὸ στόμα;

Τὶς ποικιλίες τῶν φωνηέντων, σήμερα δὲν τὶς χρησιμοποιοῦμε, ἔχουν χάσει ὄχι μόνο τὴν προσωδιακή τους χρήση ἀλλὰ καὶ τὴν ἠχητική τους ἰδιαιτερότητα στὴν προφορά. Ὅλα τὰ η ι υ καὶ τὶς διφθόγγους οι, ει, κλπ. τα προφέρουμε τὸ ἴδιο, ὑπάρχουν μόνο γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῆς γραφῆς. Καινό = καινούργιο, κενό = ἀδειανό.

Στὰ λεξικὰ βρίσκουμε λέξεις μουσικὲς ὅπως: ἀ-ά-α-τον=ἀκατάβλητον, ἀάσχετος=ἀκατάσχετος. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες παρατηροῦνται δίφθογγοι καὶ τρίφθογγοι οἱ ὁποῖοι δὲν προφέρονται, ἀλλὰ μόνο γράφονται. Ὁπως οἱ Γάλλοι τὸ νερὸ τὸ γράφουν μὲ τρία φωνήεντα καὶ τὸ προφέρουν μὲ ἕνα ποὺ δὲν περιέχεται στὴ λέξη. ΕΑΥ= Ο. Άλλὰ καὶ στὴν Ἑλληνικὴ ἀεί = πάντοτε, τὸ βρίσκουμε καὶ αἰεί = πάντοτε. Μία λέξη τέσσερα φωνήεντα, 2 συλλαβές. Μόνο μία προσωδιακὴ προφορὰ μὲ ἐνδιάμεσους φθόγγους, μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει αὐτὴ τὴ γραφή. Κι αὐτὸ ἦταν ποὺ δυσκόλευε τοὺς μὴ Ἕλληνες. Δὲν μποροὺσαν ν’ ἀκούσουν τοὺς διάφορους ἤχους ποὺ γλιστροῦσαν μέσα σὲ μία λέξη. Κι ὅταν τὸ αὐτὶ δὲν συλλαμβάνει ὅλους τοὺς ἤχους ποὺ ἀκούγονται, δὲν μπορεῖ καὶ ἡ νόηση νὰ προσδιορίσει περὶ τίνος πρόκειται. Δηλαδὴ τὸ αὐτὶ ἀκούει μόνο τοὺς ἰσχυροὺς ἤχους, τοὺς ἀσθενεῖς ἤχους ὅταν δὲν ἔχει ἐξασκηθεῖ δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς ξεχωρίσει. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα μὲ τὴ δημοτικὴ μουσικὴ καὶ τὴ βυζαντινή. Αὐτὸς ποὺ ἔχει μάθει ν΄ ἀκούει μόνο τὴ συγκερασμένη μουσικὴ μὲ τὶς 7 νότες ὅπως εἶναι ἡ δυτικὴ ἁρμονία (εὐρωπαϊκὴ μουσική), τοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσει καὶ νὰ τραγουδήσει τὶς φυσικὲς κλίμακες ὅπως εἶναι οἱ ἑλληνικές.

Οἱ ἄνθρωποι πρῶτα σκέφτηκαν, μετὰ μίλησαν κι ἔπειτα ἔγραψαν. Ἄρα ὅπως μιλοῦσαν ἔτσι τὰ ἔγραφαν, ἄλλως τὶ νόημα θὰ εἶχαν οἱ δίφθογγοι.

Τὸ θαῦμα αὐτῆς τῆς ἐπιστημονικῆς γλώσσας εἶναι ὅτι, καὶ ἀκουστικὰ καὶ ὀπτικὰ εἶχε ὄχι μόνο τὴν ξεχωριστὴ γραφή, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν εἰδικὴ προφορὰ τῶν φωνηέντων, ποὺ ἀπέδιδαν τὴν ἔννοια τραγουδιστά. Πολλὲς φορὲς ὅταν συνομιλοῦμε, δὲν ἀκοῦμε καλὰ τὶς λέξεις, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν τόνο τῆς φωνῆς καταλαβαίνουμε τὶ θέλει ὁ ἄλλος νὰ μᾶς πεῖ.

Ἀναλύοντας τὴν προφορὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας

Ἄς ἐξετάσουμε πρῶτα, πῶς ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες προφέρουμε τὰ σύμφωνα. Τὰ λέμε σύμφωνα ἐνῶ εἶναι ἄφωνα, διότι μόνο μαζὶ μὲ τὸ φωνῆεν ἀποκτοῦν τὴ δική τους δυναμική.

Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι κάποια σύμφωνα δὲν τὰ περιλαμβάνει τὸ Ἰωνικό μας ἀλφάβητο, διότι ὅπως εἶναι γνωστὸ τὰ ἀλφάβητα τῶν Ἑλλήνων ἦταν πολλά. Κάθε Ἑλληνικὴ πόλη εἶχε καὶ τὸ δικό της Ἀλφάβητο. Ἔτσι ἔχουμε Ἰωνικό, Κορινθιακό, Ἀττικό, Χαλκιδικό, Θηραϊκό, Κρητικό, Ἀρχαῖο Λατινικό, κ.ἄ. Αὐτὸ ποὺ χρησιμοποιοῦμε σήμερα καὶ ἔχει ἐπικρατήσει εἶναι τὸ Ἰωνικὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε ὡς 4ο γράμμα τὸ ΝΤΕ ποὺ ἔχουν οἱ Λατῖνοι γιὰ μᾶς εἶναι Δέλτα, γι΄ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ προφέρουμε τὸ ντὲ ὅπως τὸ προφέρουν οἱ Λατινόφωνοι. Δηλ. δὲν πρέπει νὰ λέμε φωνήε(d)-ντα ἀλλὰ φωνήεν-ντα, Πάν-ντα ὄχι Πά(d)-ντα, Ἀν-ντοχή, ὄχι Ἀ(d)-ντοχή, Φαν-ντασία, ὄχι Φα(d)-ντασία.

Στὸ δικό μας τὸ Ἰωνικὸ ἀλφάβητο τὸ τρίτο γράμμα εἶναι τὸ Γάμα, ἐνῶ οἱ Λατίνοι ὡς τρίτο γράμμα ἔχουν τὸ ΣΕ, αὐτὸ ποὺ μοιάζει μὲ μισοφέγγαρο. Τὸ ὁποῖον προφέρετε ἄλλες φορὲς ὡς σέ, ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ Βυζαντινοί, ἄλλες φορὲς ὡς τσέ, ἤ κάπα. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸ σὲ ποιὸς μπορεῖ ν’ αμφισβητήσει ὅτι οἱ Σελλοὶ οἱ ὁποῖοι ἦταν κτηνοτρόφοι δὲν προφερότανε ὡς ΤΣΕ δηλ. Τσελλοί, διότι ἔχουμε τὰ παράγωγα Τσέ-λιγκας, Τσα-ρούχι, Τσοπάνος, Τσολιάς.

Στὸ δημοτικό μας τραγούδι καὶ στὴ βυζαντινὴ μουσικὴ ἀκοῦμε τοὺς ἤχους νὰ γλιστρᾶνε ἀπὸ τὸν ἕνα ἦχο στὸν ἄλλον. Δὲν εἶναι οἱ ἤχοι σταθεροὶ-συγκερασμένοι ὅπως εἶναι π.χ. στὸν Ἐθνικό μας Ὕμνο. Πρέπει δὲ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα εἶχε 45 κλίμακες, ἐνῶ ἡ Δύση χρησιμοποίησε μόνο 2 κλίμακες, δηλαδὴ τὴν μείζοντα καὶ τὴν ἐλάσσονα κλίμακα. Ένῶ τὰ μουσικὰ σύμβολα ὑπολογίζονται 1600.

Άπόπειρα προσωδιακῆς ἀπόδοσης

Ὅπως προαναφέραμε, ἡ Γαλλικὴ τὸ U τὸ πρφέρει μὲ μισόκλειστο στόμα, εἶναι ἐνδιάμεσο τοῦ Ι και ου. Ἐμεῖς ὅταν τὸ Υ εἶναι μετὰ ἀπὸ ἕνα φωνῆεν τὸ προφέρουμε μὲ σύμφωνο ὅπως λέμε «Αὔριο» τὸ προφέρουμε κάπως βάρβαρα «ἄβριο» μήπως οἱ πρόγονοί μας αὐτὰ τὰ δύο φωνήεντα τὰ πρόφεραν κλείνοντας λίγο τὸ στόμα τους σουφρώνοντας τὰ χείλη καὶ τὸ αὔριο ἀκουγόταν «αὔριο»; Τὴν Εὔβοια ὄχι ἔβια ἀλλὰ Εὔ-βο-ι-α. Ἀλλὰ χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ φράση γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ ἡ μουσικότητα, μία λέξη σκέτη δὲν ἀποδίδει τίποτα.

Πάνω σ’ αὐτὸ ποὺ λέμε, πρέπει νὰ θυμόμαστε καὶ τὴν ἐποχή. Οἱ ἄνθρωποι δὲν βιάζονταν, ἦσαν ἥρεμοι, ὁπότε καὶ ἡ ὁμιλία τους ἦταν ἀργή, εἶχαν τὸ χρόνο πολλὲς φορὲς καὶ ξαπλωμένοι στὰ ἀνάκλιντρα νὰ φιλοσοφοῦν συζητώντας. Ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα ἀπὸ τὸ ἄγχος μας μιλᾶμε γρήγορα, τρῶμε τὶς λέξεις μας πολλὲς φορὲς δὲν καταλαβαίνουμε τὸν ἄλλον τὶ θέλει νὰ μᾶς πεῖ καὶ τὸν ξαναρωτᾶμε νὰ μᾶς ἐπαναλάβει αὐτὸ ποὺ εἶπε.

Οἱ δίφθογγοι-δύο φθόγγοι ὅπως: ὁ τοῖχος, τὰ τείχη, ἡ τύχη σήμερα προφέρονται μὲ ἕνα ι. Μήπως οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρόφεραν τὶς διφθόγγους ὅπως προαναφέραμε καὶ γιὰ τὰ σύμφωνα; Το-ῖ-χος, τε-ί-χη, τ-ύ-χη.

Ἐπίσης τὰ πνεύματα ποὺ ἔχουν τὴν ἔννοια τῆς ἀνάσας, ἐμεῖς σὰν Ἕλληνες δὲν τὰ χρησιμοποιήσαμε καὶ ἡ ψιλὴ καὶ ἡ δασεία ἔμειναν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ χωρὶς ἀκουστικὴ διάκριση. Ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζουμε ὅλο αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ τονισμοῦ δὲν χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν προφορά, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴ γραφή. Ἐνῶ οἱ Λατινόφωνοι προφέρουν τὸ (χ) ἐλαφρὰ (χ)έλεν, (χ)ιστορία, (χ)ήρως, σήμερα λέμε «Χαίρετε» τότε πρόφεραν ἐλαφρὰ καὶ σύντομα Χάϊρε. Τὸ βρῆκα σὲ παλαιὸ λεξικὸ μὲ τὴν ἔνδειξη ποιητικά. Ἄλλη μία λέξη ποὺ συνάντησα: Ἔρως καὶ Ἔρος. Διαφορετικὴ ἔννοια ἀλλὰ καὶ διαφορετικὴ γραφὴ καὶ προφορά. Τὸ ἀεί= πάντοτε, τὸ συνάντησε σὲ ποίημα τῆς Σαπφοῦς ΑΙΕΙ. Κατὰ τὴ γνώμη μου εἴτε ΑΕΙ εἴτε ΑΙΕΙ πρέπει νὰ εἶχε μία παραπλήσια προφορά, ἀπὸ τὸ Α γλιστροῦσαν στὸ Ι. Σὲ παλιὸ λεξικὸ συνάντησα τὴν πόλη Τροία γραμμένη Τρο-ι-ία καὶ δίπλα εἶχε τὴν ἔνδειξη ποιητ. ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγγλικὴ γράφει α καὶ προφέρει εϊ γράφει ε καὶ προφέρει ιι κλπ. ὅλα αὐτὰ χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ὑπολείμματα προσωδιακῆς γλώσσας.

Ἄλλη παρατήρηση ποὺ κάναμε εἶναι τὰ διπλὰ σύμφωνα μέσε σὲ μία λέξη, ὅπως θάλασσα, γλώσσα, ἄμμος, ἵππος, σίγουρα ὑπῆρχε κάποια διάκριση κατὰ τὴν προφορά. Μοῦ εἶπαν ὅτι σὲ διάφορα νησιὰ τοῦ Αἰγαίου ἔχουν μία ἰδιάζουσα προφορὰ ὅταν προφέρουν π.χ. τὸ ἵππος διακρίνεις ὅτι γράφεται μὲ δύο πί. (Λέγοντάς το στὰ γρήγορα ἀκούγεται ἵποπος).

Έξ αἰτίας τῆς προφορᾶς ἔχουμε παραλλαγὲς πολλῶν λέξεων καὶ στὰ φωνήεντα καὶ στὰ σύμφωνα. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀκουστικὴ ἀντίληψη δὲν ἦταν πάντοτε εὐδιάκριτη κατὰ τὴν προφορά, μὲ ἀποτέλεσμα μία λέξη ν’ ἀκούγεται μὲ διαφορετικὰ φωνήεντα. Ὅπως τὸ φῶς ἀρχικὰ προφερόταν Φάος - Φόως, Ὑμέναιος - Ὑμήναος διακρίνουμε στὴν Σαπφώ, ἀέλιος - ἥλιος εἰδικὰ τὸ λάμδα οἱ ξένοι τὸ προφέρουν ἐλαφρὰ ὅπως καὶ σὲ μερικὲς περιφέρειες τῆς Ἑλλάδος, ἄκουσα Βορειοηπειρώτες νὰ λέγουν Ἐλι-ές κι ὄχι ἐλιές. Τὸ ἴδιο μοῦ εἶπαν προφέρουν καὶ στὴν Κρήτη, στὴν Κέρκυρα παλαιότερα σὲ χωριὰ προφέρανε ἐλι-ὲς καὶ ἐγιές.

Ὅλα αὐτὰ ἦταν ἀκουστικὲς ἀντιλήψεις ποὺ δημιουργοῦσαν ἀκουστικὲς διαλέκτους.

Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2006

ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Ψιλή (ἀ)

Δασεία (ἁ)

Ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνήεν ἤ δίφθογγο οἱ περισσότερες παίρνουν ψιλή.

Δασύνονται κανονικά:

1) Οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ υ ἤ ἀπὸ ρ

2) Τὰ ἄρθρα ὁ, ἡ, αἱ καὶ οἱ δεικτικὲς ἀντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε΄ οὗτος, αὕτη

3) Οἱ ἀναφορικὲς ἀντωνυμίες καὶ τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἔνθα, ἔνθεν): ὅς, ἥ, ὅ, ὅπου, ὅθεν, κτλ.

4) Οἱ τύποι τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας ἡμεῖς, ἡμῶν, κτλ., οὗ, ἑ, οἱ ἀντωνυμίες ἕτερος, ἑκάτερος, ἕκαστος καὶ οἱ λέξεις ποὺ σχηματίζονται ἀπ’ αὐτές (ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε, κτλ.)

5) Οἱ σύνδεσμοι ἕως, ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὁπότε, ὅπως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε

6) Τὰ ἀριθμητικὰ εἷς, ἕν, ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν καὶ τὰ παράγωγα αὐτῶν: ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκατοντάκις, κτλ.

7) Οἱ ἀκόλουθες λέξεις (καὶ ὅσες εἶναι παράγωγες ἀπ’ αὐτὲς ἤ σύνθετες μὲ α΄συνθετικὸ τὶς λέξεις αὐτές):

Α. ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, ᾍδης, ἁδρός, ἁθρόος, αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαί, ἅλας, Ἁλιάκμων, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω, Ἁλικαρνασσός, ἅλις, ἁλίσκομαι, ἅλωσις, ἅλλομαι, Ἁλόννησος, ἁλουργίς, ὁ ἅλς, ἡ ἅλς (= θάλασσα), ἁλτήρ, ἅλυσις, ἡ ἅλως, ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα, ἁνύτω, ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλοῦς, ἅπτω - ἅπτομαι, ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ - ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς.

Ε. τὸ ἕδος, ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι, εἱλόμην (αόριστος β΄του αἱροῦμαι), εἵμαρται – εἱμαρμένη, εἵργνυμι – εἱργνύω, εἱρκτή, Ἑκάβη, ἑκάς, Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών, ἡ ἕλιξ, ἑλίττω, ἕλκος, ἕλκω - ἑλκύω, Ἑλλάς, Ἕλλην, ἡ ἕλμινς, τὸ ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξῆς, ἕξω, ἑορτή, ἕρκος, ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην, ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος καὶ ἑτοῖμος, εὑρίσκω, ἕψω, ἕωλος, ἡ ἕως.

Η. ἥβη, ἡγέομαι-οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ, Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος, ἡμέρα, ἥμερος, ἡμι- (αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία καὶ τὰ ἡνία, ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι-ῶμαι, ἥττων, Ἥφαιστος.

Ι. ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι-οῦμαι, ἱλάσκομαι, ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος, ἵππος, ἵστημι, ἱστός - ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω-ῶ, ἵστωρ.

Ο. ὁδός, ὁλκάς, ὁλκή, ὁ ὁλκός, ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός, ὁρμή, ὁ ὅρμος, ὁ ὅρος, τὸ ὅριον, ὁρίζω, ὁράω-ῶ, ὅσιος.

Ω. ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος.