Σάββατο, 12 Μαΐου 2007

ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ –Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ


Α. ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α’ ΣΥΖΥΓΙΑΣ (ΣΕ
–Ω) ΒΑΡΥΤΟΝΑ

Στὰ βαρύτονα ῥήματα τῆς α’ συζυγίας ἀνήκουν, ὅπως εἴδαμε (διαίρεση ῥημάτων): α) τὰ φωνηεντόληκτα ἀσυναίρετα: λύ-ω, παιδεύ-ω κ.ἄ.΄ β) τὰ ἀφωνόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα κ, γ, χ – π, β, φ – τ, δ, θ): πλέκ-ω, γράφ-ω, πείθ-ω κ.ἄ΄ γ) τὰ ὑγρόληκτα καὶ ἐνρινόληκτα (δηλ. ὅσα ἔχουν χαρακτῆρα λ, ρ – μ, ν): ἀγγέλλ-ω, σπείρ-ω, νέμ-ω, μέν-ω κ.ἄ.

Παρακάτω δίνεται ὡς παράδειγμα ἡ κλίση τοῦ ῥήματος λύω – λύομαι (βαρύτονο ῥῆμα, φωνηεντόληκτο). Μὲ βάση τὸ ῥῆμα αὐτὸ καὶ μὲ ὁρισμένες διαφορὲς κλίνεται καθεμιὰ ἀπὸ τὶς παραπάνω κατηγορίες ῥημάτων.

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ω

λύ-εις

λύ-ει

λύ-ομεν

λύ-ετε

λύ-ουσι(ν)

-

λύ-ετον

λύ-ετον

Ὑποτακτική

λύ-ω

λύ-ῃς

λύ-

λύ-ωμεν

λύ-ητε

λύ-ωσι(ν)

-

λύ-ητον

λύ-ητον

Εὐκτική

λύ-οιμι

λύ-οις

λύοι

λύ-οιμεν

λύ-οιτε

λύ-οιεν

-

λύ-οιτον

λυ-οίτην

Προστακτική

-

λύ-ε

λυ-έτω

-

λύ-ετε

λυ-όντων ἤ λυ-έτωσαν*

-

λύ-ετον

λυ-έτων

Ἀπαρέμφατο

λύ-ειν

Μετοχή

λύ-ων

λύ-ουσα

λῦ-ον

* Οἱ τύποι τοῦ γ’ πληθυντικοῦ τῆς προστακτικῆς σὲ -ντων εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς τύπους σὲ -τωσαν.

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-ον

ἔ-λυ-ες

ἔ-λυ-ε

ἐ-λύ-ομεν

ἐ-λύ-ετε

ἔ-λυ-ον

-

ἐ-λύ-ετον

ἐ-λυ-έτην

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λῦ-σω

λύ-σεις

λύ-σει

λύ-σομεν

λύ-σετε

λύ-σουσι(ν)

-

λύ-σετον

λύ-σετον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λύ-σοιμι

λύ-σοις

λύ-σοι

λύ-σοιμεν

λύ-σοιτε

λύ-σοιεν

-

λύ-σοιτον

λυ-σοίτην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σειν

Μετοχή

λύ-σων

λύ-σουσα

λῦ-σον

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἔ-λυ-σα

ἔ-λυ-σας

ἔ-λυ-σε(ν)

ἐ-λύ-σαμεν

ἐ-λύ-σατε

ἔ-λυ-σαν

-

ἐ-λύ-σατον

ἐ-λυ-σάτην

Ὑποτακτική

λύ-σω

λύ-σῃς

λύ-σῃ

λύ-σωμεν

λύ-σητε

λύ-σωσι(ν)

-

λύ-σητον

λύ-σητον

Εὐκτική

λύ-σαιμι

λύ-σαις ἤ λύ-σει-ας

λύ-σαι ἤ λύ-σειε(ν)*

λύ-σαιμι

λύ-σαιτε

λύ-σαιεν

λύ-σειαν

-

λύ-σαιτον

λυ-σαίτην

Προστακτική

-

λῦ-σον

λυ-σάτω

-

λύ-σατε

λυ-σάντων

λυ-σάτωσαν

-

λύ-σατον

λυ-σάτων

Ἀπαρέμφατο

λῦ-σαι

Μετοχή

λύ-σας

λύ-σασα

λῦ-σαν

* Οἱ τύποι τῆς εὐκτικῆς τοῦ ἀορ. σὲ -ειας, ειε(ν), -ειαν λέγονται αἰολικοὶ καὶ εἶναι πιὸ εὔχρηστοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-κα

λέ-λυ-κας

λέ-λυκε

λε-λύ-καμεν

λε-λύ-κατε

λε-λύ-κασι(ν)

-

λε-λύ-κατον

λε-λύ-κατον

Ὑποτακτική

λε-λύ-κω

λε-λύ-κῃς

λε-λύ-κῃ

λε-λύ-κωμεν

λε-λύ-κητε

λε-λύ-κωσι(ν)

-

λε-λύ-κητον

λε-λύ-κητον

Εὐκτική

λε-λύ-κοιμι

λε-λύ-κοις

λε-λύ-κοι

λε-λύ-κοιμεν

λε-λύ-κοιτε

λε-λύ-κοιεν

-

λε-λύ-κοιτον

λε-λυ-κοίτην

Προστακτική

εὔχρηστος ὁ περιφραστικός

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

-

Ὑποτακτική

λε-λυ-κὼς ὦ

λε-λυ-κὼς ᾖς

λε-λυ-κὼς ᾖ

λε-λυ-κότες ὦμεν

λε-λυ-κότες ἦτε

λε-λυ-κότες ὦσι

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

λε-λυ-κότε ἦτον

Εὐκτική

λελυκὼς εἴην

λελυκὼς εἴης

λελυκὼς εἴη

λελυκότες εἴημεν (εἶμεν)

λελυκότες εἴητε (εἶτε)

λελυκότες εἴησαν (εἶεν)

-

λελυκότε εἴητον

(εἶτον)

λελυκότε εἰήτην

(εἴτην)

Προστακτική

-

λελυκὼς ἴσθι

λελυκὼς ἔστω

-

λελυκότες ἔστε

λελυκότες ἔστων

-

λελυκότε ἔστον

λελυκότε ἔστων

Ἀπαρέμφατο

λε-λυ-κέναι

Μετοχή

λε-λυ-κώς

λε-λυ-κυῖα

λε-λυ-κός






ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-κειν1

ἐ-λε-λύκεις

ἐ-λε-λύ-κει

ἐ-λε-λύ-κεμεν2

ἐ-λε-λύ-κετε

ἐ-λε-λύ-κεσαν

-

ἐ-λε-λύ-κετον

ἐ-λε-λυ-κέτην

1 Ἀρχαιότεροι τύποι: ἐλελύκη(ν), ἐλελύκης, ἐλελύκη.

2 Μεταγενέστεροι τύποι: ἐλελύκειμεν, ἐλελύκειτε, ἐλελύκεισαν

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λυ-κὼς ἔσομαι

λελυκὼς ἔσει (-ῃ)

λελυκὼς ἔσται

λε-λυ-κότες ἐσόμεθα

λελυκότες ἔσεσθε

λελυκότες ἔσονται

-

λελυκότε ἔσεσθον

λελυκότε ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυκὼς ἐσοίμην

λελυκὼς ἔσοιο

λελυκὼς ἔσοιτο

λελυκότες ἐσοίμεθα

λελυκότες ἔσοισθε

λελυκότες ἔσοιντο

-

λελυκότε ἔσοισθον

λελυκότε ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυκὼς ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυκὼς ἐσόμενος

λελυκυῖα ἐσομένη

λελυκὸς ἐσόμενον

Β. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνω τὸν ἑαυτό μου)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΜΕΣΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-σομαι

λύ-σῃ (-ει)

λύ-σεται

λυ-σόμεθα

λύ-σεσθε

λύ-σονται

-

λύ-σεσθον

λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-σοίμην

λύ-σοιο

λύ-σοιτο

λυ-σοίμεθα

λύ-σοισθε

λύ-σοιντο

-

λύ-σοισθον

λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λύ-σεσθαι

Μετοχή

λυ-σόμενος

λυ-σομένη

λυ-σόμενον

ΜΕΣΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α΄

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-σάμην

ἐ-λύ-σω

ἐ-λύ-σατο

ἐ-λυ-σάμεθα

ἐ-λύ-σασθε

ἐ-λύ-σαντο

-

ἐ-λύ-σασθον

ἐ-λυ-σάσθην

Ὑποτακτική

λύ-σωμαι

λύ-σῃ

λύ-σηται

λυ-σώμεθα

λύ-σησθε

λύ-σωνται

-

λύ-σησθον

λύ-σησθον

Εὐκτική

λυ-σαίμην

λύ-σαιο

λύ-σαιτο

λυ-σαίμεθα

λύ-σαισθε

λύ-σαιντο

-

λύ-σαισθον

λυ-σαίσθην

Προστακτική

-

λῦ-σαι

λυ-σάσθω

-

λύσασθε

λυ-σάσθων

λυ-σάσθωσαν

-

λύ-σασθον

λυ-σάσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-σασθαι

Μετοχή

λυ-σάμενος

λυ-σαμένη

λυ-σάμενον

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λελυμένος,-η,-ον ἔσομαι

λελυμένος ἔσει

λελυμένος ἔσται

λελυμένοι,-αι,-α ἐσόμεθα

λελυμένοι ἔσεσθε

λελυμένοι ἔσονται

λελυμένω,-α,-ω ἔσεσθον

λελυμένω ἔσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λελυμένος,-η,-ον ἐσοίμην

λελυμένος ἔσοιο

λελυμένος ἔσοιτο

λελυμένοι,-αι,-α ἐσοίμεθα

λελυμένοι ἔσοισθε

λελυμένοι ἔσοιντο

λελυμένω,-α, -ω ἔσοισθον

λελυμένω ἐσοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λελυμένος ἔσεσθαι

Μετοχή

λελυμένος ἐσόμενος

λελυμένη ἐσομένη

λελυμένον ἐσόμενον

Γ. ΒΑΡΥΤΟΝΟ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΟ ΡΗΜΑ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΕ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ (λύ-ομαι = λύνομαι ἀπὸ ἄλλον)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λύ-ομαι

λύ-ῃ (-ει)

λύ-εται

λυ-όμεθα

λύ-εσθε

λύ-ονται

-

λύ-εσθον

λύ-εσθον

Ὑποτακτική

λύ-ωμαι

λύ-

λύ-ηται

λυ-ώμεθα

λύ-ησθε

λύ-ωνται

-

λύ-ησθον

λύ-ησθον

Εὐκτική

λυ-οίμην

λύ-οιο

λύ-οιτο

λυ-οίμεθα

λύ-οισθε

λύ-οιντο

-

λύ-οισθον

λυ-οίσθην

Προστακτική

-

λύ-ου

λυ-έσθω

-

λύ-εσθε

λυ-έσθων

λυ-έσθωσαν

-

λύ-εσθον

λυ-έσθων

Ἀπαρέμφατο

λύ-εσθαι

Μετοχή

λυ-όμενος

λυ-ομένη

λυ-όμενον

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λυ-όμην

ἐ-λύ-ου

ἐ-λύ-ετο

ἐ-λυ-όμεθα

ἐ-λύ-εσθε

ἐ-λύ-οντο

-

ἐ-λύ-εσθον

ἐ-λυ-έσθην

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λυ-θήσομαι

λυ-θήσῃ (-ει)

λυ-θήσεται

λυ-θησόμεθα

λυ-θήσεσθε

λυ-θήσονται

-

λυ-θήσεσθον

λυ-θήσεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λυ-θησοίμην

λυ-θήσοιο

λυ-θήσοιτο

λυ-θησοίμεθα

λυ-θήσοισθε

λυ-θήσοιντο

-

λυ-θήσοισθον

λυ-θησοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λυ-θήσεσθαι

Μετοχή

λυ-θησόμενος

λυ-θησομένη

λυ-θυσόμενον

ΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ Α’

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λύ-θην

ἐ-λύ-θης

ἐ-λύ-θη

ἐ-λύ-θημεν

ἐ-λύ-θητε

ἐ-λύ-θησαν

-

ἐ-λύ-θητον

ἐ-λυ-θήτην

Ὑποτακτική

λυ-θῶ

λυ-θῇς

λυ-θῇ

λυ-θῶμεν

λυ-θῆτε

λυ-θῶσι(ν)

-

λυ-θῆτον

λυ-θῆτον

Εὐκτική

λυ-θείην

λυ-θείης

λυ-θείη

λυ-θείημεν

(-θεῖμεν)

λυ-θείητε (-θεῖτε)

λυ-θείησαν

(-θεῖεν)

-

λυ-θεῖτον

λυ-θείτην

Προστακτική

-

λύ-θητι

λυ-θήτω

-

λύ-θητε

λυ-θέντων

λυ-θήτωσαν

-

λύ-θητον

λυ-θήτων

Ἀπαρέμφατο

λυ-θῆναι

Μετοχή

λυ-θείς

λυθεῖσα

λυ-θέν

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λέ-λυ-μαι

λέ-λυ-σαι

λέ-λυ-ται

λε-λύ-μεθα

λέ-λυ-σθε

λέ-λυ-νται

-

λέ-λυ-σθον

λέ-λυ-σθον

Ὑποτακτική

λελυμένος, -η, -ον ὦ

λελυμένος ᾖς

λελυμένος

λελυμένοι, -αι, -α ὦμεν

λελυμένοι ἦτε

λελυμένοι ὦσι(ν)

-

λελυμένω,

-α, -ω ἦτον

λελυμένω ἦτον

Εὐκτική

λελυμένος, -η, -ον εἴην

λελυμένος εἴης

λελυμένος εἴη

λελυμένοι, -αι, -α εἴημεν (εἶμεν)

λελυμένοι εἴητε (εἴτε)

λελυμένοι εἴησαν (εἶεν)

-

λελυμένω, -α, -ω εἴητον (εἶτον)

λελυμένω εἰήτην (εἴτην)

Προστακτική

-

λέ-λυσο

λε-λύ-σθω

-

λέ-λυ-σθε

λε-λύ-σθων ἤ λελύσθωσαν

-

λέ-λυ-σθον

λε-λύ-σθων

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σθαι

Μετοχή

λε-λυ-μένος

λε-λυ-μένη

λε-λυ-μένον

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

ἐ-λε-λύ-μην

ἐ-λέ-λυ-σο

ἐ-λέ-λυ-το

ἐ-λε-λύ-μεθα

ἐ-λέ-λυ-σθε

ἐ-λέ-λυ-ντο

-

ἐ-λέ-λυ-σθον

ἐ-λε-λύ-σθην

ΣΥΝΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΟΣ)

Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

Ὁριστική

λε-λύ-σομαι

λε-λύ-σῃ (-σει)

λε-λύ-σεται

λε-λυ-σόμεθα

λε-λύ-σεσθε

λε-λύ-σονται

-

λε-λύ-σεσθον

λε-λύ-σεσθον

Ὑποτακτική

-

Εὐκτική

λε-λυ-σοίμην

λε-λύ-σοιο

λε-λύ-σοιτο

λε-λυ-σοίμεθα

λε-λύ-σοισθε

λε-λύ-σοιντο

-

λε-λύ-σοισθον

λε-λυ-σοίσθην

Προστακτική

-

Ἀπαρέμφατο

λε-λύ-σεσθαι

Μετοχή

λε-λυ-σόμενος

λε-λυ-σομένη

λε-λυ-σόμενον

8 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ πολύ! Εξαιρετικά χρήσιμο!

kalliopi είπε...

Ευχαριστώ και γω! :)

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια για την προσπάθειά σου, το blog σου είναι όντως εξαιρετικά χρήσιμο, ειδικά για όσους ξεκινούν τη σταδιοδρομία τους στην ελληνική γλώσσα. Ό,τι καλύτερο έχω εντοπίσει στο διαδίκτυο.

Ρ.Β.

kalliopi είπε...

Σας ευχαριστώ θερμά :)

Ανώνυμος είπε...

Σας ευχαριστώ πολύ

chris-ilio είπε...

Εύχρηστο και χρήσιμο συγχρόνως ! Ευχαριστώ πολύ !...

libertad♥ είπε...

Με βοηθάει πολύ στις εξετάσεις! Ευχαριστώ πολύ:)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΓΑΠΗ , ΤΙΝΑ ΓΡΑΜΜΟΥ , ΠΟΠΗ ΠΟΛΥΖΟΥ , ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΜΠΑΚΗ είπε...

πολύ ωραίο ευχαριστώ αλλά να βάλετε και κανένα ρήμα ακόμα τι μόνο το λύω !!! ;)