Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΣΕ -ΕΩ

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ –ΕΩ (ποιέ-ω= ποιῶ΄ θ.ποιε-)

Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

(ποιέω) ποι

(ποιέεις) ποιεῖς

(ποιέει) ποιεῖ

(ποιέομεν) ποιοῦμεν

(ποιέετε) ποιεῖτε

(ποιέουσι) ποιοῦσι(ν)

(ποιέετον) ποιεῖτον

(ποιέετον) ποιεῖτον

(ἐποίεον) ἐποίεις

(ἐποίεες) ἐποίει

(ἐποίεε) ἐποίει

(ἐποιέομεν) ἐποιοῦμεν

(ἐποιέετε) ἐποιεῖτε

(ἐποίεον) ἐποίουν

(ἐποιέετον) ἐποιεῖτον

(ἐποιεέτην) ἐποιείτην

ὑποτακτική

(ποιέω) ποι

(ποιέῃς) ποιῇς

(ποιέῃ) ποι

(ποιέωμεν) ποιῶμεν

(ποιέητε) ποιῆτε

(ποιέωσι) ποιῶσι(ν)

(ποιέητον) ποιῆτον

(ποιέητον) ποιῆτον


εὐκτική

α’ τύπος ἐνικοῦ:

(ποιέοιμι) ποιοῖμι

(ποιέοις) ποιοῖς

(ποιέοι) ποιοῖ

ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:

(ποιεοίην) ποιοίην

(ποιεοίης) ποιοίης

(ποιεοίη) ποιοίη

(ποιέοιμεν) ποιοῖμεν

(ποιέοιτε) ποιοῖτε

(ποιέοιεν) ποιοῖεν

(ποιέοιτον) ποιοῖτον

(ποιεοίτην) ποιοίτην


προστακτική

-

(ποίεε) ποίει

(ποιεέτω) ποιείτω

-

(ποιέετε) ποιεῖτε

(ποιεόντων) ποιούντων

ἤ (ποιεέτωσαν) ποιείτωσαν

(ποιέετον) ποιεῖτον

(ποιεέτων) ποιείτων


ἀπαρέμφατο

(ποιέεν) ποιεῖν


μετοχή

(ποιέων) ποιῶν

(ποιέουσα) ποιοῦσα

(ποιέον) ποιοῦν

γενική:

(ποιέοντος) ποιοῦντος

(ποιεούσης) ποιούσης

(ποιέοντος) ποιοῦντος


Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ


Ἐνεστῶτας

Παρατατικός

ὁριστική

(ποιέομαι) ποιοῦμαι

(ποιέῃ ἤ -ει) ποι ἤ -εῖ

(ποιέεται) ποιεῖται

(ποιεόμεθα) ποιούμεθα

(ποιέεσθε) ποιεῖσθε

(ποιέονται) ποιοῦνται

(ποιέεσθον) ποιεῖσθον

(ποιέεσθον) ποιεῖσθον

(ἐποιεόμην) ἐποιούμην

(ἐποιέου) ἐποιοῦ

(ἐποιέετο) ἐποιεῖτο

(ἐποιεόμεθα) ἐποιούμεθα

(ἐποιέεσθε) ἐποιεῖσθε

(ἐποιέοντο) ἐποιοῦντο

(ἐποιέεσθον) ἐποιεῖσθον

(ἐποιεέσθην) ἐποιείσθην

ὑποτακτική

(ποιέωμαι) ποιῶμαι

(ποιέῃ) ποι

(ποιέηται) ποιῆται

(ποιεώμεθα) ποιώμεθα

(ποιέησθε) ποιῆσθε

(ποιέωνται) ποιῶνται

(ποιέησθον) ποιῆσθον

(ποιέησθον) ποιῆσθον


εὐκτική

(ποιεοίμην) ποιοίμην

(ποιέοιο) ποιοῖο

(ποιέοιτο) ποιοῖτο

(ποιεοίμεθα) ποιοίμεθα

(ποιέοισθε) ποιοῖσθε

(ποιέοιντο) ποιοῖντο

(ποιέοισθον) ποιοῖσθον

(ποιεοίσθην) ποιοίσθην


προστακτική

-

(ποιέου) ποιοῦ

(ποιεέσθω) ποιείσθω

-

(ποιέεσθε) ποιεῖσθε

(ποιεέσθων) ποιείσθων

ἤ (ποιεέσθωσαν) ποιείσθωσαν

(ποιέεσθον) ποιεῖσθον

(ποιεέσθων) ποιείσθων


ἀπαρέμφατο

(ποιέεσθαι) ποιεῖσθαι


μετοχή

(ποιεόμενος) ποιούμενος

(ποιεομένη) ποιουμένη

(ποιεόμενον) ποιούμενον


Παρατηρήσεις:

  • Στὰ συνηρημένα ῥήματα ποὺ ἀνήκουν στὴ β’ τάξη (σὲ -έω) γίνονται οἱ ἀκόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:

1) ε + ε = ει: ποίεε = ποίει, ποιέετε = ποιεῖτε΄

2) ε + ο = ου: ποιέομεν = ποιοῦμεν, ποιέον = ποιοῦν΄

3) τὸ ε μὲ μακρόχρονο φωνῆεν ἤ δίφθογγο συναιρεῖται στὸ ἴδιο μακρόχρονο φωνῆεν ἤ δίφθογγο: ποιέω = ποιῶ, ποιέητε = ποιῆτε, ποιέεις =ποιεῖς, ποιέοιμι = ποιοῖμι, ποιέουσα = ποιοῦσα, ποιέῃς = ποιῇς, ποιέουσι = ποιοῦσι.

Ἔτσι προκύπτουν οἱ φθόγγοι ω, η - ῃ, ει, οι και ου.

  • Τὰ ῥήματα σὲ -έω μὲ θέμα μονοσύλλαβο συναιρούνται μόνο, ὅπου μετᾶ τὸ χαρακτῆρα ε ἀκολουθεῖ ἄλλο εει.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Τὰ συνηρημένα ῥήματα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ φωνηεντόληκτα, σχηματίζουν τοὺς ἄλλους χρόνους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικό, ἀφοῦ προστεθούν στὸ ῥηματικὸ θέμα οἱ σχετικὲς (φαινομενικές) καταλήξεις.

Ἀλλὰ στοὺς χρόνους αὐτοὺς ὁ βραχύχρονος χαρακτῆρας τοῦ θέματος κανονικὰ ἐκτείνεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων, δηλαδή:

Τὸ ε ἐκτείνεται σὲ η:

ποιῶ (θ. ποιε-), ποι-σω, ἐ-ποίη-σα, πε-ποίη-κα, ἐ-πε-ποικειν΄

ποι-σομαι, ἐ-ποιη-σάμην, ποιη-θήσομαι, ἐ-ποι-θην, πε-ποίη-μαι,

ἐ-πε-ποι-μην (ἔτσι καί: ποιη-τός, ποιη-τέος, ποιη-τής, ποίη-σις, ποίη-μα κτλ.).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ἤ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ

Τὰ ῥήματα αὐτὰ σχηματίζουν τοὺς χρόνους ὅπως φαίνεται στοὺς παρακάτω πίνακες:

  1. Ῥήματα ποὺ φυλάγουν παντοῦ ἤ σὲ ὁρισμένους τύπους τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα χωρὶς νὰ παίρνουν σ.

Αἰνέω = -ῶ (θ. αἰνε-), συνηθ. σύνθ. ἐπαινῶ, παραινῶ κτλ.,

παρατ. ᾔνεον –ουν,

μέλλ. αἰνέ-σω, ἀόρ. ᾔνε-σα,

παρακ. ᾔνε-κα.

Παθ. αἰνέομαι –οῦμαι,

παρατ. ᾐνεόμην –ούμην,

μέσ. μέλλ. ὥς ἐνεργ. αἰνέ-σομαι,

παθ. μέλλ. αἰνε-θήσομαι,

παθ. ἀόρ. ᾐνέ-θην,

παρακ. ᾔνη-μια.

Ῥημ. ἐπίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.

Αἱρέ-ω = -ῶ (=πιάνω, κυριεύω), (θ. αἱρε- καὶ Fελ-),

παρατ. ᾕρεον –ουν,

μέλλ. αἱρήσω,

ἀόρ. εἷλον,

παρακ. ᾕρη-κα,

ὑπερσ. ᾑρή-κειν

Ὥς παθ. τοῦ αἱρέω χρησιμεύει τὸ ῥ. ἁλίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι.

Μέσ. μὲ ἐνεργ. Σημασία αἱρέομαι –οῦμαι (=ἐκλέγω, προτιμῶ),

παρατ. ᾑρεόμην –ούμην,

μελλ. αἱρή-σομαι.

Παθ. αἱρέομαι –οῦμαι (=ἐκλέγομαι, προτιμιέμαι),

παρατ. ᾑρεόμην –ούμην,

μελλ. αἱρε-θήσομαι,

ἀόρ. ᾑρέ-θην,

παρακ. ᾕρη-μια,

ὑπερσ. ᾑρή-μην,

συντελ. μέλλ. ᾑρή-σομαι ἤ ᾑρη-μένος ἔσομαι.

Ῥημ. ἐπιθ. αἱρε-τός, αἱρε-τέος

Παράγ. αἵρε-σις κτλ.

Δέ-ω = δῶ (=δένω), (θ. δε-),

παρατ. -έδεον –ουν,

μελλ. δή-σω,

ἀόρ. ἔ-δη-σα,

παρακ. δέ-δε-κα,

ὑπερσ. ἐ-δε-δέ-κειν.

Παθ. δέομαι –οῦμαι,

παρατ. –ε-δε-όμην –ούμην,

παθ. μέλλ. δε-θήσομαι,

παθ. ἀόρ. ἐ-δέ-θην,

παρακ. δέ-δε-μια,

ὑπερσ. ἐ-δε-δέ-μην,

Ῥημ. ἐπίθ. δε-τός, δε-τέος

Παραγ. δέ-σις, δέ-μα κτλ.

Έμέω = ἐμῶ (=ξερνῶ), (θ. ἐμε-),

παρατ. ἤμεον –ουν,

ἀόρ. ἤμε-σα,

Παραγ. ἔμε-σις, ἔμετος κτλ.

Καλέ-ω = καλῶ (ἀρχ. θ. καλ-, μὲ πρόσφυμα ε: καλε-, μὲ μετάθεση καὶ ἔκταση τοῦ α: κλη-),

παρατ. ἐκάλεον –ουν,

μέλλ. συνηρημ. καλῶ (ἀπὸ τὸ καλέ-σω),

ἀόρ. ἐ-κάλε-σα,

παρακ. κέ-κλη-κα,

ὑπερσ. ἐ-κε-κλή-κειν.

Παθ. καλέομαι –οῦμαι,

παρατ. ἐκαλεόμην –ούμην,

μέσ. μέλλ. κα-λοῦμαι (ἀπὸ τὸ καλέ-σομαι),

μέσ. ἀόρ. ἐ-καλε-σάμην,

παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι,

παθ. ἀόρ. ἐ-κλή-θην,

παρακ. κέ-κλη-μαι,

ὑπερσ. ἐ-κε-κλή-μην.

Ῥημ. ἐπιθ. κλη-τός, κλη-τέος.

Παραγ. Κλῆ-σις, κλη-τήρ κτλ.

Χέ-ω, χεῖς, χεῖ κτλ΄ (=χύνω), (θ. χεF- = χευ-, ἀδύνατο θ. χυ-),

παρατ. -έ-χε-ον (ἐν-έ-χε-ον, ἐν-έ-χεις, ἐν-έ-χει κτλ.),

μέλλ. χέ-ω,

ἀόρ. -έ-χε-α (ἐν-έ-χε-α, ἐν-έ-χε-ας, ἐν-έ-χε-ε κτλ.).

Παθ. χέομαι,

παρατ. ἐ-χε-όμην,

μέσ. μέλλ. χέ-ομαι,

μέσ. ἀόρ. –ε-χε-άμην (ἐν-ε-χε-άμην, ἐν-ε-χέ-ω, ἐν-ε-χέ-ατο κτλ., ὑποτ.

-χέωμαι, μετ. –χε-άμενος),

παθ. μέλλ. –χυ-θήσομαι,

παθ. ἀόρ. ἐ-χύ-θην,

παρακ. κέ-χυ-μια,

ὑπερσ. ἐ-κε-χύ-μην.

Ῥημ. ἐπιθ. χυ-τός.

Παραγ. Χύσις, χύμα κτλ.

  1. Ῥήματα ποὺ κρατοῦν παντοῦ τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα ε καὶ ἔχουν ἤ παίρνουν σ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ, μ, τ.

Αἰδέομαι = -οῦμαι (=ντρέπομαι, σέβομαι), (θ. αἰδεσ-),

παρατ. ᾐδεόμην –ούμην,

μέσ. μέλλ. αἰδέ-σομαι,

μέσ. ἀόρ. ᾐδε-σάμην,

Παθ. ἀόρ. ὥς μέσ. ᾐδέσ-θην,

παρακ. ᾔδεσ-μαι.

Ῥημ. ἐπιθ. Αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον.

Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.

Ἀκέομαι = -οῦμαι (=θεραπεύω), (θ. ἀκεσ-),

μέλλ. ἀκοῦμαι,

ἀόρ. ἠκεσάμην,

Ῥημ. Έπιθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).

Ἀλέ-ω = -ῶ (=ἀλέθω), (ἀρχ. θ. ἀλ-, μὲ πρόσφυμα ε: ἀλε-),

παρακ. ἀλ-ήλε-(σ)-μια,

Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (=αὐτὸς ποὺ ἀλέθει), ἀλε-τρίς (=γυναῖκα ποὺ ἀλέθει), ἀλε-τός (=ἄλεσμα).

Ἀρκέω = -ῶ (ἀρχ. θ. ἀρκεσ-),

παρατ. ἤρκεον –ουν,

μέλλ. ἀρκέ-σω,

Παθ. ἀρκέομαι –οῦμαι, εὔχρ. τὸ γ’ ἐν. ἀρκεῖται.

Παράγ. ἄρκε-σις (=ἐπικουρία, ὑπηρεσία), ἄρκεσ-μα(=βοήθεια), ἀρκε-τός κτλ.

Ξέ-ω (=ξύνω), (θ. ξεσ-),

ἀόρ. ἔ-ξε-σα.

Ῥημ. ἐπιθ. ξεσ-τός, ἄ-ξεσ-τος.

Παράγ. ξέσις κτλ.

Τελέ-ω = -ῶ (=ἐκτελῶ), (ἀρχ. θ. τελεσ-),

παρατ. ἐ-ταέλε-ον = -ουν,

μέλλ. συνηρ. τελῶ,

ἀόρ. ἐ-τέλε-σα,

παρακ. τε-τέλε-κα,

ὑπερσ. ἐ-τε-τελέ-κειν.

Παθ. τελέομαι –οῦμαι,

παρατ. ἐτελεόμην –ούμην,

Παθ. μέλλ. τελεσ-θήσομαι,

μέσ. ἀόρ. ἐ-τελε-σάμην,

παθ. ἀόρ. ἐ-τελέσ-θην,

παρακ. τε-ταέλεσ-μια,

ὑπερσ. ἐ-τε-τελέσ-μην,

Ῥημ. ἐπιθ. ἀ-τέλεσ-τος, ἐπι-τελεσ-τέος.

Παράγ. τέλε-σις, τελε-τή κτλ.

Πλέω, πλεῖς, πλεῖ κτλ΄ (θ. πλεF- = πλευ-, πλε-),

παρατ. ἔ-πλε-ον,

μἐλλ. μέσ. ὥς ἐνεργ. πλεύ-σομαι καὶ δωρικὸς πλευ-σοῦμαι,

ἀόρ. ἔ-πλευ-σα,

παρακ. πέ-πλευ-κα,

ὑπερσ. ἐ-πε-πλεύ-κειν.

Παθ. παρακ. πέ-πλευσ-μαι.

Ῥημ. ἐπιθ. πλευσ-τός, ἄ-πλευσ-τος, πλευσ-τέον

Πνέ-ω, πνεῖς, πνεῖ κτλ. (θ. πνεF- = πνευ- = πνε-),

παρατ. ἔ-πνε-ον,

Μέλλ. μέσ. ὥς ἐνεργ. πνεύ-σομαι καὶ δωρικὸς πνευσοῦμαι,

ἀόρ. ἔ-πνευ-σα,

παρακ. πέ-πνευ-κα.

Παράγ. πνευσ-τός, πνεῦ-μα κτλ.

--------------------

Ρῆμα πλέω.



Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας (μέσος με ενεργητική σημασία)

Οριστική

πλέω

πλεῖς

πλεῖ

πλέομεν

πλεῖτε

πλέουσι(ν)

ἔπλεον

ἔπλεις

ἔπλει

ἐπλέομεν

ἐπλεῖτε

ἔπλεον

πλεύσομαι ἤ πλευσοῦμαι

πλεύσῃ (-ει) ἤ πλευσῇ (-εῖ)

πλεύσεται ἤ πλευσεῖται

πλευσόμεθα ἤ πλευσούμεθα

πλεύσεσθε ἤ πλευσεῖσθε

πλεύσονται ἤ πλευσοῦνται

Υποτακτική

πλέω

πλέῃς

πλέῃ

πλέωμεν

πλέητε

πλέωσι(ν)



Ευκτική

πλέοιμι

πλέοις

πλέοι

πλέοιμεν

πλέοιτε

πλέοιεν


πλευσοίμην

πλεύσοιο ἤ πλευσοῖο

πλεύσοιτο ἤ πλευσοῖτο

πλευσοίμεθα

πλεύσοισθε ἤ πλευσοῖσθε

πλεύσοιντο ἤ πλευσοῖντο

Προστακτική

-

πλε

πλείτω

-

πλεῖτε

πλεόντων



Απαρέμφατο

πλεῖν


πλεύσεσθαι ἤ πλευσεῖσθαι

Μετοχή

πλέων

πλέουσα

πλέον


πλευσόμενος ἤ πλευσούμενος

πλευσομένη ἤ πλευσουμένη

πλευσόμενον ἤ πλευσούμενον


Αόριστος

Παρακείμενος

Υπερσυντέλικος

Τετελεσμένος μέλλοντας

Οριστική

ἔπλευσα

ἔπλευσας

ἔπλευσε(ν)

ἐπλεύσαμεν

ἐπλεύσατε

ἔπλευσαν

πέπλευκα

πέπλευκας

πέπλευκε(ν)

πεπλεύκαμεν

πεπλεύκατε

πεπλεύκασι(ν)

ἐπεπλεύκειν

ἐπεπλεύκεις

ἐπεπλεύκει

ἐπεπλεύκεμεν

ἐπεπλεύκετε

ἐεπλεύκεσαν

πεπλευκὼς ἔσομαι

πεπλευκὼς ἔσῃ (-ει)

πεπλευκὼς ἔσται

πεπλευκότες ἐσόμεθα

πεπλευκότες ἔσεσθε

πεπλευκότες ἔσονται

Υποτακτική

πλεύσω

πλεύσῃς

πλεύσῃ

πλεύσωμεν

πλεύσητε

πλεύσωσι(ν)

πεπλευκὼς ὦ

πεπλευκὼς ᾖς

πεπλευκὼς ᾖ

πεπλευκότες ὦμεν

πεπλευκότες ἦτε

πεπλευκότες ὦσι(ν)



Ευκτική

πλεύσαιμι

πλεύσαις

πλεύσαι

πλεύσαιμεν

πλεύσαιτε

πλεύσαιεν

πεπλευκὼς εἴην

πεπλευκὼς εἴης

πεπλευκὼς εἴη

πεπλευκότες εἶμεν

πεπλευκότες εἶτε

πεπλευκότες εἴησαν ἤ εἶεν


πεπλευκὼς ἐσοίμην

πεπλευκὼς ἔσοιο

πεπλευκὼς ἔσοιτο

πεπλευκότες ἐσοίμεθα

πεπλευκότες ἔσοισθε

πεπλευκότες ἔσοιντο

Προστακτική

-

πλεῦσον

πλευσάτω

-

πλεύσατε

πλευσάντων ἤ πλευσάτωσαν

-

πεπλευκὼς ἴσθι

πεπλευκὼς ἔστω

-

πεπλευκότες ἔστε

πεπλευκότες ἔστων



Απαρέμφατο

πλεῦσαι

πεπλευκέναι


πεπλευκὼς ἔσεσθαι

Μετοχή

πλεύσας

πλεύσασα

πλεῦσαν

πεπλευκὼς ἐσόμενος

πεπλευκυῖα ἐσομένη

πεπλευκὸς ἐσόμενον


πεπλευκὼς ἐσόμενος

πεπλευκυῖα ἐσομένη

πεπλευκὸς ἐσόμενον

Μέση καὶ παθητικὴ φωνή (εὔχρηστες μόνο σὲ ὁρισμένους χρόνους καὶ τύπους): πλέομαι.


Παρακείμενος

Παθητικός μέλλοντας

Παθητικός αόριστος

Οριστική

πέπλευσμαι

πέπλευσαι

πέπλευσται

πεπλεύσμεθα

πέπλευσθε

πεπλευσμένοι εἰσί(ν)

πλευσθήσομαι

πλευσθήσῃ

πλευσθήσεται

πλευσθησόμεθα

πλευσθήσεσθε

πλευσθήσονται

ἐπλεύσθην

ἐπλεύσθης

ἐπλεύσθη

ἐπλεύσθημεν

ἐπλεύσθητε

ἐπλεύσθησαν

Μετοχή

πεπλευσμένος

πεπλευσμένη

πεπλευσμένον




16 σχόλια:

Giorgos είπε...

Me sozete... eilikrina euharisto...
isos na grapso telika kati aurio sto teskaki... xexe

kalliopi είπε...

:)

Ανώνυμος είπε...

θα μπορούσατε να γράψετε και το ανώμαλο πλέω-πλω? Δεν το έχει πουθενά..........πουθενά ομώς!

kalliopi είπε...

Βεβαίως αγαπητέ μου. Θα το κάνω αύριο αν δεν βιάζεστε!

dangerous_noulis είπε...

1000 ευχαριστώ για το πλέω ...γενικά πολύ καλή δουλειά...γράφω διαγώνισμα την τρίτη και μας έχει δώσει 15 ρήματα για να μάθουμε...αν δυσκολευτώ κάπου μπορείς να με βοηθθήσεις;Ευχαριστώ.:)

dangerous_noulis είπε...

καλησπέρα και πάλι...τα βρίσκω σκούρα με το ρήμα βάλλω-βάλλομαι στην μέση φωνή κυρίως...μήπως θα γινόταν να την ανεβάσεις;;;;

kalliopi είπε...

Καλησπέρα.. αύριο θα το ανεβάσω σε ξεχωριστό λίνκ αφού είναι ανώμαλο... ό,τι άλλο θες πες μου. Και καλή επιτυχία!

dangerous_noulis είπε...

Σε Ευχαριστώ πάρα πολύ...άσε έχουμε μια καθηγήτρια γεροπαράξενη 62 χρονών...είναι σαν να σου κάνει μάθημα η γιαγιά σου...γίνεται;Δεν γίνεται!!!Οπότε η καλή επιτυχία είναι κομματάκι δύσκολο!!!Αν μπορείς γράψε μου και το Ορώ...Δεν μπορούσε να βαλει και κανα ομαλό;;;:pΔεν έχει ανώμαλα ρήματα η γραμματική του σχολικού βιβλίου...Βλέπεις πρέπει να αγοράζουμε βοήθημα του Σαββάλα για να είμαστε καθώς πρέπει μαθητές...Τέλος Πάντων...1000 Ευχαριστώ με σώζεις...

kalliopi είπε...

Μάλλον θα είναι ανώμαλη και τα προτιμά :p Tα ανέβασα, πήγαινε να διαβάσεις, να προκόψεις :p :)

dangerous_noulis είπε...

χεχε...ρε συ...εχω ενα ρημα που στο γ πληθυντικο του ενεστωτα ειναι αναγονται και σκεφτηκα μηπως το ρημα ειναι το αγω-αγομαι...ειναι αυτου του ρηματος η αλλου;

kalliopi είπε...

κοντά έπεσες.... του αν-άγομαι.

dangerous_noulis είπε...

xD ρε συ το ορω εβαλε :p δεν μπορεις να πεις...μεσα επεσα!!!Ευχαριστω για την βοηθεια:)

kalliopi είπε...

χαχαχα εύγε νέε μου :p :))))

dangerous_noulis είπε...

Μόλις διαφήμισα το site σου στην κοπέλα μου που γραφει αυριο αρχαια:P

ελενη:) είπε...

συγγνωμηη .. υπαρχει το ρημα ητει ;;
και αν ναι μηπως 9α μπορουσατε να αναρτησετε τον τροπο που κλινεται στο χρονο που βρισκεται ; ευχαριστω πολυ :)

MakeUpon ATime είπε...

Συγγνώμη αν δεν είμαι σωστή αλλά νομίζω ότι υπάρχει ένα λάθος στο α' προσωπο Παρατατικού Ενεργητικής Φωνής..θα έπερεπε να εποίουν και οχι εποίεις