Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Επιρρήματα

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

  1. Ἐπιρρήματα

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ προσδιορίζουν κυρίως τὰ ῥήματα καὶ φανερώνουν τόπο, χρόνο, ποσό, βεβαίωση ἤ ἄρνηση κτλ.

Τὰ ἐπιρρήματα κατὰ τὴ σημασία τους εἶναι:

  1. τοπικά (ὅσα σημαίνουν τόπο): ποῦ;, πῇ;, ποῖ;, ὅπου, ἔνθα, ἐνθάδε, ἐκεῖ, αὐτοῦ, ἄνω, κάτω, ἐγγύς, ἔσω, ἔξω κ.ά.
  2. χρονικά (ὅσα σημαίνουν χρόνο): πότε;, ὅτε, τότε, ὁπηνίκα, πηνίκα;, ποτέ(=κάποτε), νῦν, πρίν, ἔπειτα, πάλαι, χθές, σήμερον, αὔριον, αὖ, αὖθις(=πάλι) κ.ά.
  3. τροπικά (ὅσα σημαίνουν τρόπο): πῶς;, πῇ;, οὕτω(ς), ὧδε(=ἔτσι), ὅπως, ὡς(=καθώς), ὥσπερ, εὖ, καλῶς, κακῶς, σωφρόνως κ.ά.
  4. ποσοτικά (ὅσα σημαίνουν ποσό): πόσον;, ὅσον, τόσον, ὁπόσον, πολύ, μάλα, ἄγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ὀλίγον, ποσάκις, τοσάκις, πολλάκις, δίς, τρίς, τετράκις κτλ.
  5. βεβαιωτικά (ὅσα σημαίνουν βεβαίωση): ναί, μάλιστα, δή(=βέβαια), δῆτα(=βέβαια, χωρὶς ἀμφιβολία), (=ἀλήθεια) κ.ά.
  6. ἀρνητικά (ὅσα σημαίνουν ἄρνηση): οὐ, μή
  7. διστακτικά (ὅσα σημαίνουν δισταγμό): ἆρα(=ἄραγε), μῶν(=μῆπως), τάχα, ἴσως κ.ά.

Συσχετικὰ ἐπιρρήματα

Ἀπὸ τὰ τοπικά, χρονικά, τροπικά καὶ ποσοτικὰ ἐπιρρήματα:

  1. ὅσα εἰσάγουν ἐρώτηση λέγονται ἐρωτηματικά
  2. ὅσα ἔχουν ἀόριστη σημασία λέγονται ἀόριστα
  3. ὅσα σημαίνουν δείξιμο λέγονται δεικτικά
  4. ὅσα αναφέρονται σὲ λέξη ἄλλης πρότασης λέγονται ἀναφορικά.

Τὰ ἐρωτηματικά, τὰ ἀόριστα, τὰ δεικτικά καὶ τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα λέγονται μαζὶ συσχετικὰ ἐπιρρήματα.

Πίνακας συσχετικῶν ἐπιρρημάτων

Ἐρωτηματικά

Ἀόριστα

Δεικτικά

Ἀναφορικά

τοπικά (γιὰ στάση σ’ ἕναν τόπο)

ποῦ;

πού(=κάπου)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτοῦ, ἐκεῖ

οὗ(=ἐκεῖ ὅπου), ὅπου, ἔνθα, ὅθι

τοπικά (γιὰ κίνηση ἀπὸ ἕναν τόπο)

ποῖ;(=πρὸς ποιὸ μέρος;)

ποί(=κάπου, πρὸς κάποιο μέρος)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτόσε, ἐκεῖσε

οἷ, ὅποι(=πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου, ἔνθα

τοπικά (γιὰ κίνηση πρὸς ἕναν τόπο)

πόθεν;

ποθέν(=ἀπὸ κάποιο μέρος)

ἐνθένδε(=ἀπὸ ἐδώ), ἐντεῦθεν, ἐκεῖθεν

ὅθεν(=ἀπ’ ὅπου), ὁπόθεν, ἔνθεν

χρονικά

πότε; πηνίκα;(=κατὰ ποιὰ ὥρα;)

ποτέ(=κάποτε)

τότε, τηνίκα, τηνικάδε, τηνικαῦτα(=ἐκείνη τὴν ὥρα)

ὅτε, ὁπότε, ἡνίκα, ὁπηνίκα(=τὴν ὥρα πού)

τροπικά

πῶς;

πώς(=κάπως)

οὕτω(ς), ὦδε(=ἔτσι, ὡς ἐξῆς)

ὡς(=ὅπως), ὥσπερ(=ὅπως ἀκριβῶς), ὅπως

τοπικὰ ἤ τροπικά

πῇ;(=σὲ ποιὸ μέρος; ποῦ; - ἤ πῶς;)

πῄ(=σὲ κάποιον τόπο, κάπου - ἤ κάπως)

τῇδε, ταύτῃ(=σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἐδώ - ἤ ἔτσι)

ᾖ, ὅπῃ(=ὅπου - ἤ ὅπως)

ποσοτικά

πόσον;

τόσον, τοσόνδε, τοσοῦτον

ὅπου, ὁπόσον

Τὸ ἀπρόσωπο χρή

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

12) Τὸ ἀπρόσωπο εἵμαρται(=εἶναι πεπρωμένο), πρκ. τοῦ ποιητ. ρ. μείρομαι(=παίρνω το μέρος ποὺ μοῦ ἀνήκει).

13) Τὸ ἀπρόσωπο πέπρωται(=εἶναι πεπρωμένο).

14) Τὸ ἀπρόσωπο χρή(=εἶναι ἀνάγκη, πρέπει).

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Αόριστος

Οριστική

χρή

χρῆν ἤ ἐχρῆν

χρήσει ἤ χρῆσται

ἐδέησε

Υποτακτική

χρῇ

δεήσῃ

Ευκτική

χρείη

χρήσοι

δεήσαι

Προστακτική

χρεών ἔστω

δεησάτω

Απαρέμφατο

χρῆναι

χρήσειν

δεῆσαι

Μετοχή

χρεών (τό)

χρῆσον (τό)

δεῆσαν (τό)

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

δεδέηκε(ν)

ἐδεδεήκει

δεδεηκός ἔσται

Υποτακτική

δεδεηκός ῇ

Ευκτική

δεδεηκός εἴη

δεδεηκός ἔσοιτο

Προστακτική

δεδεηκός ἔστω

Απαρέμφατο

δεδεηκέναι

δεδεηκός ἔσεσθαι

Μετοχή

δεδεηκός (τό)

δεδεηκός ἐσόμενον (τό)

Το ρήμα ἔοικα

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

9) Τὸ τέθνηκα(=ἔχω πεθάνει, εἶμαι νεκρός), πρκ. τοῦ ρ. ἀποθνῄσκω (ρ. θαν-, θνη-, θνε-).

10) Τὸ βέβηκα(=ἔχω βαδίσει), πρκ. τοῦ ρ. βαίνω.

11) Τὸ ἔοικα(=μοιάζω), πρκ. τοῦ ἄχρ. ρ. εἴκω μὲ σημ. ἐνεστῶτα.

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας(παθ.β’)

Αόριστος (παθ. β’)

Οριστική

ἔοικα

ἔοικας

ἔοικε(ν)

ἐοίκαμεν

ἐοίκατε

ἐοίκασι(ν) ἤ εἴξασι(ν)

ἐῴκειν

ἐῴκεις

ἐῴκει

ἐῴκεμεν

ἐῴκετε

ἐῴκεσαν

φανήσομαι

φανήσῃ ἤ φανήσει

φανήσεται

φανησόμεθα

φανήσεσθε

φανήσονται

ἐφάνην

ἐφάνης

ἐφάνη

ἐφάνημεν

ἐφάνητε

ἐφάνησαν

Υποτακτική

ἐοίκω

ἐοίκῃς

ἐοίκῃ

ἐοίκωμεν

ἐοίκητε

ἐοίκωσι(ν)

φανῶ

φανῇς

φανῇ

φανῶμεν

φανῆτε

φανῶσι(ν)

Ευκτική

ἐοίκοιμι

ἐοίκοις

ἐοίκοι

ἐοίκοιμεν

ἐοίκοιτε

ἐοίκοιεν

φανησοίμην

φανήσοιο

φανήσοιτο

φανησοίμεθα

φανήσοισθε

φανήσοιντο

φανείην

φανείης

φανείη

φανείημεν ἤ φανεῖμεν

φανείητε ἤ φανεῖτε

φανείησαν ἤ φανεῖεν

Προστακτική

-

φάνηθι

φανήτω

-

φάνητε

φανέντων ἤ φανήτωσαν

Απαρέμφατο

εἰκέναι ἤ ἐοικέναι

φανήσεσθαι

φανῆναι

Μετοχή

εἰκώς ἤ ἐοικώς

εἰκυῖα ἤ ἐοικυῖα

εἰκός ἤ ἐοικός

φανησόμενος

φανησομένη

φανησόμενον

φανείς

φανεῖσα

φανέν

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

πέφασμαι

πέφανσαι

πέφανται

πεφάσμεθα

πέφανθε

πεφασμένοι εἰσί(ν)

ἐπεφάσμην

ἐπέφανσο

ἐπέφαντο

ἐπεφάσμεθα

ἐπέφανθε

πεφασμένοι ἦσαν

πεφασμένος ἔσομαι

πεφασμένος ἔσῃ (-ει)

πεφασμένος ἔσται

πεφασμένοι ἐσόμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσονται

Υποτακτική

πεφασμένος ὦ

πεφασμένος ῇς

πεφασμένος ῇ

πεφασμένοι ὦμεν

πεφασμένοι ἦτε

πεφασμένοι ὦσι(ν)

