Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Ὑδατικὴ Λεξιγραφία

Πηγή: Ὑδατική Λεξιγραφία (Ἐτυμολογικὴ ἀνάλυσις τῶν Ἑλληνικῶν Λέξεων ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὸ νερό) - Δρ. Στ. Δωρικού & Δρ. Κ. Χατζηγιαννάκη (ἐκδόσεις ἐλεύθερις σκέψις)

Ἡ ῥίζα ΜΑΡ-, ὡς καὶ ἡ ΜΕΝ-/ΜΑΝ- ἐμπεριέχουν καὶ τὶς ἔννοιες τῆς μανίας, ὀργῆς, ὁρμῆς ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπληστίας, λαιμαργίας ἢ τῆς διαπράξεως ἀσελγείας, προσβολῆς ἢ τῆς ἐφορμήσεως ἢ ἐκθέσεως.

ΜΑΡ-/ ΜΕΡ-
μάρ-μαρος=πέτρα κρυσταλλώδους φύσεως, ἀκατέργαστη, λευκὸς λίθος, μάρμαρον, λατ. marmor=μάρμαρο (μαραίνω=φθείρομαι)
μάρ-ναμαι=χτυπιέμαι, συμπλέκομαι, ἀγωνίζομαι, μάχομαι, πολεμῶ, ἐξ οὗ καὶ λατ. Mars=Ἄρης
μαρμαρυγή
=λάμψις, ἀκτινοβολία, ταχεῖα κίνησις
μαῖρα
=σπινθηροβόλος Σείριος ἀστέρας, ἀστερισμὸς τοῦ Κυνός
ἀμαρυγή=σπινθηρισμός
ἀμαρύσσω=σπινθηροβολῶ, στίλβω, λάμπω, ἀρχ. ἰνδ. mar-icih=ἀκτῖνα φωτός, ἀντικατοπτρισμός, mer-us=καθαρός, ἀκήρατος, ἀνόθευτος, λευκός
μέρμερος=ὁ προξενῶν πολλὴν φροντίδα, ἀνησυχία καὶ μέριμνα, ὀλέθριος, φρικτός
μεριμνάω=φροντίζω, σκέφτομαι σοβαρά
μαρτύριον
μαρτυρία
μαρτυρέω
συγγενὲς τοῦ μάρναμαι εἶναι τὸ μάχ-ομαι, ἡ μάχη, ὁ μαχητής, ὁ μαχόμενος.

Συγγενὴς τῆς ῥίζας ΜΕΡ- εἶναι καὶ ἡ ῥίζα ΜΕ-/ΜΕΔ-=σκέπτομαι, μελετῶ, συλλογίζομαι, φροντίζω, ἐπιμελοῦμαι, ἐκτιμῶ, προνοῶ, κυβερνῶ:
μέδομαι, μήδομαι
μέδων=κυβερνῶν, ἄρχων
μέδιμνος
μέτρον
λατ. meditor=σκέπτομαι, modestus=μέτριος, σώφρων, ταπεινός, moderor=μετριάζω, συστέλλω, διευθύνω
Μήδεια
τὰ μήδεα=οἱ φροντίδες
Μίδας(=μέδων)
Κλυταιμνήστρα
μῆτις=συμβουλή, σύνεσις, σοφία
μήτρα=μήτηρ, λατ. matrix=ἡ μήτρα, ἡ μητέρα, ἡ ἐνέχουσα.

Ἡ ῥίζα ΜΑΜ-/ΜΑΝ- δηλοῖ ταραχή, σφοδρότητα, θύελλα, σφοδρὴ ἐπιθυμία.
μαιμάκτης=σφοδρός, θυελλώδης, βίαιος
μαιμάσσω=εἶμαι πολὺ ἐρεθισμένος, ὀργισμένος
μαῖμαξ=ταραχώδης
μαι-μᾶν=ἐκτοξεύομαι ὑψηλά, ἀναπτύσσομαι: μακ-ρός, μῆ-κος ΜΑΚ- ΜΕΓ- μέγας, Μακ-εδών, Μακ-εδονία, μακεδνός=μακρός
μαίομαι=ἐπιδιώκω, προσπαθῶ, ζητῶ
λατ. mos=ἔθος, συνήθεια, γερμ. mut, ἀγγλ. mood
ἐπίμαστος=ἐψαυσμένος, μεμολυσμένος
μαστήρ, μαστρός=ἐρευνητής
μαστροπός=προαγωγός
μάστιξ
μαστεύω=ζητῶ, ἐρευνῶ, ἀγωνίζομαι
μαντεύω=μαστεύω
μάτ-η=(ματαία) προσπάθεια, ἀποτυχία, σφάλμα
ματίη=πλάνη
ῥίζα ΜΑ-=νεύειν, ἐξαπατᾶν
σερβοκροατικό matam, matati
τσεχικό matoha=φάντασμα.

σκέψις παράγεται ἀπὸ τὴν ἴδια ὀμάδα ῥιζῶν μὲ τὴν μανία, τὴν μέριμνα, τὸ μέτρον, τὴν μητέρα, τὴν μήτρα, τὴν τροφό, τὴν πανουργία, τὴν ἐπινόησι, τήν ”γέννα” τὴν φυσικὴ ἢ τὴν ἐν γένει δημιουργία ἢ ἔμπνευσι. Συγχρόνως στὴν ἴδια σειρὰ ῥιζῶν ἀνήκουν οἱ ἔννοιες καὶ τῆς δυνάμεως, ἐπιβουλῆς, καταστροφῆς, εὐπλαστότητος ἀλλὰ καὶ ἀδυναμίας, ἐξασθενήσεως, μαρασμοῦ. Καὶ ταυτοχρόνως τῶν ἀναλόγων ὑδρολέκτων, ὡς ἀντικειμένων μὲ εὐπλαστότητα, μαλακὴ σύστασι, ῥευστότητα.

μαίνημαινίς (λατ. maena), μικρὸ ψάρι τῆς θαλάσσης, εἶδος πέρκας, στὴν λιθουανικὴ menke, εἶναι εἶδος μπακαλιάρου ἐνῷ στὴν ῥωσικὴ menb τὸ θαλάσσιο χέλι, ἡ μύραινα, ἀγγλοσαξωνικὸ myne, νεογερμανικὸ munne. Μύραινα εἶναι ἡ γνωστή μας σμέρνα (σμύρνα). Τὸ μένος τῆς σμέρνας μεταφέρεται μὲ τὴν κοινὴ καταγωγὴ τῶν ῥιζῶν τῶν λέξεων στὸ μένος τῶν συναισθημάτων καὶ τὴν διαταραχή, τὴν ὀργή, τὴν παραφροσύνη. Ἡ μανία τῶν κυμάτων δείχνει τὴν φυσικὴ διαταραχὴ τῆς θαλάσσης, μπορεῖ ὅμως ν’ ἀποτελεῖ ψυχικὴ νόσο καὶ διαταραχή. Ἡ μάθησις (μαν-θάνω) ἀπαιτεῖ προσπάθεια, κόπο, ἐπιθυμία, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ κατάστασι ἡρεμίας ἀποτελεῖ. Καὶ ἡ σοφία, ἡ σύνεσις, τὸ λογικὸ ἀποκτάται μὲ ἐμπειρία ζωῆς, μὲ πεῖρα συγκρίσεως μὲ ἀντίξοες καταστάσεις. Ἡ μεν-θήρη (φροντίς) καὶ ἡ Μοῦσα (μουσική) εἶναι ἀντίστοιχα συναισθήματα, καταστάσεις ἢ δημιουργίες. Ἀντίστοιχα εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν ματεύω, μάχομαι, μέμονα=διανοοῦμαι, προτίθεμαι, ἐπιθυμῶ, ἐφ’ ὅσον ἡ σκέψις, ἡ διανόησις, ἡ ἐπιθυμία εἶναι διεργασία ποὺ ἀπαιτεῖ συγκρούσεις γιὰ λῆψι τελικῆς ἀποφάσεως ἢ διαμορφώσεως ἀντίστοιχης θεωρήσεως τῶν πραγμάτων. Ἰδίως ἡ ἐπιθυμία ἢ ἡ ἐρωτικὴ διάθεσις, ὅπως π.χ. νοεῖται στὴν γερμ. λέξι minne. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάστασις πολὺ δυνατὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ἔρωτας συνδέεται μὲ μνῆμες, ἀναμνήσεις, θύμισες, ὅπως καὶ ὅλα τὰ σημαντικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ μέτρον, τὸ μέσ(σ)ον (ῥίζες ΜΕΤ-/ΜΕΣ-)=μέτριον, τὸ μῆλον=μικρὸ ζῶον, εἶναι συγγενὲς τῆς ῥίζης (Σ)Μ- (σμικρύνω) ἤ τοῦ γερμανικοῦ schmal=μικρός, λίγος. Ἡ μῆτις=σοφία, σύνεσις, ἀπαιτεῖ μέτρον, ἐκτίμησι τῶν πραγμάτων. Ἡ δύναμις, γερμανιστὶ macht, ἀπαιτεῖ ἐπινόησι, μέσα, τεχνάσματα, πόρους, ὅπως τὰ ἑλληνικὰ μῆχος, μῆχαρ, μηχανή. Τὸ μέτρον μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ μικρή (ἑλληνικὰ μινύθω, μείων, μικρός), ἤ μεγάλη (ἑλληνικὸ μέγας, μακρύς, Μακεδνός, Μακεδών, Μακεδονία) κλίμακα.

Οἱ προαναφερθέντες ῥίζες δείχνουν πάλη μὲ τὰ πράγματα καὶ δυσκολίες, δείχνουν τὴν ἐπικράτησι τοῦ μέτρου, τῆς λογικῆς, τὴν ἀπόκτησι τῆς σοφίας ἢ τὸ δῶρο τῆς σκέψεως. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἀναγνωρίζουμε ὑγρόλεκτα πολύτιμα ποὺ εἶναι καὶ στὴν ἀρχὴ τῶν ῥιζῶν αὐτῶν. Ὁ ἄνθρωπος πρῶτα ὀνομάζει τὰ γύρω του πράγματα καὶ φαινόμενα, ἀποκτὰ ἐμπειρίες ἀπ’ αὐτὰ καὶ ὅπως προοδεύει καὶ ἀποκτᾶ ἐμπειρίες καὶ δημιουργεῖ, χρησιμοποιεῖ τὶς ἀρχικὲς ῥίζες τῆς γλώσσης του γιὰ νὰ καλύψει τὶς ἀνώτερες πνευματικές του δημιουργίες. Καὶ ἦταν φυσικὸ ὁ Ἕλληνας, ποὺ τόσο εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν θάλασσα καὶ τοὺς πλόες, νὰ ἀνέδειξε τὰ ὑδρόλεκτα σὲ ἀφηρημένες ἔννοιες, νὰ μετασχημάτισε τὴν φουρτούνα τῆς θαλάσσης σὲ φουρτούνα τοῦ νοῦ ἢ τῆς ψυχῆς, σὲ θρησκευτικὲς ἐκστάσεις ἤ σὲ δυστυχὴ περιστατικὰ τῆς ζωῆς. Καὶ νὰ συνυπάρχουν ἔτσι πληθώρα ἐννοιῶν καὶ ἀποχρώσεών τους καὶ νὰ μᾶς ἔρχονται μέρχι σήμερα ἀπὸ τὴν γραφίδα τῶν δικῶν μας δημιουργῶν, ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, περιουσία καὶ κτῆμα ἀποκλειστικὰ δικά μας.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

Χρόνοι

Χρόνος τοῦ ῥήματος λέγεται ὁ ῥηματικὸς τύπος ποὺ φανερώνει πότε γίνεται αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα καὶ πῶς.

Οἱ χρόνοι στὴν ὁριστικὴ

Ἡ ὁριστικὴ ἔγκλιση ἔχει ἐφτὰ χρόνους. Αὐτοὶ εἶναι:

ἐνεστώτας φανερώνει κάτι ποὺ γίνεται τώρα (μὲ διάρκεια ἤ μὲ ἐπανάληψη): ὁ μαθητὴς γράφει - ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγω.

παρατατικὸς φανερώνει κάτι ποὺ γινόταν στὸ παρελθόν (μὲ διάρκεια ἤ μὲ ἐπανάληψη): ὁ μαθητὴς ἔγραφε – Σωκράτης ὥσπερ ἐγίγνωσκεν οὕτως ἔλεγε.

(ἁπλός) μέλλοντας φανερώνει κάτι ποὺ θά γίνει ἤ θὰ γίνεται στὸ μέλλον: ἐγὼ γράψω - ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ.

ἀόριστος φανερώνει κάτι ποὺ ἔγινε ἀόριστα στὸ παρελθόν (ἄσχετα ἄν κράτησε πολὺ ἤ λίγο): ὁ μαθητὴς ἔγραψε - ἐβασίλευσε δώδεκα ἔτη.

παρακείμενος κυρίως φανερώνει κάτι ποὺ ἔχει γίνει στὸ παρελθὸν καὶ ὑπάρχει τῶρα συντελεσμένο: ὁ μαθητὴς γέγραφε (ἔχει γράψει κάτι ποὺ τώρα εἶναι τελειωμένο) – οἱ πολέμιοι σπονδὰς λελύκασι.

ὑπερσυντέλικος φανερώνει κάτι ποὺ εἶχε γίνει, δηλ. κάτι ποὺ ἦταν συντελεσμένο σὲ κάποιο χρονικὸ σημείο τοῦ παρελθόντος: ὁ μαθητὴς ἐγεγράφει (εἶχε γράψει κάτι στὸ παρελθὸν ποὺ ἦταν τελειωμένο καὶ ποὺ τώρα μπορεὶ νὰ μὴν ὑπάρχει) – οὗτος προαφῖκτο εἰς Σικελίαν (εἶχε φτάσει πρωτύτερα καὶ βρισκόταν τότε ἐκεί).

συντελεσμένος μέλλοντας φανερώνει κάτι ποὺ θὰ ἔχει γίνει, δηλ. κάτι ποὺ θὰ εἶναι συντελεσμένο, σὲ κάποιο χρονικὸ σημείο τοῦ μέλλοντος: ὁ μαθητὴς γεγραφὼς ἔσται (θὰ ἔχει γράψει κάτι ποὺ θὰ εἶναι τελειωμένο σὲ ὁρισμένη στιγμὴ τοῦ μέλλοντος) - ἡ πόλις ἔσται τετειχισμένη.

Ἀπὸ τοὺς χρόνους στὴν ὁριστικὴ:

α) ὁ ἐνεστῶτας καὶ κατὰ ἕνα μέρος ὁ παρακείμενος ἀναφέρονται κανονικὰ στὸ παρόν. Ὁ παρατατικὸς, ὁ ἀόριστος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ κατὰ ἕνα μέρος ὁ παρακείμενος ἀναφέρονται στὸ παρελθόν΄ ὁ (ἁπλός) μέλλοντας καὶ ὁ συντελεσμένος μέλλοντας ἀναφέρονται στὸ μέλλον.

β) ὁ ἐνεστῶτας, ὁ παρατατικὸς καὶ κάποτε ὁ (ἁπλός) μέλλοντας παρουσιάζουν αὐτὸ ποὺ σημαίνει τὸ ῥῆμα σὰν κάτι ἐξακολουθητικό, ποὺ διαρκεῖ μὲ συνέχεια ἤ μ’ ἐπανάληψη΄ ὁ ἀόριστος καὶ κάποτε ὁ (ἁπλός) μέλλοντας τὸ παρουσιάζουν συνοπτικά (ἰδωμένο στὸ σύνολό του)΄ ὁ παρακείμενος, ὁ ὑπερσυντέλικος καὶ ὁ συντελεσμένος μέλλοντας τὸ παρουσιάζουν συντελεσμένο.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Ο τονισμός σε δέκα απλά μαθήματα

Στὶς δέκα ἱστοσελίδες ποὺ ἀκολουθοῦν σᾶς προτείνουμε μίαν «μέθοδο ἄνευ διδασκάλου» ποὺ ἀπευθύνεται σὲ Ἕλληνες ἢ σὲ ἑλληνόφωνους ποὺ γνωρίζουν ἀρκετὰ καλὰ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀλλὰ δὲν ἔμαθαν ποτὲ τονισμό, ἢ τὸν ἔμαθαν πρὶν πολλὰ χρόνια καὶ ἐν τῷ μεταξὺ τὸν ἔχουν ξεχάσει.

Κίνηση Πολιτῶν γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

Μόρια

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Μόρια

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις, οἱ περισσότερες μονοσύλλαβες, ποὺ δὲν ἀνήκουν κανονικὰ σ’ ἕνα ὁρισμένο μέρος τοῦ λόγου. Αὐτὰ ἔχουν κυρίως ἐπιρρηματικὴ σημασία καὶ χρησιμοποιοῦνται στὸ λόγο βοηθητικά. Τέτοια εἶναι στὴν ἀρχαῖα ἑλληνικὴ τὰ ἀκόλουθα:

  1. ἐγκλιτικά: τοί, γέ, πέρ, πώ, νύν.
  2. εὐχετικό: εἴθε.
  3. δυνητικό: ἄν, ποὺ σημαίνει κάτι ποὺ μπορεὶ ἤ ποὺ μποροῦσε νὰ γίνει.
  4. αὀριστολογικό: ἄν, ποὺ εἶναι παραλλαγὴ τοῦ δυνητικοῦ ἄν καὶ σημαίνει τυχὸν ἤ ἴσως.
  5. αιτιολογικά: ἅτε, οἷον ἤ οἶον δή, οἷα ἤ οἷα δή, ποὺ συνάπτονται μὲ μτχ. καὶ σημαίνουν αἰτία πραγματική.
  6. ἀχώριστα δεικτικὰ μόρια: -δε καὶ -ί, ποὺ βρίσκονται προσκολλημένα στὸ τέλος ὁρισμένων λέξεων καὶ σημαίνουν δείξιμο: (ὁ, ἡ, τό) ὅδε, ἥδε, τόδε κτλ.
  7. ἀχώριστα προτακτικὰ μόρια: ἀ-, νη-, δυσ-, ἀρι-, ζα-, κτλ. ποὺ ποτὲ δὲ λέγονται μόνα τους, παρὰ συνηθίζονται μόνο στὴ σύνθεση ὡς πρῶτα συνθετικὰ σύνθετων λέξεων.

Ἐπιφωνήματα

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Ἐπιφωνήματα

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ φανερώνουν ψυχικὸ πάθημα, ὅπως θαυμασμό, ἐνθουσιασμό, χαρὰ ἤ ἀγανάκτηση, ἀποστροφή, λύπη κτλ.

Τὰ ἐπιφωνήματα τῆς ἀρχαῖας ἑλληνικῆς εἶναι:

  1. θαυμαστικά: ἆ!, ὤ! βαβαί! παπαῖ!
  2. γελαστικά: ἅ - ἅ - ἅ!
  3. θειαστικά (δηλ. ὅσα φανερώνουν ἐνθουσιασμό): εὐοῖ! εὐάν!
  4. σχετλιαστικά (δηλ. ὅσα φανερώνουν λύπη ἤ ἀγανάκτηση): ἰώ! ἰού! οὐαί! οἴμοι! φεῦ! παπαῖ!
  5. κλητικό: ὦ.

Σύνδεσμοι

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Σύνδεσμοι

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ χρησιμεύουν γιὰ νὰ συνδέουν μὲ ὁρισμένους τρόπους λέξεις ἤ προτάσεις μεταξύ τους.

Οἱ σύνδεσμοι κατὰ τὴ σημασία τους εἶναι συμπλεκτικοί, διαζευκτικοί (ἤ διαχωριστικοί), ἀντιθετικοί (ἤ ἐναντιωματικοί), παραχωρητικοί (ἤ ἐνδοτικοί), χρονικοί, αἰτιολογικοί, τελικοί, συμπερασματικοί, εἰδικοί, ὑποθετικοί, ἐρωτηματικοί, ἐνδοιαστικοί, (ἤ διστακτικοί).

  1. συμπλεκτικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικὰ ἤ ἀποφατικά), λέξεις ἤ προτάσεις: καταφατικοί: τε, καί΄ ἀποφατικοί: οὔτε, μήτε – οὐδέ, μηδέ.
  1. διαζευκτικοί ἤ διαχωριστικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ συνδέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχωριστικά) λέξεις ἤ προτάσεις: ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε.
  1. ἀντιθετκοὶ ἤ ἐναντιωματικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ σημαίνουν ὅτι ἐκεῖνα ποὺ συνδέονται μὲ αὐτοὺς εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους: μέν, δέ, μέντοι, ὅμως, ἀλλά, ἀτάρ(=ὅμως), μήν(=ὅμως), ἀλλὰ μήν(=ἀλλὰ ὅμως), καὶ μήν(=καὶ ὅμως), οὑ μὴν ἀλλά(=ἀλλὰ ὅμως), καίτοι(=καὶ ὅμως).
  1. παραχωρητικοὶ ἤ ἐνδοτικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ἀσυμβίβαστα μεταξύ τους καὶ ποὺ τὸ ἕνα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) πρὸς τὸ ἄλλο: εἰ καί, ἄν καί - καὶ εἰ, καὶ ἄν, κἄν(=καὶ ἄν ἀκόμη) – οὐδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν, μηδ’ ἐάν(=οὔτε καὶ ἄν) – καίπερ(=ἄν καί).
  1. χρονικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ καθορίζει τὸ χρόνο μιᾶς ἐνέργειας: ὡς - ὅτε, ὁπότε - ὁσάκις, ὁποσάκις – ἡνίκα, ὁπηνίκα - ἐπεί, ἐπειδή - ὅταν, ὀπόταν, ἐπάν, ἐπειδάν - ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, πρίν.
  1. αἰτιολογικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται ἕνα νόημα ποὺ εἶναι αἰτία ἤ δικαιολογία ἄλλου: γάρ - ὅτι, ὡς, διότι, ἐπεί, ἐπειδή.
  1. τελικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ φανερώνει τὸ τέλος (δηλ. τὸ σκοπό) μιᾶς ἐνέργειας: ἵνα, ὅπως, ὡς(=γιὰ νά).
  1. συμπερασματικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται ἕνα νόημα ποὺ φανερώνει συμπέρασμα ἄλλου προηγούμενου: ἄρα, δή, δῆτα, οὖν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν – οὔκουν, οὐκοῦν - ὥστε, ὡς.
  2. εἰδικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ συμπληρώνει τὴν ἔννοια ἄλλης πρότασης ὡς ἀντικείμενο ἤ ὡς ὑποκείμενο ἤ ἐπεξηγεῖ κάποια λέξη ἄλλης πρότασης: ὅτι, ὡς.
  1. ὑποθετικοί λέγονται οἱ σύνδεσμοι ποὺ εἰσάγουν ὑπόθεση: εἰ, ἐάν, ἄν, ἤν.
  1. ἐνδοιαστικοὶ ἤ διστακτικοὶ λέγονται οἱ σύνδεσμοι μὲ τοὺς ὁποίους εἰσάγεται πρόταση ποὺ ἐκφράζει ἐνδοιασμό (δηλ. φόβο ἤ δισταγμὸ γιὰ κάτι ἀνεπιθύμητο): μή, μὴ οὐ.

Προθέσεις

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

Προθέσεις

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ συνήθως μπαίνουν ἐμπρὸς ἀπὸ κλιτὲς λέξεις καὶ φανερώνουν διάφορες σχέσεις, ὅπως τὰ ἐπιρρήματα.

Ἀπὸ τὶς προθέσεις:

  1. λέγονται κύριες προθέσεις ὅσες χρησιμοποιοῦνται καὶ στὴ σύνταξη ἐμπρὸς ἀπὸ τὶς πλάγιες πτώσεις τῶν πτωτικῶν (π.χ. ἐν τῇ πόλει, σὺν αὐτῷ) καὶ σὲ σύνθεση μὲ ἄλλες λέξεις (π.χ. ἔντιμος, συντυγχάνω)΄ αὐτὲς εἶναι 18, οἱ 6 μονοσύλλαβες καὶ οἱ 12 δισύλλαβες: εἰς, ἐν, ἐκ ἤ ἐξ, πρό, πρός, σύν΄ ἀνά, διά, κατά, μετά, παρά - ἀμφί, ἀντί, ἐπί, περί - ἀπό, ὑπό - ὑπέρ΄
  2. λέγονται καταχρηστικὲς προθέσεις ὅσες χρησιμοποιοῦνται μόνο στὴ σύνταξη ἐμπρὸς ἀπὸ τὶς πλάγιες πτώσεις τῶν πτωτικῶν (καὶ ὄχι σὲ σύνταξη μὲ ἄλλες λέξεις)΄ αὐτὲς εἶναι οἱ ἀκόλουθες ἐννιά: α) μὲ γενική: ἄχρι, μέχρι, ἄνευ, χωρίς, πλήν, ἕνεκα ἤ ἕνεκεν΄ β) μὲ αἰτιατική: ὡς, νή, μά.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Επιρρήματα

Ἄκλιτα μέρη τοῦ λόγου

  1. Ἐπιρρήματα

Λέγονται οἱ ἄκλιτες λέξεις ποὺ προσδιορίζουν κυρίως τὰ ῥήματα καὶ φανερώνουν τόπο, χρόνο, ποσό, βεβαίωση ἤ ἄρνηση κτλ.

Τὰ ἐπιρρήματα κατὰ τὴ σημασία τους εἶναι:

  1. τοπικά (ὅσα σημαίνουν τόπο): ποῦ;, πῇ;, ποῖ;, ὅπου, ἔνθα, ἐνθάδε, ἐκεῖ, αὐτοῦ, ἄνω, κάτω, ἐγγύς, ἔσω, ἔξω κ.ά.
  2. χρονικά (ὅσα σημαίνουν χρόνο): πότε;, ὅτε, τότε, ὁπηνίκα, πηνίκα;, ποτέ(=κάποτε), νῦν, πρίν, ἔπειτα, πάλαι, χθές, σήμερον, αὔριον, αὖ, αὖθις(=πάλι) κ.ά.
  3. τροπικά (ὅσα σημαίνουν τρόπο): πῶς;, πῇ;, οὕτω(ς), ὧδε(=ἔτσι), ὅπως, ὡς(=καθώς), ὥσπερ, εὖ, καλῶς, κακῶς, σωφρόνως κ.ά.
  4. ποσοτικά (ὅσα σημαίνουν ποσό): πόσον;, ὅσον, τόσον, ὁπόσον, πολύ, μάλα, ἄγαν, λίαν, πάνυ, σφόδρα, ὀλίγον, ποσάκις, τοσάκις, πολλάκις, δίς, τρίς, τετράκις κτλ.
  5. βεβαιωτικά (ὅσα σημαίνουν βεβαίωση): ναί, μάλιστα, δή(=βέβαια), δῆτα(=βέβαια, χωρὶς ἀμφιβολία), (=ἀλήθεια) κ.ά.
  6. ἀρνητικά (ὅσα σημαίνουν ἄρνηση): οὐ, μή
  7. διστακτικά (ὅσα σημαίνουν δισταγμό): ἆρα(=ἄραγε), μῶν(=μῆπως), τάχα, ἴσως κ.ά.

