Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Όμηρος -Πόλεμος ή ειρήνη;

Πόλεμος ή ειρήνη;

Η Οδύσσεια τελειώνει απότομα με τη συμφιλίωση του Οδυσσέα και της οικογένειάς του με τους συγγενείς των σκοτωμένων μνηστήρων. Καθώς η μάχη ξαναρχίζει πάνω από τους νεκρούς πρίγκιπες της Ιθάκης, η Αθηνά τρομοκρατεί τους συγγενείς των μνηστήρων και τους κάνει να τραπούν σε φυγή και να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Εμπλέκεται μάλιστα και ο ίδιος ο Δίας, ρίχνοντας κεραυνό για να προειδοποιήσει τον Οδυσσέα να σταματήσει. Το έπος τελειώνει με τέσσερις ακόμη στίχους, με την ειρήνη να βασιλεύει και πάλι στην Ιθάκη και με τη συμφιλίωση να είναι η τελική έκβαση της εμφύλιας έριδας.

Σε αντίθεση με τον απογοητευτικό κατά κάποιον τρόπο κατευνασμό των παθών, η συμφιλίωση στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας αποτελεί την καρδιά του έπους. Ο Πρίαμος, ο πατέρας του Έκτορα, πρέπει να συρθεί στα πόδια του ανθρώπου που σκότωσε το γιο του, ικετεύοντας για την επιστροφή του πτώματος για ταφή, και ο φονιάς πρέπει να απολογηθεί για τις ευρύτερες συνέπειες των πράξεών του.

Ο Αχιλλέας βλέπει τώρα, για πρώτη φορά πραγματικά, τα αποτελέσματα των πράξεών του σε άλλους: πατέρες και μητέρες, γυναίκες και παιδιά, μένουν απροστάτευτοι, μια ολόκληρη γενιά νεαρών πολεμιστών έχει μακελευτεί άσκοπα, ο ηρωικός κώδικας από τον οποίο εξαρτάται το νόημα της ίδιας της ζωής αποδεικνύεται απελπιστικά ανεπαρκής. Επιστρέφει το σώμα του μεγαλύτερου εχθρού του, του φονιά του καλύτερου φίλου του, προσπαθώντας ακόμη να ελέγξει το θυμό του. Εδώ τα διαμειβόμενα είναι εσωτερικά όσο και εξωτερικά΄ ο Αχιλλέας αρχίζει να αντιλαμβάνεται την κοινή τραγωδία της ζωής, αντικρίζοντας το φριχτό νόημα του θανάτου για πρώτη φορά. Ο απότομα ενηλικιωμένος ήρωας μαθαίνει ότι είμαστε όλοι – Τρώες και Έλληνες όμοια – πλάσματα μιας μέρας, υποκείμενα στην ίδια ιδιότροπη μοίρα, που μοιράζονται την κοινή ανθρώπινη ιδιότητα που μας κάνει να είμαστε κοντύτερα ο ένας στον άλλον απ’ όσο νομίζουμε. Ωστόσο, η συμφιλίωση των εχθρών είναι στιγμιαία, ψυχολογικά και συναισθηματικά, η μάχη θα συνεχιστεί μετά από την εκεχειρία για να ταφεί ο Έκτωρ. Όπως παρατηρεί θλιμμένα ο Πρίαμος με τα τελευταία του λόγια προς τον Αχιλλέα:

Εννιά μέρες θα τον μοιρολογούμε μέσα στ’ ανάκτορα, τη δέκατη θα τον θάψουμε κι ο λαός θα πάρει μέρος σε δείπνο, την ενδέκατη θα στήσουμε τύμβο σ’ αυτόν και τη δωδέκατη θα πολεμήσουμε, αν βέβαια είναι ανάγκη. (Ιλιάς, Ω 664-67).

Πράγματι, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτό ακριβώς θα «είναι ανάγκη» να κάνουν και πάλι οι Τρώες. Η Οδύσσεια είναι ουσιαστικά ένα ποίημα για την εγκαθίδρυση της ειρήνης σε έναν ταραγμένο κόσμο. Η Ιλιάδα εξετάζει τον πόλεμο, τόσο τις ηρωικές όσο και τις κτηνώδεις πλευρές του, χωρίς υπόσχεση ότι θα τελειώσει με τους κακούς νεκρούς, τους καλούς ζωντανούς – χωρίς υπόσχεση ότι θα τελειώσει γενικώς.

Πηγή: Ποιος σκότωσε τον Όμηρο - Victor Davis Hanson & John Heath

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Β΄ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ –ΜΙ)


Διαίρεση τῶν ῥημάτων σε –μι

Τὰ ῥήματα τῆς β’ συζυγίας, δηλ. ὅσα λήγουν σὲ -μι, διαιροῦνται κατὰ τὸ χαρακτῆρα τοῦ ῥηματικοῦ θέματος, ὅπως καὶ τὰ ῥήματα τῆς α’ συζυγίας:

α) σὲ συμφωνόληκτα: δείκ-νυ-μι (ῥ. θ. δεικ-)

Ἐνεστώτας καὶ παρατατικὸς τῶν συμφωνόληκτων ῥημάτων σὲ -μι

Τὰ συμφωνόληκτα ῥήματα σὲ -μι σχηματίζουν τὸ θέμα τοῦ ἐνεστώτα (καὶ τοῦ παρατατικοῦ) ἀπὸ τὸ ῥηματικὸ θέμα, ἀφοῦ προστεθεῖ τὸ πρόσφυμα –νυ-.

Ἔτσι τὰ ῥήματα αὐτὰ λήγουν σὲ -νυμι. Π. χ.

α) Ἀφωνόληκτα:

δείκ-νυ-μι,

(κατ)άγ-νυ-μι (=συντρίβω, σπάζω),

εἵργ-νυ-μι (=ἐμποδίζω τὴν ἔξοδο, κλείνω μέσα),

ζεύγ-νυ-μι (=ζεύω, βάζω στὸ ζυγό),

μείγ-νυ-μι (=ἀνακατεύω),

πήγ-νυ-μι (=μπήγω, στερεώνω),

ῥήγ-νυ-μι (=σχίζω, σπάζω),

(ἀπο)φράγ-νυ-μι (=φράζω) κ. α.

β) Ἐνρινόληκτα: ὄμ-νυ-μι (=ὀρκίζομαι).

γ) Ὑγρόληκτα: πτάρ-νυ-μι (=φτερνίζομαι).

δ) Σιγμόληκτα: σ’ αὐτὰ ἀφομοιώθηκε ὁ ῥηματικὸς χαρακτῆρας σ μὲ τὸ ἑπόμενο ν τοῦ προσφύματος, καὶ ἔτσι λήγουν σὲ -ννυμι:

(ἀμφι)ἐν-νυ-μι (=ντύνω΄ ἀπὸ τὸ ἀμφι-έσ-νυ-μι),

ζών-νυ-μι (=ζώνω΄ ἀπὸ τὸ ζώσ-νυ-μι),

κεράν-νυ-μι (=ἀνακατεύω΄ ἀπὸ τὸ κεράσ-νυ-μι),

κορέν-νυ-μι (=χορταίνω΄ ἀπὸ τὸ κορέσ-νυ-μι),

πετάν-νυ-μι (=ἁπλώνω, ἀνοίγω΄ ἀπὸ τὸ πετάσ-νυ-μι),

ῥών-νυ-μι (=δυναμώνω΄ ἀπὸ τὸ ῥώσ-νυ-μι),

σβέν-νυ-μι (=σβήνω΄ ἀπὸ τὸ σβέσ-νυ-μι),

σκεδάν-νυ-μι (=σκορπίζω΄ ἀπὸ τὸ σκεδάσ-νυ-μι) κ.α.

Τὰ συμφωνόληκτα ῥήματα σὲ -μι διαφέρουν ἀπὸ τὰ ῥήματα σὲ μόνο κατὰ τὸ σχηματισμὸ τοῦ ἐνεστώτα καὶ τοῦ παρατατικοῦ τῆς ἐνεργητικῆς καὶ μέσης φωνῆς καὶ κλίνονται στοὺς χρόνους αὐτοὺς κατὰ τὸ ἀκόλουθο παράδειγμα:

Παράδειγμα συμφωνόληκτου ῥήματος σὲ -μι (δείκ-νυ-μι, θ. δεικ-)

Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

δείκ-νυ-μι

δείκ-νυ-ς

δείκ-νυ-σι(ν)

δείκ-νυ-μεν

δείκ-νυ-τε

δεικ-νύ-ασι(ν)

δείκ-νυ-τον

δείκ-νυ-τον

ἐ-δείκ-νυ-ν

ἐ-δείκ-νυ-ς

ἐ-δείκ-νυ

ἐ-δείκ-νυ-μεν

ἐ-δείκ-νυ-τε

ἐ-δείκ-νυ-σαν

ἐ-δείκ-νυ-τον

ἐ-δεικ-νύ-την

ὑποτακτική

δεικ-νύ-ω

δεικ-νύ-ῃς

δεικ-νύ-ῃ

δεικ-νύ-ωμεν

δεικ-νύ-ητε

δεικ-νύ-ωσι(ν)


εὐκτική

δεικ-νύ-οιμι

δεικ-νύ-οις

δεικ-νύ-οι

δεικ-νύ-οιμεν

δεικ-νύ-οιτε

δεικ-νύ-οιεν


προστακτική

δείκ-νυ

δεικ-νύ-τω

δείκ-νυ-τε

δεικ-νύ-ντων

δεικ-νύ-τωσαν

δείκ-νυ-τον

δεικ-νύ-των


ἀπαρέμφατο

δεικ-νύ-ναι


μετοχή

δεικ-νύ-ς (γεν. δεικ-νύ-ντος)

δεικ-νῦ-σα (γεν. δεικ-νύ-σης)

δεικ-νὺ-ν (γεν. δεικ-νύ-ντος)


Μέλλοντας: δείξω

Άόριστος: ἔ-δειξα

Παρακείμενος: δέ-δειχ-α

Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

δείκ-νυ-μαι

δείκ-νυ-σαι

δείκ-νυ-ται

δεικ-νύ-μεθα

δείκ-νυ-σθε

δείκ-νυ-νται

δείκ-νυ-σθον

δείκ-νυ-σθον

ἐ-δεικ-νύ-μην

ἐ-δείκ-νυ-σο

ἐ-δείκ-νυ-το

ἐ-δεικ-νύ-μεθα

ἐ-δείκ-νυ-σθε

ἐ-δείκ-νυ-ντο

ἐ-δείκ-νυ-σθον

ἐ-δεικ-νύ-σθην

ὑποτακτική

δεικ-νύ-ωμαι

δεικ-νύ-ῃ

δεικ-νύ-ηται

δεικ-νυ-ώμεθα

δεικ-νύ-ησθε

δεικ-νύ-ωνται


εὐκτική

δεικ-νυ-οίμην

δεικ-νύ-οιο

δεικ-νύ-οιτο

δεικ-νυ-οίμεθα

δεικ-νύ-οισθε

δεικ-νύ-οιντο


προστακτική

δείκ-νυ-σο

δεικ-νύ-σθω

δείκ-νυ-σθε

δεικ-νύ-σθων

δεικ-νύ-σθωσαν

δείκ-νυ-σθον

δεικ-νύ-σθων


ἀπαρέμφατο

δείκ-νυ-σθαι


μετοχή

δεικ-νύ-μενος

δεικ-νυ-μένη

δεικ-νύ-μενον


Μέσος μέλλοντας: δείξομαι

Μέσος ἀόριστος: ἐ-δειξάμην

Παθητικὸς μέλλοντας: δειχ-θήσομαι

Παθητικὸς ἀόριστος: ἐ-δείχ-θην

Παρακείμενος: δέ-δειγ-μια

Ὑπερσυντέλικος: ἐ-δε-δείγ-μην

Συντελεσμένος μέλλοντας: δεδειγμένος ἔσομαι

Παρατηρήσεις

Στὰ συμφωνόληκτα ῥήματα σὲ -μι (δηλ. σὲ -νυμι-ννυμι):

  1. Τὸ υ τοὺ προσφύματος –νυ- εἶναι μακρόχρονο στὰ τρία ἐνικὰ πρόσωπα τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστώτα καὶ παρατατικοῦ καὶ στὸ β’ ἐνικὸ πρόσωπο τῆς προστακτικῆς τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνεστώτα΄ στοὺς ἄλλους τύπους τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς καὶ σὲ ὅλους τοὺς τύπους τῆς μέσης εἶναι βραχύχρονο΄ ἔτσι σχηματίζονται δύο ἐνεστωτικὰ θέματα, τὸ ἕνα ἰσχυρὸ καὶ τὸ ἄλλο ἀδύνατο.
  2. Ὁ ἐνεστώτας καὶ ὁ παρατατικὸς τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς σχηματίζονται μὲ τὴν προσκόλληση τῶν προσωπικῶν καταλήξεων ἀπευθείας στὸ χρονικὸ θέμα, χωρὶς νὰ μεσολαβοῦν θεματικὰ φωνήεντα΄

π.χ. δείκ-νυ-μεν, δείκ-νυ-τε, ἐ-δείκ-νυ-μεν, ἐ-δείκ-νυ-τε (χωρὶς τὰ θεματικὰ φωνήεντα ο καὶ ε: λύ-ο-μεν, λύ-ε-τε κτλ.)΄ ἀλλὰ ἡ ὑποτακτικὴ καὶ ἡ εὐκτικὴ τοῦ ἐνεστώτα στὴν ἐνεργητικὴ καὶ μέση φωνὴ σχηματίζονται ὅπως καὶ τῶν ῥημάτων σὲ : δεικ-νύ-ω, δεικ-νύ-ῃς κτλ.

  1. Τὸ σ στὴν κατάληξη –σαι τῆς μέσης φωνῆς δὲν ἀποβάλλεται, ἄν καὶ βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δύο φωνήεντα: δείκ-νυ-σαι΄ ἐπίσης τὸ σ στὴν κατάληξη –σο δὲν ἀποβάλλεται στὸ β’ ἐνικὸ τοῦ παρατατικοῦ καὶ στὸ β’ ἐνικὸ τῆς προστακτικῆς τοὺ ἐνεστώτα: ἐ-δείκ-νυ-σο, δείκ-νυ-σο (ἀλλὰ στὴν εὐκτικὴ ἀποβάλλεται: δεικνύοιο).

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ –ΜΙ

Στοὺς ἄλλους χρόνους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστώτα καὶ τὸν παρατατικό, τὰ συμφωνόληκτα ῥήματα σὲ -μι σχηματίζονται ὅπως τὰ συμφωνόληκτα βαρύτονα, κατὰ τὸ χαρακτῆρα τοῦ ῥηματικοῦ θέματος (χωρὶς τὸ πρόσφυμα –νυ). Π.χ. δείκ-νυ-μι καὶ δεικ-νύ-ω (ῥ. θ. δεικ-),

παρατ. ἐ-δείκ-νυ-ν καὶ ἐ-δείκ-νυ-ον,

μέλλ. δείξω,

ἀόρ. ἔ-δειξα,

παρακ. δέ-δειχ-α.

μέσ. καὶ παθ. δείκ-νυ-μαι,

παρατ. ἐ-δεικ-νύ-μην,

μέσ. μέλλ. –δείξομαι,

μέσ. ἀόρ. -ε-δειξάμην,

παθ. μέλλ. δειχ-θή-σομαι,

παθ. ἀόρ. ἐ-δείχ-θην,

παρακ. δέ-δειγ-μαι,

ὑπερσ. ἐ-δε-δείγ-μην,

συντελ. μέλλ. δε-δειγ-μένος ἔσομαι.

ῥημ. ἐπίθ. δεικ-τός, δεικ-τέον.

Παράγ. δεῖγ-μα, δεῖξις, δείκ-της κτλ.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Όμηρος - Οδύσσεια και Ιλιάδα

Όσο υπέροχη και προσιτή κι αν είναι η Οδύσσεια, η Ιλιάδα είναι το μέγα ποίημα, η δύσκολη και σημαντική πρόκληση για όσους διδάσκουν Ελληνικά, που, αν θέλουν να είναι πραγματικοί δάσκαλοι των Ελληνικών, πρέπει να διδάσκουν την Ιλιάδα και να τη διδάσκουν συχνά. Οι περισσότερες ελληνικές ιδέες που διερευνήσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο με την Αντιγόνη του Σοφοκλή – η γνώση αποκτιέται με πόνο, η μοίρα είναι το όριο της λογικής, ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον, η αλήθεια προκύπτει μόνο μέσω διαφωνίας και ανοιχτής κριτικής, η ανθρώπινη ζωή είναι τραγικά σύντομη και κατά συνέπεια συνοδεύεται από υποχρεώσεις, ο χαρακτήρας είναι θέμα συμφωνίας λόγων και έργων, το πιο επικίνδυνο ζώο είναι το θηρίο μέσα μας, η θρησκεία είναι χωριστή και υπόκειται στην πολιτική εξουσία, η ατομική ιδιοκτησία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από κυβερνητικούς καταναγκασμούς, ακόμη και οι αριστοκρατικοί ηγέτες αγνοούν τη θέληση της εκκλησίας με κίνδυνο της ζωής τους – ξεκινούν από τον Όμηρο και κυρίως από την Ιλιάδα, και ποτέ ξανά δεν παρουσιάζονται τόσο ειλικρινά, χωρίς απολογίες ή λογική επεξεργασία.

Μια σύντομη αντιπαραβολή του τέλους της Ιλιάδας με αυτό της Οδύσσειας μπορεί να φωτίσει μερικά από τα διαφορετικά ιδεώδη που είναι ενσωματωμένα στα ποιήματα και ίσως αποκαλύψει πιο σύντομα τις προκλήσεις αλλά και τις ανταμοιβές από τη διδασκαλία της Ιλιάδας. Τα δύο έπη είναι συμπληρωματικά στην έκφραση της ελληνικής ιδέας για τον ήρωα. Η ρομαντική Οδύσσεια πρέπει να εξισορροπηθεί με την βαθύτερη τραγική θεώρηση του κόσμου που διαποτίζει την Ιλιάδα και το μεγαλύτερο μέρος της μεταγενέστερης ελληνικής σκέψης. Η Οδύσσεια είναι πιο ξεκάθαρη στις αξίες της, η Ιλιάδα πιο διφορούμενη΄ η πρώτη είναι πιο αισιόδοξη, η δεύτερη πιο μελαγχολική΄ η μια εμφανίζεται εξωτερική και κινητική, η άλλη εσωτερική εξερεύνηση ανθρώπων που μένουν σε έναν τόπο. Ωστόσο οι φοιτητές που δεν διαβάζουν την Ιλιάδα δεν μπορούν ποτέ να κατανοήσουν πλήρως την ελληνική λυρική ποίηση, την τραγωδία ή την ιστορία, που όλα τους αποτελούν κατά κάποιο τρόπο αντηχεία των ιδεών του μεγαλύτερου έπους του Ομήρου.

Διαλέγουμε στην τύχη κάποια σημεία σύγκρισης, ωστόσο ο κατάλογος θα μπορούσε να μην έχει τέλος.

Πράγματα

Με το τέλος της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας έχει ξαναποκτήσει όλα σχεδόν τα υλικά υπάρχοντά του – σπίτι, υπηρέτες, βασίλειο, ακόμη και τα κοπάδια του. Η παραβίασης της βασιλικής φιλοξενίας από τους μνηστήρες απεικονίστηκε κυρίως με την κατασπατάληση των «αγαθών» του Οδυσσέα απ’ αυτούς, και το έπος κλείνει με τον πολύτροπο να έχει αποκτήσει πλήρη έλεγχο όλων όσα του ανήκουν. Σύμφωνοι, και ο Αχιλλέας, στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, έχει ξαναπάρει το πολύτιμο απόκτημά του, αλλά από καιρό έχει απορρίψει το νόημα και την εγγενή αξία αυτού του «δώρου». Συνεπώς, η Ιλιάδα δίνει ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα σχετικά με τη σπουδαιότητα των υλικών πραγμάτων στην όλη ιδέα του «ηρωισμού».

Τόσο στο ένα όσο και στο άλλο έπος, ο Όμηρος απεικονίζει έναν πολιτισμό όπου η κατοχή των μοιρασμένων πολεμικών λαφύρων είναι η χειροπιαστή και η μοναδική απόδειξη τιμής και όπου η τιμή είναι εκείνο για το οποίο πρέπει να ζουν και να πεθαίνουν οι άνθρωποι. Στον ανταγωνισμό του να είσαι «πάντα καλύτερος και ανώτερος από τους άλλους» ο νικητής δέχεται δημόσια αναγνώριση του αριστείου του με υλικά δώρα που του απονέμουν οι σύντροφοί του. Αυτή η τιμή, με τη σειρά της, μπορεί να του δώσει φήμη και δόξα, την έσχατη ανταμοιβή για το ότι διακινδύνευσε να πεθάνει στη μάχη σε έναν κόσμο που ελάχιστες άλλες μορφές αθανασίας προσφέρει.

Ωστόσο ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα υφίσταται μια σταδιακή αλλά εκπληκτική μεταμόρφωση στην άποψή του για τέτοιου είδους ανταμοιβές και για την ίδια την κοινωνία που μόνο αυτές χρησιμοποιεί για να καθορίσει και να διαβαθμίσει την τιμή. Οργίζεται δικαιολογημένα (οι Έλληνες σύντροφοί του συμφωνούν ότι έχει αδικηθεί) και αποσύρεται από τη μάχη, όταν ο Αγαμέμνων, ο αρχηγός των Ελλήνων, του παίρνει το έπαθλό του, μια νεαρή αιχμάλωτη. Οι συνέπειες αυτής της «οργής» (που είναι και η πρώτη λέξη του έπους) – όλα τα γεγονότα που επακολουθούν συμβαίνουν επειδή εκείνος αποσύρθηκε από τη μάχη – οδηγούν τον Αχιλλέα μόνο του στη συνειδητοποίηση ότι το όλο πολεμικό σύστημα τιμής είναι χρεοκοπημένο και βασισμένο σ’ ένα ψέμα. Ο Όμηρος μας παρουσιάζει πρώτα τον ηρωικό κώδικα τιμής και τώρα ξαφνικά τον υπονομεύει. Ακόμη και στο πιο απλό επίπεδο ερμηνείας – η αξία δεν καθορίζεται από το μέγεθος του σπιτιού μας, την ταχύτητα του αυτοκινήτου μας, την ηλικία του/της συζύγου μας ή την τιμή των παπουτσιών μας – η νέα επίγνωση του Αχιλλέα έρχεται σε αντίθεση με τον υλισμό πολλών από τους σημερινούς φοιτητές, γονείς και αναρριχησίες καθηγητές και κατά συνέπεια αποτελεί ισόβαθμο αντίβαρο στην παραδοσιακή ηρωική περηφάνεια του Οδυσσέα για τα υπάρχοντά του. Οι κλασικοί Έλληνες, όπως είδαμε, εμπιστεύονται τον μέσο άνθρωπο΄ δεν ξέχασαν ποτέ ότι οι θεοί ζηλεύουν την ευημερία και ότι το πιο πιθανό είναι να χτυπήσουν την ψηλότερη βελανιδιά στο δάσος. Κανένας, στην αρχή της Ιλιάδας, δεν επιθυμούσε περισσότερο από τον Αχιλλέα τα υλικά πράγματα΄ στο τέλος της, κανένας δεν τα ήθελε λιγότερο.

Πηγή: Ποιος σκότωσε τον Όμηρο - Victor Davis Hanson & John Heath