Ευκτική

πεφασμένος εἴην

πεφασμένος εἴης

πεφασμένος εἴη

πεφασμένοι εἶμεν

πεφασμένοι εἶτε

πεφασμένοι εἴησαν ἤ εἶεν

πεφασμένος ἐσοίμην

πεφασμένος ἔσοιο

πεφασμένος ἔσοιτο

πεφασμένοι ἐσοίμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσοιντο

Προστακτική

-

πέφανσο

πεφάνθω

-

πέφανθε

πεφάνθων

Απαρέμφατο

πεφάνθαι

πεφασμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

πεφασμένος

πεφασμένη

πεφασμένον

πεφασμένος ἐσόμενος

πεφασμένη ἐσομένη

πεφασμένον ἐσόμενον

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

To ρήμα δέδοικα ή δέδια

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

8. Δέδοικαδέδια(=φοβάμαι). Παρακείμενος τοῦ ἄχρηστου ρ. δείδω μὲ σημασία ἐνεστῶτα.


Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας (μέσος με ενεργητική σημασία)

Αόριστος

Οριστική

δέδοικα ἤ δέδια

δέδοικας ἤ δέδιας

δέδοικε(ν) ἤ δέδιε(ν)

δεδοίκαμεν ἤ δέδιμεν

δεδοίκατε ἤ δέδιτε

δεδοίκασι(ν) ἤ δεδίασι(ν)

ἐδεδοίκειν ἤ ἐδεδίειν

ἐδεδοίκεις ἤ ἐδεδίεις

ἐδεδοίκει ἤ ἐδεδίει

-

-

ἐδεδοίκεσαν ἤ ἐδεδίεσαν

δείσομαι

δείσῃ ἤ δείσει

δείσεται

δεισόμεθα

δείσεσθε

δείσονται

ἔδεισα

ἔδεισας

ἔδεισε(ν)

ἐδείσαμεν

ἐδείσατε

ἔδεισαν

Υποτακτική

-

-

δεδίῃ

-

-

δεδίωσι(ν)



δείσω

δείσῃς

δείσῃ

δείσωμεν

δείσητε

δείσωσι(ν)

Ευκτική



δεισοίμην

δείσοιο

δείσοιτο

δεισοίμεθα

δείσοισθε

δείσοιντο

δείσαιμι

δείσαις

δείσαι

δείσαιμεν

δείσαιτε

δείσαιεν

Προστακτική

-

δέδιθι

δεδίτω

-

δέδιτε

δεδίντων



-

δεῖσον

δεισάτω

-

δείσατε

δεισάντων

Απαρέμφατο

δεδοικέναι ἤ δεδιέναι


δείσεσθαι

δεῖσαι

Μετοχή

δεδοικὼς ἤ δεδιώς

δεδοκυῖα ἤ δεδυῖα

δεδοικὸς ἤ δεδιός


δεισόμενος

δεισομένη

δεισόμενον

δείσας

δείσασα

δεῖσαν


Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

πεφόβημαι

πεφόβησαι

πεφόβηται

πεφοβήμεθα

πεφόβησθε

πεφόβηνται

ἐπεφοβήμην

ἐπεφόβησο

ἐπεφόβητο

ἐπεφοβήμεθα

ἐπεφόβησθε

ἐπεφόβηντο

πεφοβημένος ἔσομαι

πεφοβημένος ἔσῃ

(-ει)

πεφοβημένος ἔσται

πεφοβημένοι ἐσόμεθα

πεφοβημένοι ἔσεσθε

πεφοβημένοι ἔσονται

Υποτακτική

πεφοβημένος ὦ

πεφοβημένος ᾖς

πεφοβημένος ᾖ

πεφοβημένοι ὦμεν

πεφοβημένοι ἦτε

πεφοβημένοι ὦσι(ν)



Ευκτική

πεφοβημένος εἴην

πεφοβημένος εἴης

πεφοβημένος εἴη

πεφοβημένοι εἶμεν

πεφοβημένοι εἶτε

πεφοβημένοι εἴησαν ἤ εἶεν


πεφοβημένος ἐσοίμην

πεφοβημένος ἔσοιο

πεφοβημένος ἔσοιτο

πεφοβημένοι ἐσοίμεθα

πεφοβημένοι ἔσοισθε

πεφοβημένοι ἔσοιντο

Προστακτική

-

πεφόβησο

πεφοβήσθω

-

πεφόβησθε

πεφοβήσθων



Απαρέμφατο

πεφοβῆσθαι


πεφοβημένος ἔσεσθαι

Μετοχή

πεφοβημένος

πεφοβημένη

πεφοβημένον


πεφοβημένος ἐσόμενος

πεφοβημένη ἐσομένη

πεφοβημένον ἐσόμενον