Συσχετικὰ ἐπιρρήματα

Ἀπὸ τὰ τοπικά, χρονικά, τροπικά καὶ ποσοτικὰ ἐπιρρήματα:

  1. ὅσα εἰσάγουν ἐρώτηση λέγονται ἐρωτηματικά
  2. ὅσα ἔχουν ἀόριστη σημασία λέγονται ἀόριστα
  3. ὅσα σημαίνουν δείξιμο λέγονται δεικτικά
  4. ὅσα αναφέρονται σὲ λέξη ἄλλης πρότασης λέγονται ἀναφορικά.

Τὰ ἐρωτηματικά, τὰ ἀόριστα, τὰ δεικτικά καὶ τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα λέγονται μαζὶ συσχετικὰ ἐπιρρήματα.

Πίνακας συσχετικῶν ἐπιρρημάτων

Ἐρωτηματικά

Ἀόριστα

Δεικτικά

Ἀναφορικά

τοπικά (γιὰ στάση σ’ ἕναν τόπο)

ποῦ;

πού(=κάπου)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτοῦ, ἐκεῖ

οὗ(=ἐκεῖ ὅπου), ὅπου, ἔνθα, ὅθι

τοπικά (γιὰ κίνηση ἀπὸ ἕναν τόπο)

ποῖ;(=πρὸς ποιὸ μέρος;)

ποί(=κάπου, πρὸς κάποιο μέρος)

ἐνθάδε, ἐνταῦθα, αὐτόσε, ἐκεῖσε

οἷ, ὅποι(=πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου, ἔνθα

τοπικά (γιὰ κίνηση πρὸς ἕναν τόπο)

πόθεν;

ποθέν(=ἀπὸ κάποιο μέρος)

ἐνθένδε(=ἀπὸ ἐδώ), ἐντεῦθεν, ἐκεῖθεν

ὅθεν(=ἀπ’ ὅπου), ὁπόθεν, ἔνθεν

χρονικά

πότε; πηνίκα;(=κατὰ ποιὰ ὥρα;)

ποτέ(=κάποτε)

τότε, τηνίκα, τηνικάδε, τηνικαῦτα(=ἐκείνη τὴν ὥρα)

ὅτε, ὁπότε, ἡνίκα, ὁπηνίκα(=τὴν ὥρα πού)

τροπικά

πῶς;

πώς(=κάπως)

οὕτω(ς), ὦδε(=ἔτσι, ὡς ἐξῆς)

ὡς(=ὅπως), ὥσπερ(=ὅπως ἀκριβῶς), ὅπως

τοπικὰ ἤ τροπικά

πῇ;(=σὲ ποιὸ μέρος; ποῦ; - ἤ πῶς;)

πῄ(=σὲ κάποιον τόπο, κάπου - ἤ κάπως)

τῇδε, ταύτῃ(=σ’ αὐτὸν τὸν τόπο, ἐδώ - ἤ ἔτσι)

ᾖ, ὅπῃ(=ὅπου - ἤ ὅπως)

ποσοτικά

πόσον;

τόσον, τοσόνδε, τοσοῦτον

ὅπου, ὁπόσον

Τὸ ἀπρόσωπο χρή

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

12) Τὸ ἀπρόσωπο εἵμαρται(=εἶναι πεπρωμένο), πρκ. τοῦ ποιητ. ρ. μείρομαι(=παίρνω το μέρος ποὺ μοῦ ἀνήκει).

13) Τὸ ἀπρόσωπο πέπρωται(=εἶναι πεπρωμένο).

14) Τὸ ἀπρόσωπο χρή(=εἶναι ἀνάγκη, πρέπει).

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Αόριστος

Οριστική

χρή

χρῆν ἤ ἐχρῆν

χρήσει ἤ χρῆσται

ἐδέησε

Υποτακτική

χρῇ

δεήσῃ

Ευκτική

χρείη

χρήσοι

δεήσαι

Προστακτική

χρεών ἔστω

δεησάτω

Απαρέμφατο

χρῆναι

χρήσειν

δεῆσαι

Μετοχή

χρεών (τό)

χρῆσον (τό)

δεῆσαν (τό)

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

δεδέηκε(ν)

ἐδεδεήκει

δεδεηκός ἔσται

Υποτακτική

δεδεηκός ῇ

Ευκτική

δεδεηκός εἴη

δεδεηκός ἔσοιτο

Προστακτική

δεδεηκός ἔστω

Απαρέμφατο

δεδεηκέναι

δεδεηκός ἔσεσθαι

Μετοχή

δεδεηκός (τό)

δεδεηκός ἐσόμενον (τό)

Το ρήμα ἔοικα

Ἄλλα ῥήματα ποὺ κλίνονται ὁλικὰ ἤ μερικὰ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -μι μὲ διάφορες ἀνωμαλίες εἶναι:

9) Τὸ τέθνηκα(=ἔχω πεθάνει, εἶμαι νεκρός), πρκ. τοῦ ρ. ἀποθνῄσκω (ρ. θαν-, θνη-, θνε-).

10) Τὸ βέβηκα(=ἔχω βαδίσει), πρκ. τοῦ ρ. βαίνω.

11) Τὸ ἔοικα(=μοιάζω), πρκ. τοῦ ἄχρ. ρ. εἴκω μὲ σημ. ἐνεστῶτα.

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας(παθ.β’)

Αόριστος (παθ. β’)

Οριστική

ἔοικα

ἔοικας

ἔοικε(ν)

ἐοίκαμεν

ἐοίκατε

ἐοίκασι(ν) ἤ εἴξασι(ν)

ἐῴκειν

ἐῴκεις

ἐῴκει

ἐῴκεμεν

ἐῴκετε

ἐῴκεσαν

φανήσομαι

φανήσῃ ἤ φανήσει

φανήσεται

φανησόμεθα

φανήσεσθε

φανήσονται

ἐφάνην

ἐφάνης

ἐφάνη

ἐφάνημεν

ἐφάνητε

ἐφάνησαν

Υποτακτική

ἐοίκω

ἐοίκῃς

ἐοίκῃ

ἐοίκωμεν

ἐοίκητε

ἐοίκωσι(ν)

φανῶ

φανῇς

φανῇ

φανῶμεν

φανῆτε

φανῶσι(ν)

Ευκτική

ἐοίκοιμι

ἐοίκοις

ἐοίκοι

ἐοίκοιμεν

ἐοίκοιτε

ἐοίκοιεν

φανησοίμην

φανήσοιο

φανήσοιτο

φανησοίμεθα

φανήσοισθε

φανήσοιντο

φανείην

φανείης

φανείη

φανείημεν ἤ φανεῖμεν

φανείητε ἤ φανεῖτε

φανείησαν ἤ φανεῖεν

Προστακτική

-

φάνηθι

φανήτω

-

φάνητε

φανέντων ἤ φανήτωσαν

Απαρέμφατο

εἰκέναι ἤ ἐοικέναι

φανήσεσθαι

φανῆναι

Μετοχή

εἰκώς ἤ ἐοικώς

εἰκυῖα ἤ ἐοικυῖα

εἰκός ἤ ἐοικός

φανησόμενος

φανησομένη

φανησόμενον

φανείς

φανεῖσα

φανέν

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

πέφασμαι

πέφανσαι

πέφανται

πεφάσμεθα

πέφανθε

πεφασμένοι εἰσί(ν)

ἐπεφάσμην

ἐπέφανσο

ἐπέφαντο

ἐπεφάσμεθα

ἐπέφανθε

πεφασμένοι ἦσαν

πεφασμένος ἔσομαι

πεφασμένος ἔσῃ (-ει)

πεφασμένος ἔσται

πεφασμένοι ἐσόμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσονται

Υποτακτική

πεφασμένος ὦ

πεφασμένος ῇς

πεφασμένος ῇ

πεφασμένοι ὦμεν

πεφασμένοι ἦτε

πεφασμένοι ὦσι(ν)

Ευκτική

πεφασμένος εἴην

πεφασμένος εἴης

πεφασμένος εἴη

πεφασμένοι εἶμεν

πεφασμένοι εἶτε

πεφασμένοι εἴησαν ἤ εἶεν

πεφασμένος ἐσοίμην

πεφασμένος ἔσοιο

πεφασμένος ἔσοιτο

πεφασμένοι ἐσοίμεθα

πεφασμένοι ἔσεσθε

πεφασμένοι ἔσοιντο

Προστακτική

-

πέφανσο

πεφάνθω

-

πέφανθε

πεφάνθων

Απαρέμφατο

πεφάνθαι

πεφασμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

πεφασμένος

πεφασμένη

πεφασμένον

πεφασμένος ἐσόμενος

πεφασμένη ἐσομένη

πεφασμένον ἐσόμενον