Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2006

ΠΝΕΥΜΑΤΑ

Ψιλή (ἀ)

Δασεία (ἁ)

Ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνήεν ἤ δίφθογγο οἱ περισσότερες παίρνουν ψιλή.

Δασύνονται κανονικά:

1) Οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ υ ἤ ἀπὸ ρ

2) Τὰ ἄρθρα ὁ, ἡ, αἱ καὶ οἱ δεικτικὲς ἀντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε΄ οὗτος, αὕτη

3) Οἱ ἀναφορικὲς ἀντωνυμίες καὶ τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἔνθα, ἔνθεν): ὅς, ἥ, ὅ, ὅπου, ὅθεν, κτλ.

4) Οἱ τύποι τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας ἡμεῖς, ἡμῶν, κτλ., οὗ, ἑ, οἱ ἀντωνυμίες ἕτερος, ἑκάτερος, ἕκαστος καὶ οἱ λέξεις ποὺ σχηματίζονται ἀπ’ αὐτές (ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε, κτλ.)

5) Οἱ σύνδεσμοι ἕως, ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὁπότε, ὅπως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε

6) Τὰ ἀριθμητικὰ εἷς, ἕν, ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν καὶ τὰ παράγωγα αὐτῶν: ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκατοντάκις, κτλ.

7) Οἱ ἀκόλουθες λέξεις (καὶ ὅσες εἶναι παράγωγες ἀπ’ αὐτὲς ἤ σύνθετες μὲ α΄συνθετικὸ τὶς λέξεις αὐτές):

Α. ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, ᾍδης, ἁδρός, ἁθρόος, αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαί, ἅλας, Ἁλιάκμων, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω, Ἁλικαρνασσός, ἅλις, ἁλίσκομαι, ἅλωσις, ἅλλομαι, Ἁλόννησος, ἁλουργίς, ὁ ἅλς, ἡ ἅλς (= θάλασσα), ἁλτήρ, ἅλυσις, ἡ ἅλως, ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα, ἁνύτω, ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλοῦς, ἅπτω - ἅπτομαι, ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ - ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς.

Ε. τὸ ἕδος, ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι, εἱλόμην (αόριστος β΄του αἱροῦμαι), εἵμαρται – εἱμαρμένη, εἵργνυμι – εἱργνύω, εἱρκτή, Ἑκάβη, ἑκάς, Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών, ἡ ἕλιξ, ἑλίττω, ἕλκος, ἕλκω - ἑλκύω, Ἑλλάς, Ἕλλην, ἡ ἕλμινς, τὸ ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξῆς, ἕξω, ἑορτή, ἕρκος, ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην, ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος καὶ ἑτοῖμος, εὑρίσκω, ἕψω, ἕωλος, ἡ ἕως.

Η. ἥβη, ἡγέομαι-οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ, Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος, ἡμέρα, ἥμερος, ἡμι- (αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία καὶ τὰ ἡνία, ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι-ῶμαι, ἥττων, Ἥφαιστος.

Ι. ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι-οῦμαι, ἱλάσκομαι, ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος, ἵππος, ἵστημι, ἱστός - ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω-ῶ, ἵστωρ.

Ο. ὁδός, ὁλκάς, ὁλκή, ὁ ὁλκός, ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός, ὁρμή, ὁ ὅρμος, ὁ ὅρος, τὸ ὅριον, ὁρίζω, ὁράω-ῶ, ὅσιος.

Ω. ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος.