Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2007

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΣΕ -ΑΩ


Τὰ φωνηεντόληκτα ῥήματα ποὺ ἔχουν χρονικὸ χαρακτῆρα αεο συναιροῦν τὸ φωνῆεν αὐτὸ στὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸ μὲ τὸ ἀκόλουθο φωνῆεν τῶν (ὁλικῶν) καταλήξεων καὶ γιὰ τοῦτο λέγονται συνηρημένα΄ λέγονται ὅμως καὶ περισπώμενα, γιατὶ ὁ συνηρημένος τύπος τους στὸ α’ πρόσωπο τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτα παίρνει περισπωμένη.

Τὰ συνηρημένα ῥήματα διαιροῦνται κατὰ τὸν χαρακτῆρα σὲ τρεὶς τάξεις:

  1. στὴν α’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -άω (χαρακτῆρας α): τιμάω-τιμῶ΄
  2. στὴ β’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -έω (χαρακτῆρας ε): ποιέω-ποιώ΄
  3. στὴν γ’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -όω (χαρακτῆρας ο): δηλόω-δηλῶ

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΣΕ –ΑΩ (ΤΙΜΑ-Ω=ΤΙΜΩ΄ΘΕΜΑ: ΤΙΜΑ-)

Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

(τιμάω) τιμ

(τιμάεις) τιμᾷς

(τιμάει) τιμ

(τιμάομεν) τιμῶμεν

(τιμάετε) τιμᾶτε

(τιμάουσι) τιμῶσι(ν)

(τιμάετον) τιμᾶτον

(τιμάετον) τιμᾶτον

(ἐτίμαον) ἐτίμων

(ἐτίμαες) ἐτίμας

(ἐτίμαε) ἐτίμα

(ἐτιμάομεν) ἐτιμῶμεν

(ἐτιμἀετε) ἐτιμᾶτε

(ἐτίμαον) ἐτίμων

(ἐτιμάετον) ἐτιμᾶτον

(ἐτιμαέτην) ἐτιμάτην

ὑποτακτική

(τιμάω) τιμ

(τιμάῃς) τιμᾷς

(τιμάῃ) τιμ

(τιμάωμεν) τιμῶμεν

(τιμάητε) τιμᾶτε

(τιμάωσι) τιμῶσι(ν)

(τιμάητον) τιμᾶτον

(τιμάητον) τιμᾶτον


εὐκτική

α’ τύπος ἐνικοῦ:

(τιμάοιμι) τιμῷμι

(τιμάοις) τιμῷς

(τιμάοι) τιμ

ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:

(τιμαοίην) τιμῴην

(τιμαοίης) τιμῴης

(τιμαοίη) τιμῴη

(τιμάοιμεν) τιμῷμεν

(τιμάοιτε) τιμῷτε

(τιμάοιεν) τιμῷεν

(τιμάοιτον) τιμῷτον

(τιμαοίτην) τιμῴτην


προστακτική

-

(τίμαε) τίμα

(τιμαέτω) τιμάτω

-

(τιμάετε) τιμᾶτε

(τιμαόντων) τιμώντων

ἤ (τιμαέτωσαν) τιμάτωσαν

(τιμάετον) τιμᾶτον

(τιμαέτων) τιμάτων


ἀπαρέμφατο

(τιμάειν) τιμᾶν

(ἀπὸ τὸ τιμά-εν)


μετοχή

(τιμάων) τιμῶν

(τιμάουσα) τιμῶσα

(τιμάον) τιμῶν

γενική:

