Τρίτη, 27 Μαρτίου 2007

Α΄ ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

ΡΗΜΑ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

Α΄ ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

Ῥήματα λέγονται οἱ κλιτὲς λέξεις ποὺ φανερώνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ ἤ δέχεται μιὰ ἐνέργεια, δηλ. παθαίνει κάτι, ἤ βρίσκεται σὲ μιὰ ὁρισμένη κατάσταση: Τισσαφέρνης διαβάλλει τὸν Κῦρον (τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ) – Κῦρος διαβάλλεται ὑπὸ Τισσαφέρνους (τὸ ὑποκείμενο παθαίνει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον) – Δαρεῖος ἀσθενεῖ (τὸ ὑποκείμενο βρίσκεται σὲ μιὰ κατάσταση).

Ὅπως τὰ πτωτικά, ἔτσι καὶ τὸ ῥῆμα, ἔχει διάφορους τύπους μὲ τοὺς ὁποίους φανερώνονται τὰ παρεπόμενά του.

Παρεπόμενα (ἤ συνακόλουθα) τοῦ ῥήματος εἶναι:

1. ἡ διάθεση

2. ὁ ἀριθμός

3. τὸ πρόσωπο

4. ἡ ἔγκλιση

5. ὁ χρόνος

6. ἡ φωνή

7. ἡ συζυγία

1. ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

Διάθεση τοῦ ῥήματος λέγεται ἡ ἰδιαίτερη σημασία του ποὺ δείχνει ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἤ ἐνεργεῖ ἤ παθαίνει κάτι ἤ βρίσκεται σὲ μιὰ νέα κατάσταση.

Οἱ διαθέσεις τῶν ῥημάτων εἶναι τέσσερις: ἐνεργητική, μέση, παθητικὴ καὶ οὐδέτερη.

α) Ῥήματα μὲ ἐνεργητικὴ διάθεση ἤ ἐνεργητικὰ λέγονται ἐκείνα ποὺ σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ: Άρταξέρξης συλλαμβάνει Κῦρον.

β) Ῥήματα μὲ μέση διάθεση ἤ μέσα λέγονται ἐκείνα ποὺ σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ καὶ ἡ ἐνέργεια γυρίζει μὲ κάποιον τρόπο σ’αὐτὸ τὸ ἴδιο: οἱ στρατιῶται γυμνάζονται (=γυμνάζουν τὸν ἑαυτό τους).

γ) Ῥήματα μὲ παθητικὴ διάθεση ἤ παθητικὰ λέγονται ἐκείνα ποὺ σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο δέχεται μιὰ ἐνέργεια ἀπὸ κάποιον ἄλλον, δηλ. παθαίνει κάτι: Κῦρος προσκυνεῖται ὡς βασιλεὺς ὑπὸ τῶν ἀμφ’ αὑτόν.

δ) Ῥήματα μὲ οὐδέτερη διάθεση ἤ οὐδέτερα λέγονται ἐκείνα ποὺ σημαίνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο οὔτε ἐνεργεῖ οὔτε παθαίνει παρὰ βρίσκεται ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση: οί πολέμιοι ἡσυχάζουσι.

2. ΑΡΙΘΜΟΙ

Ἀριθμὸς τοῦ ῥήματος λέγεται ὁ τύπος τοῦ ῥήματος ποὺ φανερώνει ἄν τὸ ὑποκείμενό του εἶναι ἕνα ἤ δύο ἤ περισσότερα πρόσωπα ἤ πράγματα.

Οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ῥήματος, ὅπως καὶ τῶν πτωτικῶν, εἶναι τρεῖς:

α) ἐνικός (ὅταν πρόκειται γιὰ ἕνα): ὁ μαθητὴς γράφει

β) δυϊκός (ὅταν πρόκειται γιὰ δύο): τὼ μαθητὰ γράφετον

γ) πληθυντικός (ὅταν πρόκειται γιὰ πολλά): οἱ μαθηταὶ γράφουσι

3. ΠΡΟΣΩΠΑ

Πρόσωπο τοῦ ῥήματος λέγεται ὁ τύπος τοῦ ῥήματος ποὺ φανερώνει τίνος προσώπου εἶναι τὸ ὑποκείμενο. Κανονικὰ τὰ πρόσωπα τοῦ ῥήματος εἶναι τρία:

α) τὸ πρῶτο πρόσωπο: (ἐγώ) γράφω – (ἡμεῖς) γράφομεν

β) τὸ δεύτερο πρόσωπο: (σύ) γράφεις – (ὑμεῖς) γράφετε

γ) τὸ τρίτο πρόσωπο: (οὗτος) γράφει – (οὗτοι) γράφουσι

4. ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ. ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ

Ἡ ἔννοια ποὺ ἐκφράζει τὸ ῥῆμα παρουσιάζεται κάθε φορὰ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ μιλεῖ ἤ σὰν κάτι ποὺ τὸ νομίζει πραγματικὸ ἤ σὰν κάτι ποὺ ἐπιθυμεῖ ἤ περιμένει νὰ γίνει ἤ σὰν εὐχὴ ἤ σὰν προσταγή κτλ.

Οἱ διάφορες μορφὲς τοῦ ῥήματος εἶναι τέσσερις: ἡ ὁριστική, ἡ ὑποτακτική, ἡ εὐκτικὴ καὶ ἡ προστακτική.

α) ἡ ὁριστικὴ παρουσιάζει αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν κάτι βέβαιο καὶ πραγματικό: βλάπτει τὸν ἄνδρα θυμός - ἐνταῦθα ἔμειναν ἡμέρας τρεῖς.

β) ἡ ὑποτακτικὴ παρουσιάζει αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν κάτι ἐπιθυμητό ἤ ἐνδεχόμενο: τὸ σῶμα γυμνάζωμεν (=ἄς γυμνάζομε) - ἐάν ἔλθῃς (=ἄν ὑποθέσουμε πὼς θὰ ἔρθεις, ὅπως εἶναι ἐνδεχόμενο).

γ) ἡ εὐκτικὴ παρουσιάζει αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν εὐχὴ ἐκείνου ποὺ μιλεῖ: ὦ παῖ, γένοιο πατρὸς εὐτυχέστερος (=μακάρι νὰ γίνεις).

δ) ἡ προστακτικὴ παρουσιάζει αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν προσταγή, ἀξίωση, συμβουλή, παράκληση ἤ καὶ εὐχὴ ἐκείνου ποὺ μιλεῖ: τὸ σῶμα γυμνάζετε (=νὰ γυμνάζετε) - ὑγίαινε (=εὔχομαι νὰ ὑγιαίνεις).

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τέσσερις ἐγκλίσεις τὸ ῥῆμα σχηματίζει ἀκόμη δύο τύπους, ποὺ λέγονται ὀνοματικοὶ τύποι τοῦ ῥήματος.

Οἱ ὀνοματικοὶ τύποι τοῦ ῥήματος εἶναι τὸ ἀπαρέμφατο καὶ ἡ μετοχή.

α) τὸ ἀπαρέμφατο εἶναι ἀφηρημένο ῥηματικὸ οὐσιαστικὸ ἄκλιτο, ποὺ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα τοὺ ῥήματος καὶ φανερώνει συγχρόνως διάθεση καὶ χρόνο: γράφειν, γράφεσθαι – γράψαι, γραφῆναι.

β) ἡ μετοχὴ εἶναι τρικατάληκτο ῥηματικὸ ἐπίθετο μὲ τρία γένη, ποὺ σχηματίζεται ἀπὸ τὸ θέμα τοὺ ῥήματος καὶ φανερώνει συγχρόνως διάθεση καὶ χρόνο: γράφων, γράφουσα, γράφον – γραφόμενος, γραφομένη, γραφόμενον – γραφείς, γραφεῖσα, γραφέν.

5. ΧΡΟΝΟΙ

Χρόνος τοῦ ῥήματος λέγεται ὁ ῥηματικὸς τύπος ποὺ φανερώνει

π ό τ ε γίνεται αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα καὶ π ῶ ς.

Ι. Οἱ χρόνοι στὴν ὁριστική

Ἡ ὁριστικὴ ἔγκλιση ἔχει ἑπτὰ χρόνους. Αὐτοὶ εἶναι: ὁ ἐνεστῶτας, ὁ παρατατικός, ὁ (ἁπλός) μέλλοντας, ὁ ἀόριστος, ὁ παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ συντελεσμένος μέλλοντας.

α) ὁ ἐνεστῶτας φανερώνει κάτι ποὺ γίνεται τώρα (μὲ διάρκεια ἤ μὲ ἐπανάληψη): ὁ μαθητὴς γράφει - ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγω.

β) ὁ παρατατικὸς φανερώνει κάτι ποὺ γινόταν στὸ παρελθόν (μὲ διάρκεια ἤ μὲ ἐπανάληψη): ὁ μαθητὴς ἔγραφε – Σωκράτης ὥσπερ ἐγίγνωσκεν οὕτως ἔλεγε.

γ) ὁ (ἁπλός) μέλλοντας φανερώνει κάτι ποὺ θὰ γίνει ἤ θὰ γίνεται στὸ μέλλον: ἐγὼ γράψω (=ἐγὼ θὰ γράψω ἤ θὰ γράφω) - ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ.

δ) ὁ ἀόριστος φανερώνει κάτι ποὺ ἔγινε ἀόριστα στὸ παρελθὸν (ἄσχετα ἄν κράτησε πολὺ ἤ λίγο): ὁ μαθητὴς ἔγραψε - ἐβασίλευσε δώδεκα ἔτη.

ε) ὁ παρακείμενος κυρίως φανερώνει κάτι ποὺ ἔχει γίνει στὸ παρελθὸν καὶ ὑπάρχει τὼρα συντελεσμένο: ὁ μαθητὴς γέγραφε (=ὁ μαθητὴς ἔχει γράψει κάτι ποὺ τώρα εἶναι πιὰ τελειωμένο) – οἱ πολέμιοι σπονδὰς λελύκασι.

ς) ὁ ὑπερσυντέλικος φανερώνει κάτι ποὺ ἔχει γίνει, δηλ. κάτι ποὺ ἦταν συντελεσμένο σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο τοὺ παρελθόντος: ὁ μαθητὴς ἐγεγράφει (=εἶχε γράψει στὸ παρελθὸν κάτι ποὺ ἦταν τότε τελειωμένο καὶ ποὺ τώρα μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει) – οὗτος προαφῖκτο εἰς Σικελίαν (=εἶχε φτάσει πρωτύτερα καὶ βρισκόταν τότε ἐκεί).

ζ) ὁ συντελεσμένος μέλλοντας φανερώνει κάτι ποὺ θὰ ἔχει γίνει, δηλ. κάτι ποὺ θὰ εἶναι συντελεσμένο, σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο τοῦ μέλλοντος: ὁ μαθητὴς γεγραφὼς ἔσται (=θὰ ἔχει γράψει κάτι ποὺ θὰ εἶναι τελειωμένο σὲ ὁρισμένη στιγμὴ τοῦ μέλλοντος) - ἡ πόλις ἔσται τετειχισμένη.

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Ἀπὸ τοὺς χρόνους στὴν ὁριστική:

α) ὁ ἐνεστῶτας καὶ κατὰ ἕνα μέρος ὁ παρακείμενος ἀναφέρονται κανονικὰ στὸ π α ρ ό ν. Ὁ παρατατικὸς, ὁ ἀόριστος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ κατὰ ἕνα μέρος ὁ παρακείμενος ἀναφέρονται στὸ π α ρ ε λ θ ό ν΄ ὁ (ἁπλὸς) μέλλοντας καὶ ὁ συντελεσμένος μέλλοντας ἀναφέρονται στὸ μ έ λ λ ο ν.

β) ὁ ἐνεστῶτας, ὁ παρατατικὸς καὶ κάποτε ὁ (ἁπλός) μέλλοντας παρουσιάζουν αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν κάτι ἐξακολουθητικό, ποὺ διαρκεῖ μὲ συνέχεια ἤ μ’ ἐπανάληψη΄ ὁ ἀόριστος καὶ κάποτε ὁ (ἁπλός) μέλλοντας τὸ παρουσιάζουν συνοπτικά (ἰδωμένο στὸ σύνολό του)΄ ὁ παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ συντελεσμένος μέλλοντας τὸ παρουσιάζουν συντελεσμένο.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΟΣ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ

Χρόνοι ποὺ παρουσιάζουν αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα

1. σὰν ἐξακολουθητικό

α) στὸ παρόν

ἐνεστῶτας

γράφω

β) στὸ παρελθόν

παρατατικός

ἔγραφον

γ) στὸ μέλλον

(ἁπλός) μέλλοντας

γράψω (=θὰ γράψω)

2. σὰν συνοπτικό (ἤ στιγμιαῖο)

ἀόριστος

ἔγραψα

(ἁπλός) μέλλοντας

γράψω

3. σὰν συντελεσμένο

παρακείμενος

γέγραφα

παρακείμενος

γέγραφα

ὑπερσυντέλικος

ἔγεγράφειν

συντελεσμένος

μέλλοντας

γεγραφὼς ἔσομαι

Ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ ῥήματος:

1) ἐνεστῶτας, ὁ (ἁπλός) μέλλοντας καὶ ὁ παρακείμενος λέγονται ἀρχικοί (γιατὶ αὐτοὶ σχηματίστηκαν στὴν ἀρχή)΄ ὁ παρατατικός, ὁ ἀόριστος καὶ ὁ ὑπερσυντέλικος λέγονται παραγόμενοι (γιατὶ παράγονται ἀπὸ τοὺς ἀρχικούς) ἤ ἱστορικοί (γιατὶ ἀναφέρονται στὰ περασμένα)

2) παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ συντελεσμένος μέλλοντας λέγονται συντελικοί, γιατὶ σημαίνουν κάτι τὸ συντελεσμένο (τὸ ἀποτελειωμένο)

3) οἱ περισσότεροι χρόνοι ἐκφέρονται μὲ μία λέξη καὶ λέγονται μονολεκτικοί (π.χ. μέλλ. λύσω, παρακείμ. λέλυκα, ὑπερσυντ. ἐλελύκειν κτλ.), μερικοὶ ὅμως σχηματίζονται μὲ δύο λέξεις καὶ λέγονται περιφραστικοί (π.χ. συντελεσμ. μέλλ. λελυκὼς ἔσομαι).

ΙΙ. ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΣΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ

1) ὑποτακτικὴ καὶ ἡ προστακτικὴ σχηματίζουν μόνο ἐνεστῶτα, ἀόριστο καὶ παρακείμενο.

2) εὐκτική, τὸ ἀπαρέμφατο καὶ ἡ μετοχὴ σχηματίζουν ἐνεστῶτα, (ἁπλό) μέλλοντα, ἀόριστο καὶ παρακείμενο.

6. ΦΩΝΕΣ

Φωνὴ τοῦ ῥήματος λέγεται ἕνα σύνολο ἀπὸ τύπους ποὺ μπορεῖ νὰ σχηματίσει τὸ ῥῆμα.

Κάθε ῥῆμα κανονικὰ σχηματίζει δύο σύνολα ἀπὸ τύπους, δηλ. ἔχει δ ύ ο φ ω ν έ ς. Αὐτὲς εἶναι:

α) ἡ ἐνεργητικὴ φωνή, ποὺ ὁ πρῶτος τύπος της (δηλ. τὸ α’ ἐνικὸ πρόσωπο τὴς ὁριστικῆς τοὺ ἐνεστῶτα) λήγει σὲ -μι: λύ-ω, τιμῶ, τίθη-μι

β) ἡ μέση φωνή, ποὺ ὁ πρῶτος τύπος της (δηλ. τὸ α’ ἐνικὸ πρόσωπο τὴς ὁριστικῆς τοὺ ἐνεστῶτα) λήγει σὲ -μαι: λύ-ο-μαι, τιμῶμαι, τίθε-μαι.

7. ΣΥΖΥΓΙΕΣ

Κατὰ τὸν τρόπο ποὺ κλίνονται τὰ ῥήματα χωρίζονται σὲ δύο μεγάλες κατηγορίες, ποὺ λέγονται συζυγίες.

α) στὴν πρώτη συζυγία ἀνήκουν ὅσα ῥήματα στὸ α’ πρόσωπο τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτα λήγουν σὲ : λύ-ω, (τιμά-ω) τιμῶ, γράφ-ω.

β) στὴ δεύτερη συζυγία ἀνήκουν ὅσα ῥήματα στὸ α’ πρόσωπο τὴς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστῶτα λήγουν σὲ -μι: δείκνυ-μι, τίθη-μι.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2007

ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Ἀντωνυμίες λέγονται οἱ κλιτὲς λέξεις ποὺ χρησιμοποιοῦνται στὸ λόγο κυρίως στὴ θέση ὀνομάτων (οὐσιαστικῶν ἤ ἐπιθέτων): ῥώμη μετὰ μὲν φρονήσεως ὠφέλησεν, ἄνευ δὲ ταύτης (δηλ. τῆς φρονήσεως) ἔβλαψετοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας πάντες τιμῶσι΄ τοιοῦτοι (δηλ. ἀγαθοί) καὶ ὑμεῖς γίγνεσθε.

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ

Εἶναι ἐννέα εἰδῶν:

1. προσωπικές
2. δεικτικές
3. ὁριστικές ἤ ἐπαναληπτικές
4. κτητικές
5. αὐτοπαθητικές
6. ἀλληλοπαθητικές
7. ἐρωτηματικές
8. ἀόριστες
9. ἀναφορικές

1. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Προσωπικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ φανερώνουν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ λόγου.

Πρῶτο πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ μιλεῖ: ἐγώ
Δεύτερο πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τοῦ μιλοῦμε: σύ
Τρίτο πρόσωπο εἶναι ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο γίνεται λόγος: αὐτός, ἐκεῖνος κτλ.

Οἱ προσωπικὲς ἀντωνυμίες κλίνονται ἔτσι:



Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική ἐγώ
σύ
-
ἡμεῖς
ὑμεῖς
(σφεῖς)
νώ
σφώ
γενική ἐμοῦ,μου
σοῦ, σου
(οὗ)
ἡμῶν
ὑμῶν
(σφῶν)
νῷν
σφῷν
δοτική ἐμοί, μοι
σοί, σοι
οἷ, οἱ
ἡμῖν
ὑμῖν
σφίσι(ν)
νῷν
σφῷν
αἰτιατική ἐμέ, με
σέ, σε
(ἕ)
ἡμᾶς
ὑμᾶς
(σφᾶς)
νώ
σφώ


2. ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Δεικτικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ φανερώνουν δείξιμο (αἰσθητὸ ἤ νοητό).
Αὐτὲς εἶναι οἱ ἀκόλουθες (ὅλες τρικατάληκτες μὲ τρία γένη):

1. οὗτος, αὕτη, τοῦτο


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική οὗτος
αὕτη
τοῦτο
οὗτοι
αὗται
ταῦτα
τούτω
τούτω
τούτω
γενική τούτου
ταύτης
τούτου
τούτων
τούτων
τούτων
τούτοιν
τούτοιν
τούτοιν
δοτική τούτῳ
ταύτῃ
τούτῳ
τούτοις
ταύταις
τούτοις
τούτοιν
τούτοιν
τούτοιν
αἰτιατική τοῦτον
ταύτην
τοῦτο
τούτους
ταύτας
ταῦτα
τούτω
τούτω
τούτω
κλητική ὦ οὗτος
ὦ αὕτη
-
-
-
-
τούτω
τούτω
τούτω


2. ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο

Κλίνεται ὡς τρικατάληκτο ἐπίθετο τῆς β’ κλίσης σὲ -ος, -η, -ον, ἀλλὰ χωρὶς τὸ τελικὸ ν στὸ οὐδέτερο.

3. ὅδε, ἥδε, τόδε (=αὐτὸς ἐδώ, ὁ ἐξῆς)

Σχηματίστηκε ἀπὸ τὸ ἄρθρο ὁ, ἡ, τό (ποὺ ἀρχικὰ εἶχε δεικτικὴ σημασία) μαζὶ μὲ τὸ ἐγκλιτικὸ δεικτικὸ μόριο δὲ στὸ τέλος του. Κλίνεται ὅπως τὸ ἄρθρο μὲ τὸ ἐγκλιτικὸ μόριο δέ.


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική ὅδε
ἥδε
τόδε
οἵδε
αἵδε
τάδε
τώδε
τώδε
τώδε
γενική τοῦδε
τῆσδε
τοῦδε
τῶνδε
τῶνδε
τῶνδε
τοῖνδε
τοῖνδε
τοῖνδε
δοτική τῷδε
τῇδε
τῷδε
τοῖσδε
ταῖσδε
τοῖσδε
τοῖνδε
τοῖνδε
τοῖνδε
αἰτιατική τόνδε
τήνδε
τόδε
τούσδε
τάσδε
τάδε
τώδε
τώδε
τώδε


4. τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε ἤ τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο(ν) (=τέτοιος)

5. τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε ἤ τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) (=τόσο μεγάλος)

Οἱ ἀντωνυμίες τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδετοσόσδε, τοσήδε, τοσόνδε καὶ τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε (ποὺ ἀπαρτίζονται ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες ἀντωνυμίες τοῖος, τόσος, τηλίκος καὶ τὸ ἐγκλιτικὸ μόριο δέ κλίνονται μόνο κατὰ τὸ πρῶτο μέρος τους, μὲ τὸ μόριο δὲ ἀμετάβλητο:
τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε – τοιοῦδε, τοιᾶσδε, τοιοῦδε – τοιῷδε, τοιᾷδε, τοιῷδε κτλ. – τοιοίδε, τοιαίδε, τοιάδε – τοιῶνδε – τοιοῖσδε, τοιαῖσδε, τοιοῖσδε κτλ.

Οἱ ἀντωνυμίες τοιοῦτος, τοσοῦτος, τηλικοῦτος (ποὺ εἶναι σύνθετες ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες ἀντωνυμίες τοῖος, τόσος, τηλίκος καὶ τὴν ἀντωνυμία οὗτος) κλίνονται ἔτσι:


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική τοιοῦτος
τοιαύτη
τοιοῦτο(ν)
τοιοῦτοι
τοιαῦται
τοιαῦτα
τοιοῦτω
τοιοῦτω
τοιοῦτω
γενική τοιοῦτου
τοιαύτης
τοιούτου
τοιούτων
τοιούτων
τοιούτων
τοιούτοιν
τοιούτοιν
τοιούτοιν
δοτική τοιούτῳ
τοιαύτῃ
τοιούτῳ
τοιούτοις
τοιαύταις
τοιούτοις
τοιούτοιν
τοιούτοιν
τοιούτοιν
αἰτιατική τοιοῦτον
τοιαύτην
τοιοῦτο(ν)
τοιούτους
τοιαύτας
τοιαῦτα
τοιοῦτω
τοιοῦτω
τοιοῦτω


3. ΟΡΙΣΤΙΚΗ Ἤ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

Ἡ ἀντωνυμία αὐτός, αὐτή, αὐτό εἶναι ὁριστική ἤ ἐπαναληπτική.
Ὁριστικὴ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτός (σὲ ὅλες τὶς πτώσεις) ὅταν χρησιμεύει γιὰ νὰ ὁρίσει κάτι (δηλ. νὰ τὸ ξεχωρίσει ἀπὸ ἄλλα): (=μόνος του ὁ Ξέρξης, αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ὄχι ἄλλος) - τὴν στρατείαν αὐτὸς Ξέρξης ἤγαγεἔσωσε καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς παῖδας (=καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ τὰ παιδιά).

  • Ἐπαναληπτικὴ εἶναι ἡ αντωνυμία αὐτός (μόνο στὶς πλάγιες πτώσεις), ὅταν χρησιμεύει γιὰ νὰ ἐπαναλάβει κάτι ποὺ γι’ αὐτὸ ἔγινε λόγος πρωτύτερα. Μὲ τέτοια σημασία ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς στὶς πλάγιες πτώσεις χρησιμοποιεῖται στὴ θέση τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ γ’ προσώπου: βασιλεὺς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ (δηλ. τοῦ βασιλέως) ἤ καὶ οἱ σύν αὐτῷ (δηλ. τῷ βασιλεῖ) – Κῦρον μεταπέμπεται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἧς αὐτόν (δηλ. τὸν Κῦρον) σατράπην ἐποίησε.


  • Ἡ ἀντωνυμία αὐτός, ὅταν ἐκφέρεται μαζὶ μὲ τὸ ἄρθρο, σημαίνει ταυτότητα (ὁ αὐτός=ὁ ἴδιος): τὴν Ἀττικὴν ἄνθρωποι ᾤκουν οἱ αὐτοί ἀεί (=οἱ ἴδιοι πάντοτε).

4. ΚΤΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Κτητικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ φανερώνουν σὲ ποιὸν ἀνήκει κάτι, δηλ. ὁρίζουν τὸν κτήτορα.

Οἱ κτητικὲς ἀντωνυμίες ἔχουν τρία πρόσωπα, ὅπως καὶ οἱ προσωπικές, καὶ σχηματίζονται ἀπὸ τὰ θέματα τῶν ἀντίστοιχων προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν.

Α΄ Γιὰ ἕναν κτήτορα

α’ πρόσωπο: ἐμός, ἐμή, ἐμόν (=δικός μου, δική μου, δικό μου)
β’ πρόσωπο: σός, σή, σόν (=δικός σου, δική σου, δικό σου)
γ’ πρόσωπο: ἐός, ἐή, ἐόν (=δικός του, δική του, δικό του)

Β’ Γιὰ πολλοὺς κτήτορες

α’ πρόσωπο: ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον (=δικός μας, δική μας, δικό μας)
β’ πρόσωπο: ὑμέτερος, ὑμετέρα, ὑμέτερον (=δικός σας, δική σας, δικό σας)
γ’ πρόσωπο: σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (=δικός τους, δική τους, δικό τους)

  • Οἱ κτητικὲς ἀντωνυμίες κλίνονται σὰν τρικατάληκτα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης σὲ -ος, -η, -ον: ἐμός, ἐμή, ἐμόν (ὅπως σοφός, σοφή, σοφόν) - ἡμέτερος, ἡμετέρα, ἡμέτερον (ὅπως δίκαιος, δικαία, δίκαιον).

5. ΑΥΤΟΠΑΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Αὐτοπαθητικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ φανερώνουν ὅτι τὸ ἴδιο ὑποκείμενο ἐνεργεῖ καὶ συγχρόνως παθαίνει: ἐγὼ τιμῶ ἐμαυτόν (=ἐγὼ τιμῶ τὸν ἑαυτό μου) – γνώθι σαυτόν (=σὺ γνώρισε τὸν ἑαυτό σου) – οὗτος ἐπιμελεῖται ἑαυτοῦ (=αὐτὸς φροντίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του).

Οἱ αὐτοπαθητικὲς ἀντωνυμίες ἐξαιτίας τῆς σημασίας τους δὲν συνηθίζονται στὴν ὀνομαστική, παρὰ μόνο στὶς πλάγιες πτώσεις. Οἱ ἀντωνυμίες αὐτὲς ἔχουν τρία πρόσωπα καὶ κλίνονται κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο:

α΄ πρόσωπο


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός
γενική ἐμαυτοῦ
ἐμαυτῆς
ἡμῶν αὐτῶν
ἡμῶν αὐτῶν
δοτική ἐμαυτῷ
ἐμαυτῇ
ἡμῖν αὐτοῖς
ἡμῖν αὐταῖς
αἰτιατική ἐμαυτόν
ἐμαυτήν
ἡμᾶς αυτούς
ἡμᾶς αὐτάς


β’ πρόσωπο


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός
γενική σεαυτοῦ
σεαυτῆς
ὑμῶν αὐτῶν
ὑμῶν αὐτῶν
δοτική σεαυτῷ
σεαυτῇ
ὑμῖν αὐτοῖς
ὑμῖν αὐταῖς
αἰτιατική σεαυτόν
σεαυτήν
ὑμᾶς αὐτούς
ὑμᾶς αὐτάς

γ’ πρόσωπο


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός
γενική ἑαυτοῦ
ἑαυτῆς
-
ἑαυτῶν ἤ σφῶν αυτῶν
ἑαυτῶν ἤ σφῶν αυτῶν
-
δοτική ἑαυτῷ
ἑαυτῇ
-
ἑαυτοῖς ἤ σφίσιν αὐτοῖς
ἑαυταῖς ἤ σφίσιν αὐταῖς
-
αἰτιατική ἑαυτόν
ἑαυτήν
ἑαυτό
ἑαυτοῦς ἤ σφᾶς αὐτούς
ἑαυτάς ἤ σφᾶς αὐτάς
ἑαυτά


6. ΑΛΛΗΛΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

Ἀλληλοπαθητικὴ λέγεται ἡ ἀντωνυμία ποὺ φανερώνει ὄτι δύο ἤ περισσότερα πρόσωπα ἐνεργοῦν καὶ παθαίνουν ἀμοιβαίως : οὗτοι ἠδίκουν ἀλλήλους (=ὁ ἕνας ἀδικοῦσε τὸν ἄλλον, δηλ. καθένας ἀδικοῦσε τοὺς ἄλλους καὶ συγχρόνως τὸν ἀδικούσαν οἱ ἄλλοι).

Ἡ ἀλλοπαθητικὴ ἀντωνυμία, ἐπειδὴ εἶναι λέξη ποὺ φανερώνει δύο ἤ περισσότερα πρόσωπα, ἔχει μόνο δυϊκὸ καὶ πληθυντικό. Δὲν συνηθίζεται στὴν ὀνομαστικὴ ἀλλὰ μόνο στὶς πλάγιες πτώσεις. Ἔχει τρία γένη καὶ κλίνεται ὅπως τὰ τρικατάληκτα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης:


Πληθυντικός Δυϊκός
γενική ἀλλήλων
ἀλλήλων
ἀλλήλων
(καὶ γιὰ τὰ τρία γένη)
ἀλλήλοιν
δοτική ἀλλήλοις
ἀλλήλαις
ἀλλήλοις
ἀλλήλοιν
αἰτιατική ἀλλήλους
ἀλλήλας
ἄλληλα
ἀλλήλω


7. ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Ἐρωτηματικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ εἰσάγουν ἐρωτήσεις : πόσαι σοι οἰκίαι ἦσαν; - Μανία δὲ τίνος ἦν; - Κῦρος ἤρετο τίς ὁ θόρυβος εἴη.

Εἶναι οἱ ἀκόλουθες:

1. τίς (ἀρσ. καὶ θηλ.), τί (οὐδ.) (=ποιός)
2. πότερος, ποτέρα, πότερον (=ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο)
3. πόσος, πόση, πόσον
4. ποῖος, ποία, ποῖον (=τὶ λογῆς;)
5. πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (=πόσο μεγάλος; ἤ ποιᾶς ἡλικίας;)
6. ποδαπός, ποδαπή, ποδαπόν (=ἀπὸ ποιὸν τόπο;)
7. πόστος, πόστη, πόστον (=τὶ θέση ἔχει σὲ μία ἀριθμητικὴ σειρά; - πρβλ. πρῶτος, τρίτος κτλ.)
8. ποσταῖος, ποσταία, ποσταῖον (=σὲ πόσες μέρες; -πρβλ. τριταῖος, τεταρταῖος κτλ.)


  • Ἡ ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς, τί εἶναι δικατάληκτη μὲ τρία γένη καὶ κλίνεται κατὰ τὴν γ’ κλίση:


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική τίς
τί
τίνες
τίνα
τίνε
τίνε
γενική τίνος ἤ τοῦ
τίνος ἤ τοῦ
τίνων
τίνων
τίνοιν
τίνοιν
δοτική τίνι ἤ τῷ
τίνι ἤ τῷ
τίσι(ν)
τίσι(ν)
τίνοιν
τίνοιν
αἰτιατική τίνα
τί
τίνας
τίνα
τίνε
τίνε


8. ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Ἀόριστες λέγονται οἱ ἀντωνυμίες ποὺ φανερώνουν κάτι ἀόριστο , ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς ἤ δὲν θέλει νὰ τὸ ὀνομάσει: Κῦρε, λέγουσί τινες (=κάποιοι) ὅτι πολλὰ ὑπισχνεῖ… ἔνιοι (=μερικοί) δὲ ὅτι οὐκ ἄν δύναιο ἀποδοῦναι ὅσα ὑπισχνεῖ.

Ἀόριστες ἀντωνυμίες εἶναι κυρίως οἱ ἀκόλουθες τρεῖς:

1) τίς (ἀρσ. καὶ θηλ.), τί (οὐδ.) (=κάποιος)
2) ὁ δεῖνα, ἡ δεῖνα, τὸ δεῖνα
3) ἔνιοι, ἐνιαι, ἐνια (=μερικοί)

  • Ἀπὸ τὶς ἀόριστες ἀντωνυμίες:

α ) Ἡ ἀντωνυμία δεῖνα ἤ μένει ἄκλιτη (ὅπως στὴν νέα) ἤ κλίνεται κατὰ τὴν γ’ κλίση:


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός
ὀνομαστική ὁ,ἡ,τὸ δεῖνα οἱ,αἱ δεῖνες
γενική τοῦ,τῆς,τοῦ δεῖνος τῶν δείνων
δοτική τῷ,τῇ,τῷ δεῖνι (τοῖς,ταῖς δεῖσι)
αἰτιατική τὸν,τὴν,τὸ δεῖνα τοὺς,τάς δεῖνας

β) Ἡ ἀντωνυμία ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια βρίσκεται μόνο στὸν πληθυντικὸ καὶ κλίνεται σὰν τρικατάληκτο ἐπίθετο τῆς β’ κλίσης.

  • Στὶς ἀόριστες ἀντωνυμίες ἀνήκουν καὶ τὰ ἀκόλουθα ἐπίθετα ποὺ λέγονται καὶ ἐπιμεριστικὲς ἀντωνυμίες, γιατὶ σημαίνουν ἐπιμερισμό ἀπὸ ἕνα σύνολο δύο ἤ περισσότερων οὐσιαστικῶν:

1. πᾶς, πᾶσα, πᾶν (=καθένας χωρὶς καμία ἐξαίρεση΄ μ’ αυτὴ τὴ σημασία ὁ πληθυντικὸς πάντες=ὅλοι): οὐ παντὸς πλεῖν ἐς Κόρινθον(=δὲν εἶναι εὔκολο στὸν καθένα κτλ.) – πάντες εὐθαύμαζον(=ὅλοι εὐθάμαζον).

Χρησιμεύει καὶ ὡς ἐπίθετο (=ὅλος, ὁλόκληρος): πᾶς ἀνήρ, πᾶσα ἡ πόλις.

2. ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον (=καθένας)
3. ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο

Κλίνεται ὡς τρικατάληκτο ἐπίθετο τῆς β’ κλίσης σὲ -ος, -η, -ον, ἀλλὰ χωρὶς τὸ τελικὸ ν στὸ οὐδέτερο.

4. οὐδείς, οὐδεμία, οὐδένμηδείς, μηδεμία, μηδέν (=κανείς)

Κλίνονται ὅπως τὸ ἀριθμητικὸ εἷς, μία, ἕν, ἀλλὰ στὸ ἀρσενικὸ γένος ἔχουν καὶ πληθυντικὸ ἀριθμὸ οὐδένες, μηδένες (=κανείς, χωρὶς ἐξαίρεση).


Ἐνικός ἀριθμός Πληθυντικός
ὀνομαστική οὐδείς
οὐδεμία
οὐδέν
οὐδένες
γενική οὐδενός
οὐδεμιᾶς
οὐδενός
οὐδενῶν
δοτική οὐδενί
οὐδεμιᾷ
οὐδενί
οὐδέσι(ν)
αἰτιατική οὐδένα
οὐδεμίαν
οὐδέν
οὐδένας


5. ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (=καὶ οἱ δύο μαζί)

Κλίνεται κανονικὰ στὸν πληθυντικὸ καὶ δυϊκὸ ἀριθμὸ ὡς τρικατάληκτο ἐπίθετο τῆς β’ κλίσης.

6. ἑκάτερος, ἑκατέρα, ἑκάτερον (=καθένας ἀπὸ τοὺς δύο)
7. ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον (=ἄλλος΄ λέγεται γιὰ δύο οὐσιαστικά)
8. οὐδέτερος, οὐδετέρα, οὐδέτερονμηδέτερος, μηδετέρα, μηδέτερον (=οὔτε ὁ ἕνας οὔτε ὁ ἄλλος)
9. ποσός, ποσή, ποσόν (=κάμποσος)
10. ποιός, ποιά, ποιόν (προφ. ποι-ός, ποι-ά, ποι-όν) (=κάποιας λογῆς)
11. ἀλλοδαπός, ἀλλοδαπή, ἀλλοδαπόν (=ἀπὸ ἄλλον τόπο)

Οἱ ὑπόλοιπες κλίνονται ὡς τρικατάληκτα ἐπίθετα σὲ -ος, -η, -ον-ος, -α, -ον.

9. ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Ἀναφορικὲς λέγονται οἱ ἀντωνυμίες μὲ τὶς ὁποίες κανονικὰ μιὰ ὁλόκληρη πρόταση ἀναφέρεται σὲ λέξη ἄλλης πρότασης ἤ στὸ ὅλο νόημά της: ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὅς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ - Δερκυλίδας ἐστάθη τὴν ἀσπίδα ἔχων, ὃ δοκεῖ κηλὶς εἶναι.

Ἀναφορικὲς ἀντωνυμίες εἶναι:

1. ὅς, ἥ, ὅ (=ὁ ὁποῖος, αὐτὸς πού)


Ἐνικός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική ὅς

οἵ
αἵ

ὥ (ἅ)
γενική οὗ
ἧς
οὗ
ὧν
ὧν
ὧν
οἷν
οἷν (αἷν)
οἷν
δοτική

οἷς
αἷς
οἷς
οἷν
οἷν (αἷν)
οἷν
αἰτιατική ὅν
ἥν
οὕς
ἅς

ὥ (ἅ)


2. ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ (=ἀυτὸς ἀκριβῶς πού)


Ἐνικός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική ὅσπερ
ἥπερ
ὅπερ
οἵπερ
αἵπερ
ἅπερ
ὥπερ
ὥπερ (ἅπερ)
ὥπερ
γενική οὗπερ
ἧσπερ
οὗπερ
ὧνπερ
ὧνπερ
ὧνπερ
οἷνπερ
οἷνπερ (αἷνπερ)
οἷνπερ
δοτική ᾧπερ
ᾗπερ
ᾧπερ
οἷσπερ
αἷσπερ
οἷσπερ
οἷνπερ
οἷνπερ (αἷνπερ)
οἷνπερ
αἰτιατική ὅνπερ
ἥνπερ
ὅπερ
οὕσπερ
ἅσπερ
ἅπερ
ὥπερ
ὥπερ (ἅπερ)
ὥπερ


3. ὅστις, ἥτις, ὅ,τι (=ὅποιος)


Ἐνικός άριθμός Πληθυντικός Δυϊκός
ὀνομαστική ὅστις
ἥτις
ὅ,τι
οἵτινες
αἵτινες
ἅτινα ἤ ἅττα
ὥτινε
ὥτινε (ἅτινε)
ὥτινε
γενική οὗτινος καὶ ὅτου
ἧστινος
οὗτινος καὶ ὅτου
ὧντινων
ὧντινων
ὧντινων
οἷντινοιν
οἷντινοιν (αἷντινοιν)
οἷντινοιν
δοτική ᾧτινι καὶ ὅτῳ
ᾗτινι
ᾧτινι καὶ ὅτῳ
οἷστισι(ν)
αἷστισι(ν)
οἷστισι(ν)
οἷντινοιν
οἷντινοιν (αἷντινοιν)
οἷντινοιν
αἰτιατική ὅντινα
ἥντινα
ὅ,τι
οὕστινας
ἅστινας
ἅτινα ἤ ἅττα
ὥτινε
ὥτινε (ἅτινε)
ὥτινε

4. ὁπότερος, ὁποτέρα, ὁπότερον (=ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο)
5. ὅσος, ὅση, ὅσον
6. ὁπόσος, ὁπόση, ὁπόσον (=ὅσος)
7. οἷος, οἵα, οἷον (=τέτοιος πού)
8. ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον χωρὶς ἄρθρο (=ὅποιας λογῆς)
9. ἡλίκος, ἡλίκη, ἡλίκον (=ὅσο μεγάλος)
10. ὁπηλίκος, ὁπηλίκη, ὁπηλίκον (=ὅσο μεγάλος)
11. ὁποδαπός, ὁποδαπή, ὁποδαπόν (=ἀπὸ ποιὸν τόπο΄ σὲ πλάγια ἐρώτηση)

Οἱ ἄλλες ἀναφορικὲς ἀντωνυμίες κλίνονται σὰν τρικατάληκτα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης.

ΣΥΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

Ἀπὸ τὶς ἀντωνυμίες οἱ ἐρωτηματικές, οἱ ἀόριστες, οἱ δεικτικὲς καὶ οἱ ἀναφορικὲς λέγονται μαζὶ συσχετικὲς ἀντωνυμίες, γιατὶ ἔχουν μεταξύ τους κάποια σχέση, δηλ. σὲ κάθε ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία ἀντιστοιχεῖ μὶα ἀπὸ τὶς ἄλλες: τίς; - οὐδείς – οὗτος - ὅς κτλ.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΝΤΩΝΥΜΙΩΝ

Ἐρωτηματικές Ἀόριστες Δεικτικές Ἀναφορικές
τίς; τίς, οὐδείς, μηδείς, πᾶς, ὁ δεῖνα, ἕνιοι, ἕκαστος, ἄλλος ὅδε,
οὗτος,
ἐκεῖνος
ὅς, ὅστις,
ὅσπερ
πότερος; οὐδέτερος, μηδέτερος, ἀμφότεροι (ἄμφω), ἕτερος, ἑκάτερος (ὁ ἕτερος = ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο) ὁπότερος
πόσος; ποσός (κάμποσος) τοσόσδε, τοσοῦτος ὅσος, ὁπόσος
ποῖος; ποιός (κάποιος) τοιόσδε, τοιοῦτος οἷος, ὁποῖος
πηλίκος; - τηλικόσδε, τηλικοῦτος ἡλίκος, ὁπηλίκος
ποδαπός; (ἀλλοδαπός) - ὁποδαπός

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2007

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

Ἀριθμητικὰ λέγονται οἱ λέξεις ποὺ φανερώνουν ἀριθμοὺς ἤ παράγονται ἀπὸ ὀνόματα ἀριθμῶν.

Α. ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1) ΕΙΔΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ

Τὰ ἀριθμητικὰ ἐπίθετα εἶναι ἀπόλυτα, τακτικά, χρονικά, πολλαπλασιαστικὰ καὶ ἀναλογικά.

α) Τὰ ἀπόλυτα ἀριθμητικὰ φανερώνουν ἁπλῶς ἕνα ὁρισμένο πλήθος ἀπὸ ὄντα: εἷς (ὁπλίτης), μία (ναῦς), ἕν (ὅπλον), δέκα (τάλαντα).

β) Τὰ τακτικὰ ἀριθμητικὰ φανερώνουν τὴν τάξη, δηλ. τὴν θέση ποὺ κατέχει ἕνα ὁρισμένο ὄν σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ὄμοιά του: πρῶτος (μήν), δευτέρα (ἡμέρα), τρίτον (ἔτος)΄ αὐτὰ λήγουν ὡς τὸ 19 σὲ

-τος (ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δεύτερος, ἕβδομος, ὄγδοος)

γ) Τὰ χρονικὰ ἀριθμητικὰ φανερώνουν χρόνο, δηλ. ποιὰ ἡμέρα, ἀπὸ τὸτε ποὺ ἄρχισε, τελειώνει κάποια ἐνέργεια΄ αὐτὰ σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν τακτικῶν καὶ λήγουν σὲ -αῖος: (δεύτερος) δευταραῖος, (τρίτος) τριταῖος, (τέταρτος) τεταρταῖος κτλ. (αὐτὸς ποὺ γίνεται τὴ δεύτερη, τὴν τρίτη, τὴν τέταρτη κτλ. ἡμέρα ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ ἄρχισε)΄ π.χ. δευτεραῖος ἀφίκετο (=ἔφτασε τὴ δεύτερη ἡμέρα ἀπὸ τότε ποὺ ξεκίνησε).

δ) Τὰ πολλαπλασιαστικὰ ἀριθμητικὰ φανερώνουν ἀπὸ πόσα ἁπλὰ μέρη ἀπαρτίζεται κάτι΄ αὐτὰ λήγουν σὲ -πλοῦς καὶ τὰ περισσότερα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπόλυτων ἀριθμητικῶν: (τρία) τριπλοῦς, (ἐννέα) ἐννεαπλοῦς, (δέκα) δεκαπλοῦς.

ε) Τὰ ἀναλογικὰ ἀριθμητικὰ φανερώνουν ποιὰ εἶναι ἡ ἀναλογία ἑνὸς ποσοῦ πρὸς ἕνα ἄλλο τοῦ ἴδιου εἴδους, δηλ. πόσες φορὲς τὸ ἕνα εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ἄλλο΄ αυτἀ λήγουν σὲ -πλάσιος καὶ τὰ περισσότερα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπόλυτων ἀριθμητικῶν: (δύο, θέμα: δι-) διπλάσιος, (τρία) τριπλάσιος.

2) ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ

Ἀπὸ τὰ ἀπόλυτα ἀριθμητικά:

α) Τὰ τέσσερα πρώτα κλίνονται ἔτσι:

(1)

Ἐνικὸς ἀριθμός

ἀρσενικό

θηλυκό

οὐδέτερο

ὀνομαστική

εἶς

μία

ἕν

γενική

ἑνός

μιᾶς

ἑνός

δοτική

ἑνί

μιᾷ

ἑνί

αἰτιατική

ἕνα

μίαν

ἕν

(2)

Δυϊκός ἀριθμός (καὶ γιὰ τὰ τρία γένη)

ὀνομαστική

δύο

γενική

δυοῖν

δοτική

δυοῖν

αἰτιατική

δύο

(3)

Ἐνικὸς ἀριθμός

ἀρσενικό καὶ θηλυκό

οὐδέτερο

ὀνομαστική

τρεῖς

τρία

γενική

τριῶν

τριῶν

δοτική

τρισί(ν)

τρισί(ν)

αἰτιατική

τρεῖς

τρία

(4)

Ἐνικὸς ἀριθμός

ἀρσενικό καὶ θηλυκό

οὐδέτερο

ὀνομαστική

τέτταρες

τέτταρα

γενική

τεττάρων

τεττάρων

δοτική

τέτταρσι(ν)

τέτταρσι(ν)

αἰτιατική

τέτταρας

τέτταρα

β) Τὰ ἀπὸ τὸ πέντε ὡς τὸ ἑκατὸν εἶναι ἄκλιτα: οἱ πέντε ὁπλῖται, τῶν πέντε ὁπλιτῶν, τοῖς εἴκοσιν ὁπλῖταις, τῶν τριάκοντα τυράννων κτλ.

Τὰ ἀπὸ τὸ διακόσιοι, -αι, -α καὶ πέρα εἶναι τρικατάληκτα ἐπίθετα μὲ τρία γένη καὶ κλίνονται μόνο στὸν πληθυντικό: οἱ διακόσιοι ὁπλῖται, τῶν διακοσίων ἡμερῶν, τοῖς διακοσίοις ὅπλοις – οἱ τριακόσιοι ὁπλῖται, τῶν τριακοσίων νεῶν κτλ.΄ ἔτσι καὶ χίλιοι, -αι, -α

*******************************************************************************

Τὰ τακτικά, τὰ χρονικὰ καὶ τὰ ἀναλογικὰ ἀριθμητικὰ κλίνονται ὡς τρικατάληκτα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης σὲ -ος, -η,

-ον -ος, -α, -ον: τακτικά: πρῶτος, πρώτη, πρῶτον – δεύτερος, δευτέρα, δεύτερον κτλ.΄ χρονικά: δευτεραῖος, δευτεραῖα, δευτεραῖον – τριταῖος, -αία, -αῖον κτλ.΄ ἀναλογικά: διπλάσιος, -ία, -ιον – τριπλάσιος, -ία, -ιον κτλ.

*******************************************************************************

Τὰ πολλαπλασιαστικὰ ἀριθμητικὰ κλίνονται ὅπως τὰ συνηρημένα τρικατάληκτα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης σὲ -ους, -ῆ,

-οῦν:

(ἁπλόος) ἁπλοῦς, (ἁπλόη) ἁπλῆ, (ἁπλόον) ἁπλοῦν

(διπλόος) διπλοῦς, (διπλόη) διπλῆ, (διπλόον) διπλοῦν κτλ.

Β’ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Τὰ ἀριθμητικὰ οὐσιαστικὰ σημαίνουν ἀφηρημένη ἀριθμητικὴ ποσότητα, δηλ. πλῆθος ἀπὸ ὄμοιες μονάδες ὁποιουδήποτε εἴδους. Αὐτὰ εἶναι ὅλα θηλυκὰ (ἀφηρημένα οὐσιαστικά) σὲ -άς καὶ τὰ περισσότερα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπόλυτων ἀριθμητικῶν ἐπιθέτων: δυ-άς (=σύνολο ἀπὸ δύο μονάδες), τρι-άς (=σύνολο ἀπὸ τρεὶς μονάδες) κτλ.

*******************************************************************************

Τὰ ἀριθμητικὰ οὐσιαστικὰ κλίνονται ὅπως τὰ θηλυκὰ ὀδοντικόληκτα τῆς γ’ κλίσης σὲ -άς, γεν. -άδος: ἡ δυάς, τῆς δυάδος κτλ - ἡ τριάς, τῆς τριάδος κτλ.

Γ’ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ

Τὰ ἀριθμητικὰ ἐπιρρήματα φανερώνουν πόσες φορὲς ἐπαναλαμβάνεται κάτι. Αὐτὰ λήγουν σὲ -άκις ἤ -κις καὶ τὰ περισσότερα σχηματίζονται ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ἀπόλυτων ἀριθμητικῶν ἐπιθέτων: πεντ-άκις (πέντε φορές), ἑξ-άκις (ἕξι φορές), ἑπτά-κις (ἑπτὰ φορές).

Αλλὰ τῶν τριῶν πρώτων ἀριθμητικῶν τὰ ἐπιρρήματα εἶναι: τοῦ εἷς - ἅπαξ (=μία μόνο φορά), τοῦ δύο – δίς (=δύο φορές), τοῦ τρία – τρίς (=τρείς φορές). Τοῦ ἐννέα εἶναι τὸ ἐν-άκις (ἐννέα φορές).

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

Έκφορὰ τῶν σύνθετων ἀριθμῶν

Οἱ σύνθετοι ἀριθμοὶ, δηλ. οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἀπαρτίζονται ἀπὸ μονάδες καὶ δεκάδες, ἐκατοντάδες, χιλιάδες κτλ, κανονικὰ ἐκφέρονται στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ μὲ τρεῖς τρόπους:

1) προτάσσεται ὁ κάθε φορὰ μικρότερος πρὶν ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο μὲ τὸ σύνδεσμο καὶ ἀνάμεσά τους: τρεῖς καὶ εἴκοσι καὶ ἑκατόν (123) – τρίτος καὶ εἰκοστὸς καὶ ἑκατοστός (123ος

2) προτάσσεται ὁ κάθε φορὰ μεγαλύτερος πρὶν ἀπὸ το μικρότερο μὲ τὸ σύνδεσμο καὶ ἀνάμεσά τους: ἑκατὸν καὶ εἴκοσι καὶ τρία - ἑκατοστὸς καὶ εἰκοστὸς καὶ τρίτος΄

3) προτάσσεται ὁ κάθε φορὰ μεγαλύτερος πρὶν ἀπὸ τὸ μικρότερο χωρὶς να μεσολαβεῖ ὁ σύνδεσμος καὶ ὅπως στὴ νέα ἑλληνική: ἑκατὸν εἴκοσι τρεῖς - ἑκατοστὸς εἰκοστὸς τρίτος.

Ἀλλὰ ἀριθμοὶ σύνθετοι ἀπὸ δεκάδες καὶ τὸ ὀκτὼ ἤ τὸ ἐννέα (18, 19, 28, 29, 38, 39, 48, 49 κτλ.) ἐκφέρονται συνήθως περιφραστικὰ μὲ τὴν ἀφαίρεση μιᾶς ἤ δύο μονάδων ἀπὸ τὴν ἀμέσως ἀνώτερη δεκάδα (ὅπως σήμερα λέμε εἴκοσι παρὰ δύο, τριάντα παρὰ ἕνα κτλ.)΄ γιὰ τὴν περίφραση αὐτὴ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀρχαίοι τὴν μετοχὴ τοῦ ἐνεστ. τοῦ ῥήματος δέω (=χρειάζομαι, ἔχω ἔλλειψη) στὸν κατάλληλο κάθε φορὰ τύπο μαζὶ μὲ τὴ γενικὴ ἑνὸςμιᾶςδυοῖν: δυοῖν δέοντα εἴκοσι τάλαντα (=τάλαντα ποὺ χρειάζονται δύο γιὰ νά γίνουν εἴκοσι, δηλ. εἴκοσι παρὰ δύο), μιᾶς δέουσαι εἴκοσι τριήρεις (=19).

Ἐκφορὰ τῶν κλασματικῶν ἀριθμῶν

Γιὰ τὴν ἐκφορὰ τῶν κλασματικῶν ἀριθμῶν οἱ ἀρχαίοι χρησιμοποιοῦσαν τὰ ἀπόλυτα ἀριθμητικὰ ὄχι μόνο στὸν ἀριθμητή, παρὰ καὶ στὸν παρονομαστή, πάντοτε μαζὶ μὲ τὸ ἄρθρο, καὶ συνόδευαν ἤ τὸν παρονομαστὴ μὲ τὴ λέξη μέρος στὴν γενικὴ τοῦ πληθυντικοῦ (γεν. διαιρετική) ἤ τὸν ἀριθμητὴ μὲ τὴ λέξη μοῖρα (=μερίδιον)΄ π.χ. ὁ κλασματικὸς ἀριθμὸς 2/7 λεγόταν: τῶν ἑπτὰ μερῶν τὰ δύο ἤ τῶν ἑπτὰ αἱ δύο μοῖραι.

Ἄν ὁ παρονομαστὴς ἦταν μόνο κατὰ μία μονάδα μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἀριθμητή, τότε ἔλεγαν μόνο τὸν ἀριθμητὴ μαζὶ μὲ τὴ λέξη μέρος, χωρὶς ν’ ἀναφέρουν τὸν παρονομαστή: τὰ δύο μέρη (=2/3), τὰ τρία μέρη (=3/4), τὰ ἐννέα μέρη (=9/10) κτλ.

Γραφικὴ παράσταση τῶν ἀριθμῶν

Γιὰ νὰ παραστήσουν τοὺς ἀριθμοὺς οἱ ἀρχαίοι χρησιμοποιοῦσαν τὰ 24 γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου. Τὰ γράμματα αὐτὰ τὰ χώριζαν σὲ τρεῖς ὀμάδες (α – θ, ι – π καὶ ῥ - ω) καὶ σημείωναν μιὰ κεραία πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ δεξιὰ γιὰ τὶς μονάδες, δεκάδες ἤ ἑκατοντάδες. Ἀπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς ὀμάδες ἡ πρώτη χρησίμευε γιὰ τὴν παράσταση τῶν ἁπλῶν μονάδων (α’=1, β’=2, γ’=3 κτλ.), ἡ δεύτερη γιὰ τὴν παράσταση τῶν δεκάδων (ι’=10, κ’=20, λ’=30 κτλ.) καὶ ἡ τρίτη γιὰ τὴν παράσταση τῶν ἑκατοντάδων (ῥ’=100, σ’=200, τ’=300 κτλ.). Χρησιμοποιοῦσαν ὅμως καὶ τρία ἀκόμα σημεία, ἕνα γιὰ κάθε ὀμάδα΄ ἔτσι ὁ ἀριθμὸς 6 γραφόταν μὲ τὸ ἀρχαίο δίγραμμα, δηλ. μὲ τὸ σημείο ς (στίγμα), ὁ ἀριθμὸς 90 μὲ τὸ σημείο (κόππα, ἀντίστοιχο πρὸς τὸ λατινικὸ q ποὺ ἀρχαιότερα ἦταν γράμμα τῆς ἑλληνικῆς ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ π καὶ ῥ) καὶ ὁ ἀριθμὸς 900 μὲ τὸ σημείο Ϡ (σαμπί).

Οἱ χιλιάδες παριστάνονταν μὲ τὰ ἴδια σημεία, ἀλλὰ μὲ τὴν κεραία πρὸς τὰ κάτω καὶ ἀριστερά: ,α=1000, ,β=2000, ,γ=3000, ,δ=4000, ,ε=5000, ,ς=6000 κτλ. ,αωκα’=1821.