Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ –Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ


Α. ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ
–Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ

Στὰ βαρύτονα ῥήματα τῆς α’ συζυγίας ἀνήκουν, ὅπως εἴδαμε (διαίρεση ῥημάτων): α) τὰ φωνηεντόληκτα ἀσυναίρετα: λύ-ω, παιδεύ-ω κ.ἄ.΄ β) τὰ ἀφωνόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα κ, γ, χ – π, β, φ – τ, δ, θ): πλέκ-ω, γράφ-ω, πείθ-ω κ.ἄ΄ γ) τὰ ὑγρόληκτα καὶ ἐνρινόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα λ, ρ – μ, ν): ἀγγέλλ-ω, σπείρ-ω, νέμ-ω, μέν-ω κ.ἄ.

Παρακάτω δίνεται ὡς παράδειγμα ἡ κλίση τοῦ ῥήματος λύω – λύομαι (βαρύτονο ῥῆμα, φωνηεντόληκτο). Μὲ βάση τὸ ῥῆμα αὐτὸ καὶ μὲ ὁρισμένες διαφορὲς κλίνεται καθεμιὰ ἀπὸ τὶς παραπάνω κατηγορίες ῥημάτων.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ω

λύ-εις

λύ-ει

λύ-ομεν

λύ-ετε

λύ-ουσι(ν)

-

λύ-ετον

λύ-ετον

Ὑποτακτική

λύ-ω

λύ-ῃς

λύ-

λύ-ωμεν

λύ-ητε

λύ-ωσι(ν)

-

λύ-ητον

λύ-ητον

Εὐκτική

λύ-οιμι

λύ-οις

λύοι

λύ-οιμεν

λύ-οιτε

λύ-οιεν

-

λύ-οιτον

λυ-οίτην

Προστακτική

-

λύ-ε

λυ-έτω

-

λύ-ετε

λυ-όντων ἤ λυ-έτωσαν*

-

λύ-ετον

λυ-έτων

Ἀπαρέμφατο

λύ-ειν

Μετοχή

λύ-ων

λύ-ουσα

λῦ-ον

* Οἱ τύποι τοῦ γ’ πληθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς σὲ -ντων εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς τύπους σὲ -τωσαν.

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-ον

ἔ-λυ-ες

ἔ-λυ-ε

ἐ-λύ-ομεν

ἐ-λύ-ετε

ἔ-λυ-ον

-

ἐ-λύ-ετον

ἐ-λυ-έτην

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λῦ-σω

λύ-σεις

λύ-σει

λύ-σομεν

λύ-σετε

λύ-σουσι(ν)

-

λύ-σετον

λύ-σετον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λύ-σοιμι

λύ-σοις

λύ-σοι

λύ-σοιμεν

λύ-σοιτε

λύ-σοιεν

-

λύ-σοιτον

λυ-σοίτην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σειν

Μετοχή

λύ-σων

λύ-σουσα

λῦ-σον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-σα

ἔ-λυ-σας

ἔ-λυ-σε(ν)

ἐ-λύ-σαμεν

ἐ-λύ-σατε

ἔ-λυ-σαν

-

ἐ-λύ-σατον

ἐ-λυ-σάτην

Ὑποτακτική

λύ-σω

λύ-σῃς

λύ-σῃ

λύ-σωμεν

λύ-σητε

λύ-σωσι(ν)

-

λύ-σητον

λύ-σητον

Εὐκτική

λύ-σαιμι

λύ-σαις ἤ λύ-σει-ας

λύ-σαι ἤ λύ-σειε(ν)*

λύ-σαιμι

λύ-σαιτε

λύ-σαιεν

λύ-σειαν

-

λύ-σαιτον

λυ-σαίτην

Προστακτική

-

λῦ-σον

λυ-σάτω

-

λύ-σατε

λυ-σάντων

λυ-σάτωσαν

-

λύ-σατον

λυ-σάτων

Ἀπαρέμφατο

λῦ-σαι

Μετοχή

λύ-σας

λύ-σασα

λῦ-σαν

* Οἱ τύποι τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἀορ. σὲ -ειας, ειε(ν), -ειαν λέγονται αἰολικοὶ καὶ εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-κα

λέ-λυ-κας

λέ-λυκε

λε-λύ-καμεν

λε-λύ-κατε

λε-λύ-κασι(ν)

-

λε-λύ-κατον

λε-λύ-κατον

Ὑποτακτική

λε-λύ-κω

λε-λύ-κῃς

λε-λύ-κῃ

λε-λύ-κωμεν

λε-λύ-κητε

λε-λύ-κωσι(ν)

-

λε-λύ-κητον

λε-λύ-κητον

Εὐκτική

λε-λύ-κοιμι

λε-λύ-κοις

λε-λύ-κοι

λε-λύ-κοιμεν

λε-λύ-κοιτε

λε-λύ-κοιεν

-

λε-λύ-κοιτον

λε-λυ-κοίτην

Προστακτική

εὔχρηστος ὁ περιφραστικός

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

-

Ὑποτακτική

λε-λυ-κὼς ὦ

λε-λυ-κὼς ᾖς

λε-λυ-κὼς ᾖ

λε-λυ-κότες ὦμεν

λε-λυ-κότες ἦτε

λε-λυ-κότες ὦσι

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

Εὐκτική

λελυκὼς εἴην

λελυκὼς εἴης

λελυκὼς εἴη

λελυκότες εἴημεν (εἶμεν)

λελυκότες εἴητε (εἶτε)

λελυκότες εἴησαν (εἶεν)

-

λελυκότε εἴητον

(εἶτον)

λελυκότε εἰήτην

(εἴτην)

Προστακτική

-

λελυκὼς ἴσθι

λελυκὼς ἔστω

-

λελυκότες ἔστε

λελυκότες ἔστων

-

λελυκότε ἔστον

λελυκότε ἔστων

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός






ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-κειν1

ἐ-λε-λύκεις

ἐ-λε-λύ-κει

ἐ-λε-λύ-κεμεν2

ἐ-λε-λύ-κετε

ἐ-λε-λύ-κεσαν

-

ἐ-λε-λύ-κετον

ἐ-λε-λυ-κέτην

1 Ἀρχαιότεροι τύποι: ἐλελύκη(ν), ἐλελύκης, ἐλελύκη.

2 Μεταγενέστεροι τύποι: ἐλελύκειμεν, ἐλελύκειτε, ἐλελύκεισαν

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λυ-κὼς ἔσομαι

λελυκὼς ἔσει (-ῃ)

λελυκὼς ἔσται

λε-λυ-κότες ἐσόμεθα

λελυκότες ἔσεσθε

λελυκότες ἔσονται

-

λελυκότε ἔσεσθον

λελυκότε ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυκὼς ἐσοίμην

λελυκὼς ἔσοιο

λελυκὼς ἔσοιτο

λελυκότες ἐσοίμεθα

λελυκότες ἔσοισθε

λελυκότες ἔσοιντο

-

λελυκότε ἔσοισθον

λελυκότε ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυκὼς ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυκὼς ἐσόμενος

λελυκυῖα ἐσομένη

λελυκὸς ἐσόμενον

Β. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνω τὸν ἑαυτό μου)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-σομαι

λύ-σῃ (-ει)

λύ-σεται

λυ-σόμεθα

λύ-σεσθε

λύ-σονται

-

λύ-σεσθον

λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-σοίμην

λύ-σοιο

λύ-σοιτο

λυ-σοίμεθα

λύ-σοισθε

λύ-σοιντο

-

λύ-σοισθον

λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σεσθαι

Μετοχή

λυ-σόμενος

λυ-σομένη

λυ-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-σάμην

ἐ-λύ-σω

ἐ-λύ-σατο

ἐ-λυ-σάμεθα

ἐ-λύ-σασθε

ἐ-λύ-σαντο

-

ἐ-λύ-σασθον

ἐ-λυ-σάσθην

Ὑποτακτική

λύ-σωμαι

λύ-σῃ

λύ-σηται

λυ-σώμεθα

λύ-σησθε

λύ-σωνται

-

λύ-σησθον

λύ-σησθον

Εὐκτική

λυ-σαίμην

λύ-σαιο

λύ-σαιτο

λυ-σαίμεθα

λύ-σαισθε

λύ-σαιντο

-

λύ-σαισθον

λυ-σαίσθην

Προστακτική

-

λῦ-σαι

λυ-σάσθω

-

λύσασθε

λυ-σάσθων

λυ-σάσθωσαν

-

λύ-σασθον

λυ-σάσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-σασθαι

Μετοχή

λυ-σάμενος

λυ-σαμένη

λυ-σάμενον

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λελυμένος,-η,-ον ἔσομαι

λελυμένος ἔσει

λελυμένος ἔσται

λελυμένοι,-αι,-α ἐσόμεθα

λελυμένοι ἔσεσθε

λελυμένοι ἔσονται

λελυμένω,-α,-ω ἔσεσθον

λελυμένω ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυμένος,-η,-ον ἐσοίμην

λελυμένος ἔσοιο

λελυμένος ἔσοιτο

λελυμένοι,-αι,-α ἐσοίμεθα

λελυμένοι ἔσοισθε

λελυμένοι ἔσοιντο

λελυμένω,-α, -ω ἔσοισθον

λελυμένω ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυμένος ἐσόμενος

λελυμένη ἐσομένη

λελυμένον ἐσόμενον

Γ. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνομαι ἀπὸ ἄλλον)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λυ-θήσομαι

λυ-θήσῃ (-ει)

λυ-θήσεται

λυ-θησόμεθα

λυ-θήσεσθε

λυ-θήσονται

-

λυ-θήσεσθον

λυ-θήσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-θησοίμην

λυ-θήσοιο

λυ-θήσοιτο

λυ-θησοίμεθα

λυ-θήσοισθε

λυ-θήσοιντο

-

λυ-θήσοισθον

λυ-θησοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λυ-θήσεσθαι

Μετοχή

λυ-θησόμενος

λυ-θησομένη

λυ-θυσόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λύ-θην

ἐ-λύ-θης

ἐ-λύ-θη

ἐ-λύ-θημεν

ἐ-λύ-θητε

ἐ-λύ-θησαν

-

ἐ-λύ-θητον

ἐ-λυ-θήτην

Ὑποτακτική

λυ-θῶ

λυ-θῇς

λυ-θῇ

λυ-θῶμεν

λυ-θῆτε

λυ-θῶσι(ν)

-

λυ-θῆτον

λυ-θῆτον

Εὐκτική

λυ-θείην

λυ-θείης

λυ-θείη

λυ-θείημεν

(-θεῖμεν)

λυ-θείητε (-θεῖτε)

λυ-θείησαν

(-θεῖεν)

-

λυ-θεῖτον

λυ-θείτην

Προστακτική

-

λύ-θητι

λυ-θήτω

-

λύ-θητε

λυ-θέντων

λυ-θήτωσαν

-

λύ-θητον

λυ-θήτων

Ἀπαρέμφατο

λυ-θῆναι

Μετοχή

λυ-θείς

λυθεῖσα

λυ-θέν

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον