Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2006

ΤΟΝΟΙ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ - ΕΓΚΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

ΤΟΝΟΙ

ὀξεία (ά)

βαρεία (ὰ)

περισπωμένη (ᾶ)

Κατὰ τὴ θέση ποὺ ἔχει ὁ τόνος σὲ μιὰ λέξη καὶ κατὰ τὸ εἶδος του ἡ λέξη αὐτὴ λέγεται:

1) Ὀξύτονος: ἄν ἔχει ὀξεία στὴ λήγουσα: πατήρ

2) Παροξύτονος: ἄν ἔχει ὀξεία στὴν παραλήγουσα: μήτηρ

3) Προπαροξύτονος: ἄν ἔχει ὀξεία στὴν προπαραλήγουσα: λέγομεν

4) Περισπωμένη: ἄν ἔχει περισπωμένη στὴ λήγουσα: τιμῶ

5) Προπερισπωμένη: ἄν ἔχει περισπωμένη στὴν παραλήγουσα: δῶρον

6) Βαρύτονος: ἄν δὲν τονίζεται στὴ λήγουσα: ἄνθρωπος


ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ

1) Καμία λέξη δὲν τονίζεται πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν προπαραλήγουσα

2) Ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρόχρονη (α,ι,υ,- η,ω), ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται (ἄμεσος - ἀμέσως)

3) Ἡ προπαραλήγουσα ὅταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε ὀξεία (πείθομαι)

4) Κάθε βραχύχρονη συλλαβή (α,ι,υ,- ε,ο), ὅταν τονίζεται, παίρνει πάντοτε ὀξεία (νέφος, τόπος, αγαθός)

5) Ἡ μακρόχρονη παραλήγουσα (α,ι,υ,- η,ω), ὅταν τονίζεται, παίρνει ὀξεία ἐμπρὸς ἀπὸ μακρόχρονη λήγουσα (θήκη, κώμη, κλαίω)

6) Ἡ μακρόχρονη παραλήγουσα (α,ι,υ,- η,ω), ὅταν τονίζεται, παίρνει περισπωμένη ἐμπρὸς ἀπὸ βραχύχρονη λήγουσα (α,ι,υ,- ε,ο) (κῆπος, χῶρος, φεῦγε)

7) θέσει μακρόχρονη συλλαβὴ ὡς πρὸς τὸν τονισμὸ λογαριάζεται βραχύχρονη (αὖλαξ, τάξις)

8) Ἡ βαρεία σημειώνεται στὴ θέση τῆς ὀξείας μόνο στὴ λήγουσα, ὅταν δὲν ἀκολουθεῖ στίξη ἤ λέξη ἐγκλιτική (τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν)


ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΝΙΣΜΟΥ

1) Ἡ ἀσυναίρετη ὀνομαστική, αἰτιατική καὶ κλητικὴ τῶν πτωτικῶν, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, κανονικὰ παίρνει ὀξεία (ὁ ποιητής, τὸν ποιητήν, ὦ ποιητά΄ οἱ ποηταί, τοὺς ποιητάς, ὦ ποιηταί)

Ἐξαιρέσεις: Παίρνουν περισπωμένη ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα, ἄν καὶ δὲν προκύπτουν ἀπὸ συναίρεση:

α) οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῆς ὀνομαστικῆς, αἰτιατικῆς καὶ κλητικῆς ποὺ ἔχουν χαρακτήρα ι, υ (ου, αυ) (ὁ κῖς, τὸν κῖν, ὦ κῖ, τοὺς κῖς - ἡ δρῦς - ὁ βοῦς, ἡ γραῦς)

β) ἡ αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ τῶν ὀνομάτων σὲ -ὺς (γεν. -ύος), ἄν τονίζεται στὴ λήγουσα (τοὺς ἰχθῦς)

γ) ἡ ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ τῶν οὐδετέρων πῦρ και οὖς

δ) ἡ ὀνομαστικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ τοῦ θηλυκοῦ ἡ γλαῦξ (κουκουβάγια)

ε) ἡ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ τῶν ὀνομάτων σὲ – εὺς (ὦ βασιλεῦ)

2) Ἡ μακροκατάληκτη γενικὴ καὶ δοτικὴ τῶν πτωτικῶν, ὅταν τονίζεται στὴ λήγουσα, παίρνει περισπωμένη ( τοῦ ποιητοῦ, τῷ ποιητῇ΄ τῶν ποιητῶν, τοῖς ποιηταῖς)

Ἐξαιρέσεις: τὰ ἀττικόκλιτα οὐσιαστικὰ φυλάττουν σὲ ὅλες τὶς πτώσεις τὸν ἴδιο τόνο ποὺ ἔχει ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ ἐνικοῦ καὶ στὴν ἴδια συλλαβή (ὁ λεώς, τοῦ λεώ - ὁ ταῶς, τοῦ ταῶ)

3) Στὰ πτωτικά, ὅπου τονίζεται ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ ἐνικοῦ ἐκεὶ τονίζονται καὶ οἱ ἄλλες πτώσεις τοῦ ἐνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ, ἐκτὸς ἄν ἐμποδίζει ἡ λήγουσα ( λέων, λέοντος, λέοντες, αλλά λεόντων)

Ἐξαιρέσεις:

Α) στὰ πρωτόκλιτα οὐσιαστικὰ ἡ γενικὴ τοῦ πληθυντικοῦ τονίζεται στὴ λήγουσα καὶ παίρνει περισπωμένη (τῶν νεανιῶν)

Β) τὰ μονοσύλλαβα ὀνόματα τῆς γ΄ κλίσης στὴ γενικὴ καὶ δοτικὴ ὅλων τῶν ἀριθμῶν τονίζονται στὴ λήγουσα ( ἡ φλόξ, τῆς φλογός, τῇ φλογί - τῶν φλογῶν, ταῖς φλοξί - τοῖν φλογοῖν)

(Ἐξαίρεση στὴν ἐξαίρεση!: Ἐξαιροῦνται τὰ μονοσύλλαβα: ἡ δᾲς, ὁ θὼς, τὸ οὖς, ὁ παῖς, ὁ Τρὼς καὶ τὸ φῶς, ποὺ τονίζονται στὴ γενικὴ πληθυντικοῦ στὴν παραλήγουσα: τῶν δᾴδων, τῶν θώων, τῶν ὤτων, τῶν παίδων, τῶν Τρώων, τῶν φώτων)

4) Ἡ λήγουσα ποὺ προέρχεται ἀπὸ συναίρεση, ὅταν τονίζεται κανονικὰ παίρνει περισπωμένη [(τιμάω) τιμῶ, (ἐπιμελέες) ἐπιμελεῖς]. Παίρνει ὅμως ὀξεία ἡ δεύτερη ἀπὸ τὶς συλλαβὲς ποὺ συναιροῦνται [(ἐσταώς) ἐστώς, (κλῃίς, κλῄς) κλείς]

5) Στὶς σύνθετες λέξεις ὁ τόνος κανονικὰ ἀνεβαίνει ὡς τὴν τελευταία συλλαβὴ τοῦ πρώτου συνθετικοῦ, ἄν ἐπιτρέπει ἡ λήγουσα [(σοφός) πάνσοφος, (πόλις) ἀκρόπολις, (ἐλθέ) ἄπελθε, (φρήν) ὁ μεγαλόφρων, το μεγαλόφρον


ΑΤΟΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Δὲν παίρνουν τόνο:

1) Τὰ ἄρθρα: ὁ, ἡ, οἱ, αἱ

2) Οἱ προθέσεις: εἰς, ἐν, ἐκ (ἠ ἐξ)

3) Τὰ μόρια: εἰ, ὡς, οὐ (ἠ οὐκ ή οὐχ)


ΕΓΚΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ. ΕΓΚΛΙΣΗ ΤΟΝΟΥ

Μερικὲς μονοσύλλαβες ἤ δισύλλαβες λέξεις συμπεριφέρονται τόσο στενὰ μὲ τὴν προηγούμενη, ὥστε ἀκούγονται σὰ ν’ ἀποτελοῦν μαζί της μία λέξη΄ γι’ αὐτὸ ὁ τόνος τους ἤ χάνεται ἤ ἀνεβαίνει στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης ὡς ὀξεία. Οἱ λέξεις αὐτὲς λέγονται ἐγκλιτικὲς ἤ ἁπλῶς ἐγκλιτικά:

1) Οἱ τύποι τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν: μοῦ, μοί, μέ - σοῦ, σοί, σέ - οὗ, οἷ, ἓ

2) Ὅλες οἱ πτώσεις ἐνικοῦ καὶ πληθυντικοῦ τῆς ἀόριστης ἀντωνυμίας τίς – τί ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τύπο τοῦ οὐδέτερου πληθυντικοῦ ἄττα (= τινά)

3) Ὅλοι οἱ δισύλλαβοι τύποι τῆς ὀριστικῆς τοῦ ἐνεστώτα τῶν ῥημάτων εἰμὶ καὶ φημί

4) Τὰ ἐπιρρήματα: πού, ποί, ποθὲν – πώς, πή (ή πῄ), ποτέ

5) Τὰ μόρια: γέ, τέ, τοί, πέρ, πώ, νύν καὶ τὸ πρόσφυμα δὲ (διαφορετικὸ ἀπ’ τὸ σύνδεσμο δὲ)

Ὁ τόνος τῶν ἐγκλιτικῶν χάνεται:

6) Σὲ ὅλα τὰ ἐγκλιτικά (μονοσύλλαβα ἤ δισύλλαβα), ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη εἶναι ὀξύτονη ἤ περισπωμένη (ναός τις, καλόν ἐστι – τιμῶ σε, τιμῶ τινας)

7) Μόνο στὰ μονοσύλλαβα ἐγκλιτικά, ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη εἶναι παροξύτονη (γέρων τις, παιδεύω σε)

Ὁ τόνος τῶν ἐγκλιτικῶν ἀνεβαίνει στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης (ὡς ὀξεία), ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη εἶναι παροξύτονη ἤ προπερισπώμενη ἤ ἄτονη ἤ ἐγκλιτική (ἔλαφός τις, ἔλαφοί τινες - ἔν τινι τόπῳ - εἴ τις βούλεται – εἴ τίς ἐστί μοι φίλος)

Ὁ τόνος τῶν ἐγκλιτικῶν μένει στὴ θέση του:

8) Ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη εἶναι παροξύτονη καὶ τὸ ἐγκλιτικὸ δισύλλαβο (λόγοι τινές, ἀνθρώπων τινῶν, φίλοι εἰσίν)

9) Ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη ἔχει πάθει ἔκθλιψη ἤ ὅταν πρὶν ἀπὸ τὸ ἐγκλιτικὸ ὑπάρχει στίξη (καλόν δ’ έστίν - Ὅμηρος, φασί, τυφλὸς ἦν)

10) Ὅταν ὑπάρχει ἔμφαση ἤ ἀντιδιαστολή (παρὰ σοῦ, πρὸς σέ)