Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Μόρια

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Μόρια

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις, οἱ περισσότερες μονοσύλλαβες, ποὺ δὲν ἀνήκουν κανονικὰ σ’ ἕνα ὁρισμένο μέρος τοῦ λόγου. Αὐτὰ ἔχουν κυρίως ἐπιρρηματικὴ σημασία καὶ χρησιμοποιοῦνται στὸ λόγο βοηθητικά. Τέτοια εἶναι στὴν ἀρχαῖα ἑλληνικὴ τὰ ἀκόλουθα:

  1. ἐγκλιτικά: τοί, γέ, πέρ, πώ, νύν.
  2. εὐχετικό: εἴθε.
  3. δυνητικό: ἄν, ποὺ σημαίνει κάτι ποὺ μπορεὶ ἤ ποὺ μποροῦσε νὰ γίνει.
  4. αὀριστολογικό: ἄν, ποὺ εἶναι παραλλαγὴ τοῦ δυνητικοῦ ἄν καὶ σημαίνει τυχὸν ἤ ἴσως.
  5. αιτιολογικά: ἅτε, οἷον ἤ οἶον δή, οἷα ἤ οἷα δή, ποὺ συνάπτονται μὲ μτχ. καὶ σημαίνουν αἰτία πραγματική.
  6. ἀχώριστα δεικτικὰ μόρια: -δε καὶ -ί, ποὺ βρίσκονται προσκολλημένα στὸ τέλος ὁρισμένων λέξεων καὶ σημαίνουν δείξιμο: (ὁ, ἡ, τό) ὅδε, ἥδε, τόδε κτλ.
  7. ἀχώριστα προτακτικὰ μόρια: ἀ-, νη-, δυσ-, ἀρι-, ζα-, κτλ. ποὺ ποτὲ δὲ λέγονται μόνα τους, παρὰ συνηθίζονται μόνο στὴ σύνθεση ὡς πρῶτα συνθετικὰ σύνθετων λέξεων.

Ἐπιφωνήματα

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Ἐπιφωνήματα

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ φανερώνουν ψυχικὸ πάθημα, ὅπως θαυμασμό, ἐνθουσιασμό, χαρὰ ἤ ἀγανάκτηση, ἀποστροφή, λύπη κτλ.

Τὰ ἐπιφωνήματα τῆς ἀρχαῖας ἑλληνικῆς εἶναι:

  1. θαυμαστικά: ἆ!, ὤ! βαβαί! παπαῖ!
  2. γελαστικά: ἅ - ἅ - ἅ!
  3. θειαστικά (δηλ. ὅσα φανερώνουν ἐνθουσιασμό): εὐοῖ! εὐάν!
  4. σχετλιαστικά (δηλ. ὅσα φανερώνουν λύπη ἤ ἀγανάκτηση): ἰώ! ἰού! οὐαί! οἴμοι! φεῦ! παπαῖ!
  5. κλητικό: ὦ.

Σύνδεσμοι

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Σύνδεσμοι

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ χρησιμεύουν γιὰ νὰ συνδέουν μὲ ὁρισμένους τρόπους λέξεις ἤ προτάσεις μεταξύ τους.

Οἱ σύνδεσμοι κατὰ τὴ σημασία τους εἶναι συμπλεκτικοί, διαζευκτικοί (ἤ διαχωριστικοί), ἀντιθετικοί (ἤ ἐναντιωματικοί), παραχωρητικοί (ἤ ἐνδοτικοί), χρονικοί, αἰτιολογικοί, τελικοί, συμπερασματικοί, εἰδικοί, ὑποθετικοί, ἐρωτηματικοί, ἐνδοιαστικοί, (ἤ διστακτικοί).

  1. συμπλεκτικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικὰ ἤ ἀποφατικά), λέξεις ἤ προτάσεις: καταφατικοί: τε, καί΄ ἀποφατικοί: οὔτε, μήτε – οὐδέ, μηδέ.
  1. διαζευκτικοί ἤ διαχωριστικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ συνδέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχωριστικά) λέξεις ἤ προτάσεις: ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε.
  1. ἀντιθετκοὶ ἤ ἐναντιωματικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ σημαίνουν ὅτι ἐκεῖνα ποὺ συνδέονται μὲ αὐτοὺς εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους: μέν, δέ, μέντοι, ὅμως, ἀλλά, ἀτάρ(=ὅμως), μήν(=ὅμως), ἀλλὰ μήν(=ἀλλὰ ὅμως), καὶ μήν(=καὶ ὅμως), οὑ μὴν ἀλλά(=ἀλλὰ ὅμως), καίτοι(=καὶ ὅμως).
  1. παραχωρητικοὶ ἤ ἐνδοτικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ἀσυμβίβαστα μεταξύ τους καὶ ποὺ τὸ ἕνα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) πρὸς τὸ ἄλλο: εἰ καί, ἄν καί - καὶ εἰ, καὶ ἄν, κἄν(=καὶ ἄν ἀκόμη) – οὐδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν, μηδ’ ἐάν(=οὔτε καὶ ἄν) – καίπερ(=ἄν καί).
  1. χρονικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ καθορίζει τὸ χρόνο μιᾶς ἐνέργειας: ὡς - ὅτε, ὁπότε - ὁσάκις, ὁποσάκις – ἡνίκα, ὁπηνίκα - ἐπεί, ἐπειδή - ὅταν, ὀπόταν, ἐπάν, ἐπειδάν - ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, πρίν.
  1. αἰτιολογικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται ἕνα νόημα ποὺ εἶναι αἰτία ἤ δικαιολογία ἄλλου: γάρ - ὅτι, ὡς, διότι, ἐπεί, ἐπειδή.
  1. τελικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ φανερώνει τὸ τέλος (δηλ. τὸ σκοπό) μιᾶς ἐνέργειας: ἵνα, ὅπως, ὡς(=γιὰ νά).
  1. συμπερασματικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται ἕνα νόημα ποὺ φανερώνει συμπέρασμα ἄλλου προηγούμενου: ἄρα, δή, δῆτα, οὖν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν – οὔκουν, οὐκοῦν - ὥστε, ὡς.
  2. εἰδικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ συμπληρώνει τὴν ἔννοια ἄλλης πρότασης ὡς ἀντικείμενο ἤ ὡς ὑποκείμενο ἤ ἐπεξηγεῖ κάποια λέξη ἄλλης πρότασης: ὅτι, ὡς.
  1. ὑποθετικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ εἰσάγουν ὑπόθεση: εἰ, ἐάν, ἄν, ἤν.
  1. ἐνδοιαστικοὶ ἤ διστακτικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ ἐκφράζει ἐνδοιασμό (δηλ. φόβο ἤ δισταγμὸ γιὰ κάτι ἀνεπιθύμητο): μή, μὴ οὐ.

Προθέσεις

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Προθέσεις

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ συνήθως μπαίνουν ἐμπρὸς ἀπὸ κλιτὲς λέξεις καὶ φανερώνουν διάφορες σχέσεις, ὅπως τὰ ἐπιρρήματα.

Ἀπὸ τὶς προθέσεις:

  1. λέγονται κύριες προθέσεις ὅσες χρησιμοποιοῦνται καὶ στὴ σύνταξη ἐμπρὸς ἀπὸ τὶς πλάγιες πτώσεις τῶν πτωτικῶν (π.χ. ἐν τῇ πόλει, σὺν αὐτῷ) καὶ σὲ σύνθεση μὲ ἄλλες λέξεις (π.χ. ἔντιμος, συντυγχάνω)΄ αὐτὲς εἶναι 18, οἱ 6 μονοσύλλαβες καὶ οἱ 12 δισύλλαβες: εἰς, ἐν, ἐκ ἤ ἐξ, πρό, πρός, σύν΄ ἀνά, διά, κατά, μετά, παρά - ἀμφί, ἀντί, ἐπί, περί - ἀπό, ὑπό - ὑπέρ΄
  2. λέγονται καταχρηστικὲς προθέσεις ὅσες χρησιμοποιοῦνται μόνο στὴ σύνταξη ἐμπρὸς ἀπὸ τὶς πλάγιες πτώσεις τῶν πτωτικῶν (καὶ ὄχι σὲ σύνταξη μὲ ἄλλες λέξεις)΄ αὐτὲς εἶναι οἱ ἀκόλουθες ἐννιά: α) μὲ γενική: ἄχρι, μέχρι, ἄνευ, χωρίς, πλήν, ἕνεκα ἤ ἕνεκεν΄ β) μὲ αἰτιατική: ὡς, νή, μά.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Επιρρήματα

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

  1. Ἐπιρρήματα

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ προσδιορίζουν κυρίως τὰ ῥήματα καὶ φανερώνουν τόπο, χρόνο, ποσό, βεβαίωση ἤ ἄρνηση κτλ.

Τὰ ἐπιρρήματα κατὰ τὴ σημασία τους εἶναι:

  1. τοπικά (ὅσα σημαίνουν τόπο): ποῦ;, πῇ;, ποῖ;, ὅπου, ἔνθα, ἐνθάδε, ἐκεῖ, αὐτοῦ, ἄνω, κάτω, ἐγγύς, ἔσω, ἔξω κ.ά.
  2. χρονικά (ὅσα σημαίνουν χρόνο): πότε;, ὅτε, τότε, ὁπηνίκα, πηνίκα;, ποτέ(=κάποτε), νῦν, πρίν, ἔπειτα, πάλαι, χθές, σήμερον, αὔριον, αὖ, αὖθις(=πάλι) κ.ά.
  3. τροπικά (ὅσα σημαίνουν τρόπο): πῶς;, πῇ;, οὕτω(ς), ὧδε(=ἔτσι), ὅπως, ὡς(=καθώς), ὥσπερ, εὖ, καλῶς, κακῶς, σωφρόνως κ.ά.
  4. ποσοτικά (ὅσα σημαίνουν ποσό): πόσον;, ὅσον, τόσον, ὁπόσον, πολύ, μάλα, ἄγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ὀλίγον, ποσάκις, τοσάκις, πολλάκις, δίς, τρίς, τετράκις κτλ.
  5. βεβαιωτικά (ὅσα σημαίνουν βεβαίωση): ναί, μάλιστα, δή(=βέβαια), δῆτα(=βέβαια, χωρὶς ἀμφιβολία), (=ἀλήθεια) κ.ά.
  6. ἀρνητικά (ὅσα σημαίνουν ἄρνηση): οὐ, μή
  7. διστακτικά (ὅσα σημαίνουν δισταγμό): ἆρα(=ἄραγε), μῶν(=μῆπως), τάχα, ἴσως κ.ά.

Συσχετικὰ ἐπιρρήματα

Ἀπὸ τὰ τοπικά, χρονικά, τροπικά καὶ ποσοτικὰ ἐπιρρήματα:

  1. ὅσα εἰσάγουν ἐρώτηση λέγονται ἐρωτηματικά
  2. ὅσα ἔχουν ἀόριστη σημασία λέγονται ἀόριστα
  3. ὅσα σημαίνουν δείξιμο λέγονται δεικτικά
  4. ὅσα αναφέρονται σὲ λέξη ἄλλης πρότασης λέγονται ἀναφορικά.

Τὰ ἐρωτηματικά, τὰ ἀόριστα, τὰ δεικτικά καὶ τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα λέγονται μαζὶ συσχετικὰ ἐπιρρήματα.

Πίνακας συσχετικῶν ἐπιρρημάτων

Ἐρωτηματικά

Ἀόριστα

Δεικτικά

Ἀναφορικά

τοπικά (γιὰ στάση σ’ ἕναν τόπο)

ποῦ;

πού(=κάπου)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτοῦ, ἐκεῖ

οὗ(=ἐκεῖ ὅπου), ὅπου, ἔνθα, ὅθι

τοπικά (γιὰ κίνηση ἀπὸ ἕναν τόπο)

ποῖ;(=πρὸς ποιὸ μέρος;)

ποί(=κάπου, πρὸς κάποιο μέρος)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτόσε, ἐκεῖσε

οἷ, ὅποι(=πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου, ἔνθα

τοπικά (γιὰ κίνηση πρὸς ἕναν τόπο)

πόθεν;

ποθέν(=ἀπὸ κάποιο μέρος)

ἐνθένδε(=ἀπὸ ἐδώ), ἐντεῦθεν, ἐκεῖθεν

ὅθεν(=ἀπ’ ὅπου), ὁπόθεν, ἔνθεν

χρονικά

πότε; πηνίκα;(=κατὰ ποιὰ ὥρα;)

ποτέ(=κάποτε)

τότε, τηνίκα, τηνικάδε, τηνικαῦτα(=ἐκείνη τὴν ὥρα)

ὅτε, ὁπότε, ἡνίκα, ὁπηνίκα(=τὴν ὥρα πού)

τροπικά

πῶς;

πώς(=κάπως)

οὕτω(ς), ὦδε(=ἔτσι, ὡς ἐξῆς)

ὡς(=ὅπως), ὥσπερ(=ὅπως ἀκριβῶς), ὅπως

τοπικὰ ἤ τροπικά

πῇ;(=σὲ ποιὸ μέρος; ποῦ; - ἤ πῶς;)

πῄ(=σὲ κάποιον τόπο, κάπου - ἤ κάπως)

τῇδε, ταύτῃ(=σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἐδώ - ἤ ἔτσι)

ᾖ, ὅπῃ(=ὅπου - ἤ ὅπως)

ποσοτικά

πόσον;

τόσον, τοσόνδε, τοσοῦτον

ὅπου, ὁπόσον

Τὸ ἀπρόσωπο χρή

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

12) Τὸ ἀπρόσωπο εἵμαρται(=εἶναι πεπρωμένο), πρκ. τοῦ ποιητ. ρ. μείρομαι(=παίρνω το μέρος ποὺ μοῦ ἀνήκει).

13) Τὸ ἀπρόσωπο πέπρωται(=εἶναι πεπρωμένο).

14) Τὸ ἀπρόσωπο χρή(=εἶναι ἀνάγκη, πρέπει).

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Αόριστος

Οριστική

χρή

χρῆν ἤ ἐχρῆν

χρήσει ἤ χρῆσται

ἐδέησε

Υποτακτική

χρῇ

δεήσῃ

Ευκτική

χρείη

χρήσοι

δεήσαι

Προστακτική

χρεών ἔστω

δεησάτω

Απαρέμφατο

χρῆναι

χρήσειν

δεῆσαι

Μετοχή

χρεών (τό)

χρῆσον (τό)

δεῆσαν (τό)

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

δεδέηκε(ν)

ἐδεδεήκει

δεδεηκός ἔσται

Υποτακτική

δεδεηκός ῇ

Ευκτική

δεδεηκός εἴη

δεδεηκός ἔσοιτο

Προστακτική

δεδεηκός ἔστω

Απαρέμφατο

δεδεηκέναι

δεδεηκός ἔσεσθαι

Μετοχή

δεδεηκός (τό)

δεδεηκός ἐσόμενον (τό)

Το ρήμα ἔοικα

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

9) Τὸ τέθνηκα(=ἔχω πεθάνει, εἶμαι νεκρός), πρκ. τοῦ ρ. ἀποθνῄσκω (ρ. θαν-, θνη-, θνε-).

10) Τὸ βέβηκα(=ἔχω βαδίσει), πρκ. τοῦ ρ. βαίνω.

11) Τὸ ἔοικα(=μοιάζω), πρκ. τοῦ ἄχρ. ρ. εἴκω μὲ σημ. ἐνεστῶτα.

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας(παθ.β’)

Αόριστος (παθ. β’)

Οριστική

ἔοικα

ἔοικας

ἔοικε(ν)

ἐοίκαμεν

ἐοίκατε

ἐοίκασι(ν) ἤ εἴξασι(ν)

ἐῴκειν

ἐῴκεις

ἐῴκει

ἐῴκεμεν

ἐῴκετε

ἐῴκεσαν

φανήσομαι

φανήσῃ ἤ φανήσει

φανήσεται

φανησόμεθα

φανήσεσθε

φανήσονται

ἐφάνην

ἐφάνης

ἐφάνη

ἐφάνημεν

ἐφάνητε

ἐφάνησαν

Υποτακτική

ἐοίκω

ἐοίκῃς

ἐοίκῃ

ἐοίκωμεν

ἐοίκητε

ἐοίκωσι(ν)

φανῶ

φανῇς

φανῇ

φανῶμεν

φανῆτε

φανῶσι(ν)

Ευκτική

ἐοίκοιμι

ἐοίκοις

ἐοίκοι

ἐοίκοιμεν

ἐοίκοιτε

ἐοίκοιεν

φανησοίμην

φανήσοιο

φανήσοιτο

φανησοίμεθα

φανήσοισθε

φανήσοιντο

φανείην

φανείης

φανείη

φανείημεν ἤ φανεῖμεν

φανείητε ἤ φανεῖτε

φανείησαν ἤ φανεῖεν

Προστακτική

-

φάνηθι

φανήτω

-

φάνητε

φανέντων ἤ φανήτωσαν

Απαρέμφατο

εἰκέναι ἤ ἐοικέναι

φανήσεσθαι

φανῆναι

Μετοχή

εἰκώς ἤ ἐοικώς

εἰκυῖα ἤ ἐοικυῖα

εἰκός ἤ ἐοικός

φανησόμενος

φανησομένη

φανησόμενον

φανείς

φανεῖσα

φανέν

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

πέφασμαι

πέφανσαι

πέφανται

πεφάσμεθα

πέφανθε

πεφασμένοι εἰσί(ν)

ἐπεφάσμην

ἐπέφανσο

ἐπέφαντο

ἐπεφάσμεθα

ἐπέφανθε

πεφασμένοι ἦσαν

πεφασμένος ἔσομαι

πεφασμένος ἔσῃ (-ει)

πεφασμένος ἔσται

πεφασμένοι ἐσόμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσονται

Υποτακτική

πεφασμένος ὦ

πεφασμένος ῇς

πεφασμένος ῇ

πεφασμένοι ὦμεν

πεφασμένοι ἦτε

πεφασμένοι ὦσι(ν)

Ευκτική

πεφασμένος εἴην

πεφασμένος εἴης

πεφασμένος εἴη

πεφασμένοι εἶμεν

πεφασμένοι εἶτε

πεφασμένοι εἴησαν ἤ εἶεν

πεφασμένος ἐσοίμην

πεφασμένος ἔσοιο

πεφασμένος ἔσοιτο

πεφασμένοι ἐσοίμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσοιντο

Προστακτική

-

πέφανσο

πεφάνθω

-

πέφανθε

πεφάνθων

Απαρέμφατο

πεφάνθαι

πεφασμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

πεφασμένος

πεφασμένη

πεφασμένον

πεφασμένος ἐσόμενος

πεφασμένη ἐσομένη

πεφασμένον ἐσόμενον

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

To ρήμα δέδοικα ή δέδια

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

8. Δέδοικαδέδια(=φοβάμαι). Παρακείμενος τοῦ ἄχρηστου ρ. δείδω μὲ σημασία ἐνεστῶτα.


Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας (μέσος με ενεργητική σημασία)

Αόριστος

Οριστική

δέδοικα ἤ δέδια

δέδοικας ἤ δέδιας

δέδοικε(ν) ἤ δέδιε(ν)

δεδοίκαμεν ἤ δέδιμεν

δεδοίκατε ἤ δέδιτε

δεδοίκασι(ν) ἤ δεδίασι(ν)

ἐδεδοίκειν ἤ ἐδεδίειν

ἐδεδοίκεις ἤ ἐδεδίεις

ἐδεδοίκει ἤ ἐδεδίει

-

-

ἐδεδοίκεσαν ἤ ἐδεδίεσαν

δείσομαι

δείσῃ ἤ δείσει

δείσεται

δεισόμεθα

δείσεσθε

δείσονται

ἔδεισα

ἔδεισας

ἔδεισε(ν)

ἐδείσαμεν

ἐδείσατε

ἔδεισαν

Υποτακτική

-

-

δεδίῃ

-

-

δεδίωσι(ν)



δείσω

δείσῃς

δείσῃ

δείσωμεν

δείσητε

δείσωσι(ν)

Ευκτική



δεισοίμην

δείσοιο

δείσοιτο

δεισοίμεθα

δείσοισθε

δείσοιντο

δείσαιμι

δείσαις

δείσαι

δείσαιμεν

δείσαιτε

δείσαιεν

Προστακτική

-

δέδιθι

δεδίτω

-

δέδιτε

δεδίντων



-

δεῖσον

δεισάτω

-

δείσατε

δεισάντων

Απαρέμφατο

δεδοικέναι ἤ δεδιέναι


δείσεσθαι

δεῖσαι

Μετοχή

δεδοικὼς ἤ δεδιώς

δεδοκυῖα ἤ δεδυῖα

δεδοικὸς ἤ δεδιός


δεισόμενος

δεισομένη

δεισόμενον

δείσας

δείσασα

δεῖσαν


Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

πεφόβημαι

πεφόβησαι

πεφόβηται

πεφοβήμεθα

πεφόβησθε

πεφόβηνται

ἐπεφοβήμην

ἐπεφόβησο

ἐπεφόβητο

ἐπεφοβήμεθα

ἐπεφόβησθε

ἐπεφόβηντο

πεφοβημένος ἔσομαι

πεφοβημένος ἔσῃ

(-ει)

πεφοβημένος ἔσται

πεφοβημένοι ἐσόμεθα

πεφοβημένοι ἔσεσθε

πεφοβημένοι ἔσονται

Υποτακτική

πεφοβημένος ὦ

πεφοβημένος ᾖς

πεφοβημένος ᾖ

πεφοβημένοι ὦμεν

πεφοβημένοι ἦτε

πεφοβημένοι ὦσι(ν)



Ευκτική

πεφοβημένος εἴην

πεφοβημένος εἴης

πεφοβημένος εἴη

πεφοβημένοι εἶμεν

πεφοβημένοι εἶτε

πεφοβημένοι εἴησαν ἤ εἶεν


πεφοβημένος ἐσοίμην

πεφοβημένος ἔσοιο

πεφοβημένος ἔσοιτο

πεφοβημένοι ἐσοίμεθα

πεφοβημένοι ἔσοισθε

πεφοβημένοι ἔσοιντο

Προστακτική

-

πεφόβησο

πεφοβήσθω

-

πεφόβησθε

πεφοβήσθων



Απαρέμφατο

πεφοβῆσθαι


πεφοβημένος ἔσεσθαι

Μετοχή

πεφοβημένος

πεφοβημένη

πεφοβημένον


πεφοβημένος ἐσόμενος

πεφοβημένη ἐσομένη

πεφοβημένον ἐσόμενον