(τιμάοντος) τιμῶντος

(τιμαούσης) τιμώσης

(τιμάοντος) τιμῶντος




Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

(τιμάομαι) τιμῶμαι

(τιμάῃ ἤ -ει) τιμ

(τιμάεται) τιμᾶται

(τιμαόμεθα) τιμώμεθα

(τιμάεσθε) τιμᾶσθε

(τιμάονται) τιμῶνται

(τιμάεσθον) τιμᾶσθον

(τιμάεσθον) τιμᾶσθον

(ἐτιμαόμην) ἐτιμώμην

(ἐτιμάου) ἐτιμ

(ἐτιμάετο) ἐτιμᾶτο

(ἐτιμαόμεθα) ἐτιμώμεθα

(ἐτιμάεσθε) ἐτιμᾶσθε

(ἐτιμάοντο) ἐτιμῶντο

(ἐτιμάεσθον) ἐτιμᾶσθον

(ἐτιμαέσθην) ἐτιμάσθην

ὑποτακτική

(τιμάωμαι) τιμῶμαι

(τιμάῃ) τιμ

(τιμάηται) τιμᾶται

(τιμαώμεθα) τιμώμεθα

(τιμάησθε) τιμᾶσθε

(τιμάωνται) τιμῶνται

(τιμάησθον) τιμᾶσθον

(τιμάησθον) τιμᾶσθον


εὐκτική

(τιμαοίμην) τιμῴμην

(τιμάοιο) τιμῷο

(τιμάοιτο) τιμῷτο

(τιμαοίμεθα) τιμῷμεθα

(τιμάοισθε) τιμῷσθε

(τιμάοισθον) τιμῷντο

(τιμάοισθον) τιμῷσθον

(τιμαοίσθην) τιμῷσθην


προστακτική

-

(τιμάου) τιμ

(τιμαέσθω) τιμάσθω

-

(τιμάεσθε) τιμᾶσθε

(τιμαέσθων) τιμάσθων

ἤ (τιμαέσθωσαν) τιμάσθωσαν

(τιμάεσθον) τιμᾶσθον

(τιμαέσθων) τιμάσθων


ἀπαρέμφατο

(τιμάεσθαι) τιμᾶσθαι


μετοχή

(τιμαόμενος) τιμώμενος

(τιμαομένη) τιμωμένη

(τιμαόμενον) τιμώμενον



Παρατηρήσεις

Στὰ συνηρημένα ῥήματα ποὺ ἀνήκουν στὴν α’ τάξη (σὲ -άω) γίνονται οἱ

ἀκόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

  1. α + εα + η = ᾶ: τίμαε = τίμα, τιμάητε = τιμᾶτε΄
  2. α + εια + ῃ = ᾳ: τιμάει = τιμᾷ, τιμάῃ = τιμᾷ΄
  3. α + οα + ωα + ου = ω: τιμάομεν = τιμῶμεν, τιμάωσι = τιμῶσι, τιμάουσι = τιμῶσι΄
  4. α +οι = ῳ: τιμάοιμι = τιμῷμι.

Τὰ ῥήματα ζῶ, πεινῶ, διψῶ καὶ χρῶμαι(=μεταχειρίζομαι) ἔχουν χαρακτῆρα η καὶ ὄχι α ( ζή-ω, πεινή-ω, διψή-ω, χρή-ομαι).

Κλίνονται γενικὰ στὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -άω, ἔχουν ὅμως η (ἤ ), ὅπου τὰ ῥήματα σὲ -άω ἔχουν (ἤ ):


Τὸ ῥῆμα ζῶ:

ὁριστ. καὶ ὕποτ. ἐνεστ. (ζή-ω) ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι(ν).

ὁριστ. παρατ. (ἔ-ζη-ον) ἔζων, ἔζης, ἔζη, ἐζῶμεν, ἐζῆτε, ἔζων.

εὐκτ. ἐνεστ. (ζη-οίην) ζῴην, ζῴης, ζῴη, ζῷμεν, ζῷτε, ζῷεν.

προστ. ἐνεστ. μόνο β’ ἐν. (ζῆ-ε) ζῆ καὶ γ’ ἐν. (ζη-έτω) ζήτω.

ἀπρμφ. ἐνεστ. (ζῆ-εν) ζῆν, μτχ. ἐνεστ. (ζή-ων) ζῶν, ζῶσα, ζῶν.


Τό ῥῆμα πεινῶ καὶ διψῶ:

ὁριστ. καὶ ὕποτ. ἐνεστ. (πεινή-ω) πεινῶ, πεινῇς, πεινῇ κτλ.

ὁριστ. παρατ. (ἐ-πείνη-ον) ἐπείνων, ἐπείνης, ἐπείνη κτλ.

εὐκτ. ἐνεστ. (πεινη-οίην) πεινῴην, πεινῴης, πεινῴη κτλ.

προστ. ἐνεστ. (πείνη-ε) πείνη, πεινήτω, πεινῆτε, πεινώντων κτλ.

ἀπρμφ. ἐνεστ. (πεινῆ-εν) πεινῆν. μτχ. ἐνεστ. (πεινή-ων) πεινῶν, -ῶσα, -ῶν.

Ἔτσι καὶ (διψή-ω) διψῶ, διψῇς, διψῇ κτλ.


Τὸ ῥῆμα χρῶμαι:

ὁριστ. ἐνεστ. (χρή-μαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται, χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται.

παρατ. (ἐ-χρη-όμην) ἐχρώμην, ἐχρῶ, ἐχρῆτο, ἐχρώμεθα, ἐχρῆσθε, ἐχρώντο.

ὑποτ. ἐνεστ. (χρή-ωμαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται κτλ.

εὐκτ. ἐνεστ. (χρη-οίμην) χρῴμην, χρῷο, χρῷτο, χρῴμεθα, χρῷσθε, χρῷντο.

προστ. ἐνεστ. (χρή-ου) χρῶ, χρήσθω, χρῆσθε, χρήσθων ἤ χρήσθωσαν.

ἀπρμφ. ἐνεστ. (χρή-εσθαι) χρῆσθαι, μτχ. (χρη-όμενος) χρώμενος κτλ.


ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Τὰ συνηρημένα ῥήματα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ φωνηεντόληκτα, σχηματίζουν τοὺς ἄλλους χρόνους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικό, ἀφοῦ προστεθούν στὸ ῥηματικὸ θέμα οἱ σχετικὲς (φαινομενικές) καταλήξεις.

Ἀλλὰ στοὺς χρόνους αὐτοὺς ὁ βραχύχρονος χαρακτῆρας τοῦ θέματος κανονικὰ ἐκτείνεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων, δηλαδή:

Τὸ α ἐκτείνεται σὲ η:

τιμῶ (θ. τιμα-) τιμή-σω, ἐ-τίμη-σα, τε-τίμη-κα, ἐ-τε-τιμή-κειν΄
τιμή-σομαι, ἐ-τιμη-σάμην, τιμη-θήσομαι, ἐ-τιμή-θην, τε-τίμη-μαι, ἐ-τε-τιμή-μην (ἔτσι καὶ στὰ παράγωγα: τιμη-τός, τιμη-τέος, τιμη-τής, τίμη-μα κτλ.).


ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ἤ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ

  1. Τὰ συνηρημένα ῥήματα σὲ -άω ποὺ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ χαρακτῆρα ἔχουν το φθόγγο ει ἐκτείνουν τὸ χαρακτῆρα α (βραχύχρονο) σὲ α (μακρόχρονο) (καὶ ὄχι σὲ η) ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων.
  2. Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα φυλάγουν τὸ χραχύχρονο χαρακτῆρα α σὲ ὅλους τοὺς χρόνους ἤ σε ὁρισμένους ἀπ’ αὐτούς.
  3. Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα φυλάγουν ἤ ἐκτείνουν τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα, ἀλλὰ συγχρόνως παίρνουν καὶ τὸ φθόγγο σ στὸ τέλος τοῦ θέματος σὲ ὁρισμένους χρόνους.
  4. Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα παρουσιάζουν καὶ ἄλλες διαφορὲς ἤ ἀνωμαλίες.

Ἔτσι τὰ ῥήματα αὐτὰ σχηματίζουν τοὺς χρόνους ὅπως φαίνεται στοὺς παρακάτω πίνακες:

  1. Ῥήματα ποὺ ἐκτείνουν τὸ χαρακτῆρα α (βραχύχρονο) σὲ α (μακρόχρονο) (μὲ φθόγγο ει ἀπὸ τὸ χαρακτῆρα)


Αἰτιά-ομαι = -ῶμαι (=κατηγορῶ), (θ. αἰτια-),

παρατ. ᾐτιαόμην -ώμην,

μεσ. μέλλ. αἰτιά-σομαι,

μεσ. αόρ. ᾐτια-σάμην,

(παθ. μελλ. αἰτια-θήσομαι, μεταγενέστερο),

παθ. αόρ. ᾐτιά-θην,

παρακ. ᾐτιά-μαι,

ὑπερσ. ᾐτιά-μην,

ῥημ. ἐπίθ. αἰτια-τέος.


(ἀπο)δειλιά-ω = -ῶ (=εἶμαι δειλός, δὲν τολμῶ), (θ. δειλια),

παρατ. ἀπ-ε-δειλίαον –ων,

μελλ. ἀπο-δειλιά-σω,

αόρ. ἀπ-ε-δειλία-σα,

παρακ. ἀπο-δε-δειλία-και,

ῥημ. ἐπίθ. ἀπο-δειλια-τέον.


ἐά-ω = ἐῶ (=ἀφήνω), (θ. ἐα),

παρατ. εἰᾶον –ων,

μελλ. ἐά-σω, ἀόρ. εἰά-σα,

παρακ. είά-κα,

παθ. ἐάομαι –ώμαι,

παρατ. δεν έχει,

μέσ. μέλλ. ὡς παθ. ἐά-σομαι,

παθ. ἀόρ. εἰά-θην,

παρακ. εἰά-μαι,

ῥημ. ἐπίθ. ἐα-τέος.


Θηρά-ω = -ῶ (=κυνηγῶ), (θ. θηρα-),

παρατ. ἐ-θηράον-ων,

μελλ. θη-ράσω,

ἀόρ. ἐ-θήρα-σα,

παρακ. τε-θήρα-κα,

ὑπερς. ἐ-τε-θηρά-κειν,

μέσ. καὶ παθ. θηράομαι -ῶμαι΄

ῥημ. ἐπίθ. θηρα-τός, θηρα-τέος,

παράγωγα, θηρα-τής, θήρα-μα κτλ.


ἰά-ομαι – ἰῶμαι (=γιατρεύω), (θ. ἰα-),

παρατ. ἰαόμην -ώμην,

μέσ. μέλλ. ἰά-σομαι,

μέσ. ἀόρ. ἰα-σάμην,

παθ. ἀόρ. μὲ παθ. διάθ. ἰά-θην,

ῥημ. ἐπίθ. ἰα-τός, ἰα-τέος,

παράγωγα ἰα-σις, ἴαμα, ἰα-τρος κτλ.


  1. Ῥήματα ποὺ φυλάγουν παντοῦ τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα α καὶ ἔχουν σ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ, μ, τ.


Γελά-ω = -ῶ (ἀρχικὸ θ. γελασ-΄ ἀπ’ αὐτὸ ἐνεστ. γελάσ-ω = γελάω-ῶ),

παρατ. ἐγέλαον –ων,

μέσ. μέλλ. ὡς ἐνεργ. γελά-σομαι,

ἀόρ. ἐ-γέλα-σα,

παθ. (κατα)γελάομαι -ῶμαι,

ἀόρ. ἐ-γελάσ-θην,

παρακ. γε-γέ-λασ-μαι,

ῥημ. ἐπίθ. κατα-γέλασ-τος.


Σπά-ω = σπῶ (ἀρχικὸ θ. σπασ-),

παρατ. ἔσπαον –ων,

μέλλ. σπάσω,

ἀόρ. ἔ-σπα-σα,

παθ. σπάομαι -ῶμαι,

παρατ. ἐ-σπαόμην -ώμην,

μέσ. μέλλ. σπά-σομαι,

μέσ. ἀόρ. ἐ-σπα-σάμην,

παρακ. ἔ-σπασ-μαι,

ῥημ. ἐπίθ. ἀνά-σπασ-τος, ἀ-διά-σπασ-τος κτλ.


Χαλά-ω = ῶ (=χαλαρώνω), (ἀρχικὸ θ. χαλασ-),

παρατ. ἐχάλαον –ων,

ἀόρ. ἐ-χάλα-σα,

παθ. χαλάομαι -ῶμαι,

παθ. ἀόρ. ἐ-χαλάσ-θην.


  1. Ῥήματα ποὺ ἔχουν παντοὺ μακρόχρονο χαρακτῆρα α καὶ παίρνουν σ μόνο ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ καὶ τ.


Δρά-ω = δρῶ (=κάνω, ἐνεργῶ), (θ. δρα- καὶ ἀπὸ ἀναλογὶα δρασ-),

παρατ. ἔδραον –ων,

μέλλ. δρά-σω,

ἀόρ. ἔ-δρα-σα,

παρακ. δέ-δρα-κα.

παθ. δράομαι -ῶμαι, ἐδραόμην -ώμην,

ἀόρ. ἐ-δρά-σ-θην,

παρακ. δέ-δρα-μαι,

ῥημ. ἐπίθ. δρα-σ-τέον,

παράγωγα δρᾶμα, δρᾶ-σις, δρά-σ-της κτλ.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ –Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ


Α. ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ
–Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ

Στὰ βαρύτονα ῥήματα τῆς α’ συζυγίας ἀνήκουν, ὅπως εἴδαμε (διαίρεση ῥημάτων): α) τὰ φωνηεντόληκτα ἀσυναίρετα: λύ-ω, παιδεύ-ω κ.ἄ.΄ β) τὰ ἀφωνόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα κ, γ, χ – π, β, φ – τ, δ, θ): πλέκ-ω, γράφ-ω, πείθ-ω κ.ἄ΄ γ) τὰ ὑγρόληκτα καὶ ἐνρινόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα λ, ρ – μ, ν): ἀγγέλλ-ω, σπείρ-ω, νέμ-ω, μέν-ω κ.ἄ.

Παρακάτω δίνεται ὡς παράδειγμα ἡ κλίση τοῦ ῥήματος λύω – λύομαι (βαρύτονο ῥῆμα, φωνηεντόληκτο). Μὲ βάση τὸ ῥῆμα αὐτὸ καὶ μὲ ὁρισμένες διαφορὲς κλίνεται καθεμιὰ ἀπὸ τὶς παραπάνω κατηγορίες ῥημάτων.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ω

λύ-εις

λύ-ει

λύ-ομεν

λύ-ετε

λύ-ουσι(ν)

-

λύ-ετον

λύ-ετον

Ὑποτακτική

λύ-ω

λύ-ῃς

λύ-

λύ-ωμεν

λύ-ητε

λύ-ωσι(ν)

-

λύ-ητον

λύ-ητον

Εὐκτική

λύ-οιμι

λύ-οις

λύοι

λύ-οιμεν

λύ-οιτε

λύ-οιεν

-

λύ-οιτον

λυ-οίτην

Προστακτική

-

λύ-ε

λυ-έτω

-

λύ-ετε

λυ-όντων ἤ λυ-έτωσαν*

-

λύ-ετον

λυ-έτων

Ἀπαρέμφατο

λύ-ειν

Μετοχή

λύ-ων

λύ-ουσα

λῦ-ον

* Οἱ τύποι τοῦ γ’ πληθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς σὲ -ντων εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς τύπους σὲ -τωσαν.

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-ον

ἔ-λυ-ες

ἔ-λυ-ε

ἐ-λύ-ομεν

ἐ-λύ-ετε

ἔ-λυ-ον

-

ἐ-λύ-ετον

ἐ-λυ-έτην

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λῦ-σω

λύ-σεις

λύ-σει

λύ-σομεν

λύ-σετε

λύ-σουσι(ν)

-

λύ-σετον

λύ-σετον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λύ-σοιμι

λύ-σοις

λύ-σοι

λύ-σοιμεν

λύ-σοιτε

λύ-σοιεν

-

λύ-σοιτον

λυ-σοίτην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σειν

Μετοχή

λύ-σων

λύ-σουσα

λῦ-σον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-σα

ἔ-λυ-σας

ἔ-λυ-σε(ν)

ἐ-λύ-σαμεν

ἐ-λύ-σατε

ἔ-λυ-σαν

-

ἐ-λύ-σατον

ἐ-λυ-σάτην

Ὑποτακτική

λύ-σω

λύ-σῃς

λύ-σῃ

λύ-σωμεν

λύ-σητε

λύ-σωσι(ν)

-

λύ-σητον

λύ-σητον

Εὐκτική

λύ-σαιμι

λύ-σαις ἤ λύ-σει-ας

λύ-σαι ἤ λύ-σειε(ν)*

λύ-σαιμι

λύ-σαιτε

λύ-σαιεν

λύ-σειαν

-

λύ-σαιτον

λυ-σαίτην

Προστακτική

-

λῦ-σον

λυ-σάτω

-

λύ-σατε

λυ-σάντων

λυ-σάτωσαν

-

λύ-σατον

λυ-σάτων

Ἀπαρέμφατο

λῦ-σαι

Μετοχή

λύ-σας

λύ-σασα

λῦ-σαν

* Οἱ τύποι τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἀορ. σὲ -ειας, ειε(ν), -ειαν λέγονται αἰολικοὶ καὶ εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-κα

λέ-λυ-κας

λέ-λυκε

λε-λύ-καμεν

λε-λύ-κατε

λε-λύ-κασι(ν)

-

λε-λύ-κατον

λε-λύ-κατον

Ὑποτακτική

λε-λύ-κω

λε-λύ-κῃς

λε-λύ-κῃ

λε-λύ-κωμεν

λε-λύ-κητε

λε-λύ-κωσι(ν)

-

λε-λύ-κητον

λε-λύ-κητον

Εὐκτική

λε-λύ-κοιμι

λε-λύ-κοις

λε-λύ-κοι

λε-λύ-κοιμεν

λε-λύ-κοιτε

λε-λύ-κοιεν

-

λε-λύ-κοιτον

λε-λυ-κοίτην

Προστακτική

εὔχρηστος ὁ περιφραστικός

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

-

Ὑποτακτική

λε-λυ-κὼς ὦ

λε-λυ-κὼς ᾖς

λε-λυ-κὼς ᾖ

λε-λυ-κότες ὦμεν

λε-λυ-κότες ἦτε

λε-λυ-κότες ὦσι

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

Εὐκτική

λελυκὼς εἴην

λελυκὼς εἴης

λελυκὼς εἴη

λελυκότες εἴημεν (εἶμεν)

λελυκότες εἴητε (εἶτε)

λελυκότες εἴησαν (εἶεν)

-

λελυκότε εἴητον

(εἶτον)

λελυκότε εἰήτην

(εἴτην)

Προστακτική

-

λελυκὼς ἴσθι

λελυκὼς ἔστω

-

λελυκότες ἔστε

λελυκότες ἔστων

-

λελυκότε ἔστον

λελυκότε ἔστων

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός






ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-κειν1

ἐ-λε-λύκεις

ἐ-λε-λύ-κει

ἐ-λε-λύ-κεμεν2

ἐ-λε-λύ-κετε

ἐ-λε-λύ-κεσαν

-

ἐ-λε-λύ-κετον

ἐ-λε-λυ-κέτην

1 Ἀρχαιότεροι τύποι: ἐλελύκη(ν), ἐλελύκης, ἐλελύκη.

2 Μεταγενέστεροι τύποι: ἐλελύκειμεν, ἐλελύκειτε, ἐλελύκεισαν

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λυ-κὼς ἔσομαι

λελυκὼς ἔσει (-ῃ)

λελυκὼς ἔσται

λε-λυ-κότες ἐσόμεθα

λελυκότες ἔσεσθε

λελυκότες ἔσονται

-

λελυκότε ἔσεσθον

λελυκότε ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυκὼς ἐσοίμην

λελυκὼς ἔσοιο

λελυκὼς ἔσοιτο

λελυκότες ἐσοίμεθα

λελυκότες ἔσοισθε

λελυκότες ἔσοιντο

-

λελυκότε ἔσοισθον

λελυκότε ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυκὼς ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυκὼς ἐσόμενος

λελυκυῖα ἐσομένη

λελυκὸς ἐσόμενον

Β. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνω τὸν ἑαυτό μου)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-σομαι

λύ-σῃ (-ει)

λύ-σεται

λυ-σόμεθα

λύ-σεσθε

λύ-σονται

-

λύ-σεσθον

λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-σοίμην

λύ-σοιο

λύ-σοιτο

λυ-σοίμεθα

λύ-σοισθε

λύ-σοιντο

-

λύ-σοισθον

λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σεσθαι

Μετοχή

λυ-σόμενος

λυ-σομένη

λυ-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-σάμην

ἐ-λύ-σω

ἐ-λύ-σατο

ἐ-λυ-σάμεθα

ἐ-λύ-σασθε

ἐ-λύ-σαντο

-

ἐ-λύ-σασθον

ἐ-λυ-σάσθην

Ὑποτακτική

λύ-σωμαι

λύ-σῃ

λύ-σηται

λυ-σώμεθα

λύ-σησθε

λύ-σωνται

-

λύ-σησθον

λύ-σησθον

Εὐκτική

λυ-σαίμην

λύ-σαιο

λύ-σαιτο

λυ-σαίμεθα

λύ-σαισθε

λύ-σαιντο

-

λύ-σαισθον

λυ-σαίσθην

Προστακτική

-

λῦ-σαι

λυ-σάσθω

-

λύσασθε

λυ-σάσθων

λυ-σάσθωσαν

-

λύ-σασθον

λυ-σάσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-σασθαι

Μετοχή

λυ-σάμενος

λυ-σαμένη

λυ-σάμενον

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λελυμένος,-η,-ον ἔσομαι

λελυμένος ἔσει

λελυμένος ἔσται

λελυμένοι,-αι,-α ἐσόμεθα

λελυμένοι ἔσεσθε

λελυμένοι ἔσονται

λελυμένω,-α,-ω ἔσεσθον

λελυμένω ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυμένος,-η,-ον ἐσοίμην

λελυμένος ἔσοιο

λελυμένος ἔσοιτο

λελυμένοι,-αι,-α ἐσοίμεθα

λελυμένοι ἔσοισθε

λελυμένοι ἔσοιντο

λελυμένω,-α, -ω ἔσοισθον

λελυμένω ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυμένος ἐσόμενος

λελυμένη ἐσομένη

λελυμένον ἐσόμενον

Γ. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνομαι ἀπὸ ἄλλον)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λυ-θήσομαι

λυ-θήσῃ (-ει)

λυ-θήσεται

λυ-θησόμεθα

λυ-θήσεσθε

λυ-θήσονται

-

λυ-θήσεσθον

λυ-θήσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-θησοίμην

λυ-θήσοιο

λυ-θήσοιτο

λυ-θησοίμεθα

λυ-θήσοισθε

λυ-θήσοιντο

-

λυ-θήσοισθον

λυ-θησοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λυ-θήσεσθαι

Μετοχή

λυ-θησόμενος

λυ-θησομένη

λυ-θυσόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λύ-θην

ἐ-λύ-θης

ἐ-λύ-θη

ἐ-λύ-θημεν

ἐ-λύ-θητε

ἐ-λύ-θησαν

-

ἐ-λύ-θητον

ἐ-λυ-θήτην

Ὑποτακτική

λυ-θῶ

λυ-θῇς

λυ-θῇ

λυ-θῶμεν

λυ-θῆτε

λυ-θῶσι(ν)

-

λυ-θῆτον

λυ-θῆτον

Εὐκτική

λυ-θείην

λυ-θείης

λυ-θείη

λυ-θείημεν

(-θεῖμεν)

λυ-θείητε (-θεῖτε)

λυ-θείησαν

(-θεῖεν)

-

λυ-θεῖτον

λυ-θείτην

Προστακτική

-

λύ-θητι

λυ-θήτω

-

λύ-θητε

λυ-θέντων

λυ-θήτωσαν

-

λύ-θητον

λυ-θήτων

Ἀπαρέμφατο

λυ-θῆναι

Μετοχή

λυ-θείς

λυθεῖσα

λυ-θέν

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον