Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

Ιστορία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

Η πολιτική εξέλιξη της Ελλάδας ήταν σαφής ως το τέλος του 6ου αιώνα. Η πόλη έγινε ισχυρή ελευθερώνοντας το άτομο από τις πατριαρχικές υποχρεώσεις΄ το άτομο έγινε ελεύθερο με την προστασία της πόλης. Αλλά από τη στιγμή που επιτεύχθηκαν αυτά τα αποτελέσματα, υπήρξαν πόλεις όπου η δημόσια εξουσία κατακτήθηκε από μεγάλες οικογένειες που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τα κληρονομικά τους προνόμια΄ σε άλλες πόλεις η εξουσία πέρασε στο σύνολο των ελεύθερων ατόμων. Απέναντι στις αριστοκρατικές και ολιγαρχικές πόλεις στέκονταν οι πόλεις όπου η φωνή του λαού στάθηκε ικανή να επιβάλει την κυριαρχία της. Σε ποια πλευρά βρισκόταν το μέλλον της Ελλάδας;

Εάν επρόκειτο μόνο για υλική δύναμη, η απάντηση θα ήταν εύκολη. Η Σπάρτη διαθέτει μεγάλες δυνάμεις αφότου είναι επικεφαλής της πελοποννησιακής συμμαχίας, και γι’ αυτό προτείνεται ομόφωνα για να διοικήσει τον ελληνικό στρατό και στόλο στον πόλεμο κατά την Μήδων. Αλλά πρόκειται για εντελώς άλλο πράγμα από τη στρατιωτική οργάνωση. Το ελληνικό πνεύμα θα μπορούσε να πάει μπροστά με θεσμούς όπως της Σπάρτης; Θα ήταν ικανό να αποδώσει όλους τους καρπούς, εάν παντού, όπως στις όχθες του Ευρώτα, το κράτος είχε μόνη απασχόληση την ψυχική και ηθική διαμόρφωση εξαιρετικών οπλιτών και τη διατήρηση ενός πολιτεύματος που εξασφάλιζε αυτό το αποτέλεσμα; Όχι΄ η Σπάρτη, αναδιπλωμένη στον εαυτό της, στραμμένη ολόκληρη προς ένα παρελθόν το οποίο θέλει να διαιωνίσει, παραμένει τέλειο παράδειγμα αυτού που μπορούσε να είναι μια αριστοκρατική πόλη κατά το 550 αλλά τον 5ο αιώνα δεν είναι πια παρά μια περίπτωση που μπορεί κανείς να μη λάβει υπόψη, όταν επιχειρεί να συλλάβει τη γενική μεταμόρφωση της πόλης. Για να μπορέσει η Ελλάδα να εκπληρώσει το πεπρωμένο της, χρειάζεται να κινηθεί αποφασιστικά προς την κατεύθυνση της φυσικής της εξέλιξης, και οι ατομικές ενέργειες να αναπτυχθούν ελεύθερα για το δημόσιο καλό. Μιά από τις πόλεις που έχουν μπει πιο αποφασιστικά στους νέους δρόμους της δημοκρατίας χρειάζεται να είναι έτοιμη να βαδίσει μπροστά από τις άλλες και να είναι ικανή να τις παρασύρει. Έτσι θα εκπληρώσει μια ένδοξη αποστολή, θα γίνει το σχολείο της δημοκρατίας. Αυτός υπήρξε ο κλήρος της Αθήνας.

Όλο της το παρελθόν την ετοίμαζε για το δημοκρατικό έργο που επρόκειτο να εκπληρώσει.

Οι Αθηναίοι περηφανεύονταν ότι ήταν αυτόχθονες, πράγμα που σημαίνει ότι σ’ αυτούς δεν υπήρχε ούτε φυλή κυρίαρχη ούτε φυλή υποδουλωμένη: τίποτε ανάλογο με τους είλωτες που δούλευαν για τους Σπαρτιάτες. Όταν αυτός ο ομοιογενής και ελεύθερος πληθυσμός σχημάτισε κράτος, τούτο έγινε με ένα συνοικισμό που κατέστησε όλους τους κατοίκους της Αττικής Αθηναίους και την Αθήνα πρωτεύουσα ενός ενοποιημένου λαού: τίποτε που να μοιάζει με την ομοσπονδία των Βοιωτών, όπου οι Θηβαίοι είχαν αξιώσεις για ηγεμονία. Έτσι από τα πιο παλαιά χρόνια η εθνική και εδαφική ενότητα εξέθρεψε για πάντα τις ηθικές και υλικές συνθήκες για την πολιτική ισότητα. Σ’ αυτή την πόλη, όπως και στις άλλες, η βασιλεία παράκμαζε προς όφελος της αριστοκρατίας. Τουλάχιστον τα γένη ήταν ίσα μεταξύ τους: τίποτε το ανάλογο με τους Αγιάδες και τους Ευρυπώντιδες που στη Σπάρτη διατήρησαν το βασιλικό προνόμιο. Ακόμη και στο εσωτερικό των γενών ίσχυε η ισότητα, αφού οι αποφάσεις τους λαμβάνονταν ομόφωνα. Κάτω από τους ευγενείς, η μάζα, που την αποτελούσαν γεωργοί, βοσκοί, βιοτέχνες, ψαράδες και ναυτικοί, θεωρούσε σωστό ότι καθένας έπρεπε να αμείβεται ανάλογα με τα έργα του, και συνήθιζε μέσα στους θιάσους και στους οργεώνες να συζητεί πάνω σε κοινά προβλήματα.

Όπως παντού, οι λαϊκές τάξεις άρχισαν τον αγώνα εναντίον μιας καταπιεστικής ολιγαρχίας. Χωρικοί που κινδύνευαν να γίνουν δούλοι για χρέη, έμποροι που αγανακτούσαν γιατί ούτε και η περιουσία τους επέτρεπε να ελπίζουν σε πολιτικά δικαιώματα, όλοι συμφώνησαν να απαιτήσουν τη δημοσίευση των νόμων που το μυστικό τους το κρατούσαν οι ευπατρίδες΄ κατάφεραν να διοριστούν θεσμοθέτες με αυτή την αποστολή. Αλλά η εργασία που είχε προγραμματιστεί δεν τελείωνε. Τα μίση εξάπτονταν, οι εκδικήσεις αιματοκυλούσαν τη χώρα. Ένας νέος ευγενής, ο Κύλων, αποπειράθηκε να εγκατασταθεί ως τύραννος στην ακρόπολη΄ δεν κατάφερε παρά να εξάψει τα πάθη, σε σημείο που οι αντίπαλοί του, για να σφάξουν τους οπαδούς του, δεν οπισθοχώρησαν εμπρός στην ιεροσυλία.

Τότε εμφανίστηκε ο Δράκων. Ένας άνθρωπος κατάφερε σε λίγους μήνες να εκτελέσει το έργο που από πολλά χρόνια καταπονούσε μάταια ολόκληρη επιτροπή. Άφησε ένα όνομα που ηχεί άσχημα και προκαλεί φόβο, γιατί όπλισε το κράτος με δικαστική δύναμη΄ θεωρήθηκε αιμοσταγής νομοθέτης, γιατί προσπάθησε να βάλει τέλος στην αιματοχυσία. Οι εμφύλιοι πόλεμοι ήταν αλυσίδα ιδιωτικών πολέμων, όπου τα γένη συγκρούονταν με όλες τους τις δυνάμεις. Για να ενθαρρύνει τους παθόντες να καταφύγουν στα δικαστήρια, ο Δράκων καθορίζει τις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η εκδίκηση ή ιδιωτικός συμβιβασμός. Για να διαλύσει τις συγγενικές ομάδες, διακρίνει στην καθεμιά οικογενειακούς κύκλους λιγότερο ή περισσότερο στενούς, και σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα απαιτεί από τους συγγενείς που καλούνται να πάρουν μια απόφαση να την πάρουν ομόφωνα΄ μέσα στο γένος απευθύνεται στον ατομικισμό.

Τεράστια πρόοδος, ωστόσο ανεπαρκής. Η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων διατηρούσε όλα της τα προνόμια΄ μεγάλωνε τις εκτάσεις της σε βάρος των μικρών χωρικών΄ υποδούλωνε το πλήθος των χρεοκόπων οφειλετών, για να τους πουλήσει στο εξωτερικό ή για να τους προσκολλήσει στη γη, αφήνοντάς τους μόνο το έκτο της συγκομιδής (εκτήμοροι). Η κατάσταση ήταν δραματική. Δυο αντίθετες παρατάξεις έσπρωχναν τις αξιώσεις τους ως τα άκρα, η μία στηριγμένη στην παραδοσιακή νομιμότητα, η άλλη προβάλλοντας μια επαναστατική ισότητα. Η Αττική πήγαινε να γίνει χώρα μεγαλογαιοκτημόνων και δουλοπάροικων όπως η Λακωνία ή η Θεσσαλία; Ή, αγνοώντας κατακτημένα δικαιώματα, θα καταργούσαν τα χρέη και θα προχωρούσαν σε αναδασμό της γης;

Η Αθήνα βρήκε και πάλι τον άνθρωπο που ήταν ικανός να λύσει τα αγωνιώδη γι’ αυτήν προβλήματα. Ο Σόλων ορθώθηκε ανάμεσα στους αντιπάλους «ίδιος βράχος» και, απαθής στις επιθέσεις που έρχονταν και από τα δυο μέρη, έκανε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μετριοπαθή επανάσταση. Μεμιάς κατάργησε τους φραγμούς που κρατούσαν τους ευπατρίδες σε απόσταση από τις άλλες τάξεις και προστάτευαν τα παραδοσιακά προνόμια των γενών. Για να απελευθερώσει τη γη, πήρε ένα γενικό και άμεσο μέτρο: απάλλασσε τους εκτημόρους από τα βάρη (σεισάχθεια), ενώ συγχρόνως καταργούσε ό,τι απέμεινε από την κοινοτική ιδιοκτησία και διευκόλυνε τη μεταβίβαση εδαφών με νόμους αναφορικά με την προίκα, τα κληρονομικά δικαιώματα και την ελευθερία να διαθέτει κανείς την περιουσία του. Για να απελευθερώσει τα άτομα, περιόρισε την πατρική εξουσία, αλλά κυρίως απαγόρευσε τη δουλεία για χρέη, σε όλες τις μορφές της, ακόμη και ως ποινή, και διακήρυξε έτσι το habeas corpus του Αθηναίου πολίτη. Καταλαβαίνοντας ότι η γεωργία δεν αρκούσε να θρέψει ένα μεγάλο πληθυσμό σε μια χώρα φτωχή από τη φύση της, προσπάθησε να δώσει δυνατή ώθηση στο εμπόριο και στη βιομηχανία, προσελκύοντας απ’ έξω επαγγελματίες, προστατεύοντας τους μετοίκους, κάνοντας μια νομισματική μεταρρύθμιση που άνοιγε νέους δρόμους στην εμπορική ναυτιλία.

Σ’ αυτή την οικονομική και κοινωνική μεταμόρφωση αντιστοιχεί και μια πολιτική μεταβολή. Απέναντι στο κράτος δεν υπάρχουν πια παρά πολίτες ελεύθεροι. Καμία διάκριση καταγωγής΄ αλλά η περιουσία αρχίζει να λογαριάζεται. Σύμφωνα με ένα σύστημα που έτεινε να ισχύσει από κάμποσο καιρό, οι πολίτες χωρίζονται σε τέσσερις τιμοκρατικές αξίες: 1. τους πεντακοσιομέδιμνους, που έχουν εισοδήματα από τα κτήματά τους τουλάχιστον πεντακόσιους μέδιμνους στερεά΄ 2. τους ιππείς, που έχουν τουλάχιστον τριακόσιους μέδιμνους ή μετρητές΄ 3. τους ζευγίτες, που έχουν εισόδημα τουλάχιστον διακόσιους μέδιμνους ή μετρητές΄ 4. τους θήτες, που δεν έχουν γη ή που δεν παράγουν παρά το ελάχιστο ποσό των διακοσίων μεδίμνων ή μετρητών. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτών των τάξεων είναι καθορισμένα ανάλογα με το τίμημά τους. Οι θήτες, από μόνο το γεγονός ότι είναι πολίτες, μπορούν να λάβουν μέρος στην εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια΄ στρατεύονται όμως μόνο ως κωπηλάτες και δεν μπορούν να πάρουν αξιώματα. Οι ζευγίτες είναι υποχρεωμένοι να οπλιστούν ως οπλίτες και μπορούν να επιδιώξουν μερικά κατώτερα αξιώματα. Οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων οφείλουν να έρθουν στο στρατό με το άλογό τους και είναι επιβαρημένοι με τις χορηγίες που λέγονται λειτουργίες, αλλά έχουν δικαίωμα στα κυριότερα αξιώματα. Στους πεντακοσιομέδιμνους επιφυλάσσονται οι πιο δαπανηρές λειτουργίες και τα ανώτερα αξιώματα, των αρχόντων και των ταμιών. Ο συντάκτης αυτού του πολιτεύματος το χαρακτήριζε καλά όταν έδινε αυτή τη μαρτυρία: «Έδωσα στο λαό όση δύναμη του είναι αρκετή, χωρίς να αφαιρέσω τίποτε από την αξιοπρέπειά του και χωρίς να προσθέσω τίποτε». Η μεταρρύθμιση του Σόλωνα, συνετή και προσωρινή από πολιτική πλευρά, αλλά τολμηρή και οριστική από κοινωνική πλευρά, σημειώνει την άνοδο της δημοκρατίας (594/3).

Εντούτοις η Αθήνα δεν έμεινε για πολύ ήσυχη. Χρειάστηκε να επιτραπεί στους βιοτέχνες και στους εμπόρυς να μπουν στις τρεις πρώτες τάξεις: έγινε δεκτή (πιθανότατα το 581) η αντιστοιχία του μέδιμνου ή του μετρητή με τη δραχμή, δηλαδή των εισοδημάτων από τη γη με τα εισοδήματα από άλλες πηγές. Αυτό το μέτρο δεν ήταν αρκετό. Η οικογενειακή οργάνωση δεν είχε εξαφανιστεί παρά μόνο στους νόμους΄ στην πράξη η δύναμη των γενών εξακολουθούσε να είναι αισθητή. Εξάλλου τα ακραία κόμματα δεν είχαν αφοπλιστεί, αφού κανένα από τα δυο δεν είχε ικανοποιηθεί τελείως, και το τρίτο κόμμα, που υποστήριζε το πολίτευμα του Σόλωνα, το υπεράσπιζε με δυσκολία. Τρεις παρατάξεις βρέθηκαν αντιμέτωπες΄ καθεμιά αντιπροσώπευε μια κοινωνική τάξη, καθεμιά επιστρατευόταν από μια περιοχή της χώρας, και είχε επικεφαλής της μια μεγάλη οικογένεια: οι ευπατρίδες της πεδιάδας καθοδηγούνταν από τους Φιλαΐδες΄ οι έμποροι και οι ψαράδες της παραλίας από τους Αλκμεωνίδες΄ οι μικροί χωρικοί του βουνού από τους Πεισιστρατίδες. Υπερίσχυσε ο Πεισίστρατος (560).

Άρπαξε την τυραννία που ο λαός είχε μάταια προσφέρει στον Σόλωνα. Ρύθμισε για πάντα το αγροτικό πρόβλημα, μοιράζοντας τη χέρσα γη και κτήματα ευγενών τα οποία δήμευσε΄ έτσι δημιουργήθηκε μια ρωμαλέα φυλή μικρών γεωργών που ρίζωσε στη γη και συνήθισε να σχολείται με τις κοινοτικές υποθέσεις. Ευνόησε το ναυτιλιακό εμπόριο με μια εξωτερική πολιτική που είχε ευρείς ορίζοντες και ωθούσε τους ναυτικούς προς τις Κυκλάδες, τη Θράκη απ’ όπου ερχόταν το χρυσάφι, τον Ελλήσποντο απ’ όπου ερχόταν το στάρι. Τον ίδιο καιρό εξύψωνε το ιδανικό αυτής της αγροτικής και αστικής δημοκρατίας με εορτές προς τιμήν του Διονύσου, με θεατρικές παραστάσεις, με μεγαλόπρεπα οικοδομήματα. Τέλος, καθώς δεν κατάργησε το σύνταγμα, συνετέλεσε ώστε ο λαός να διαπαιδαγωγηθεί πολιτικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας και των δικαστηρίων.

Όταν η τυραννία πρόσφερε τις υπηρεσίες που περίμενε ο λαός, εξαφανίστηκε: είναι η συνηθισμένη της μοίρα στις ελληνικές πόλεις. Οι ολιγαρχικοί νόμισαν προς στιγμήν ότι η πτώση των Πεισιστρατιδών θα τους ευνοούσε. Ο Αλκμεωνίδης Κλεισθένης τους έβγαλε από την πλάνη.

Με μια θαυμαστή καθαρότητα σκέψης ολοκλήρωσε το έργο που άρχισε ο Σόλων, και έδωσε στο δημοκρατικό σύνταγμα της Αθήνας την τελειωτική μορφή του (508/7). Ήθελε να εμποδίσει την επιστροφή της τυραννίας, να διαλύσει την ισχυρή οργάνωση που είχε αποκτήσει η αριστοκρατία στις φρατρίες και στις τέσσερις ιωνικές φυλές, να αποτρέψει τις κοινωνικές τάξεις να ενωθούν κατά περιοχή. Μετά από την προγραφή του τελευταίου τυράννου και των παιδιών του, τα άλλα μέλη της οικογένειας, που έμειναν στην Αττική, κάθισαν ήσυχα, γιατί αισθάνονταν ότι πάνω απ’ το κεφάλι τους κρεμόταν ο κίνδυνος του οστρακισμού. Το πλαίσιο που πρόσφερε το σύστημα φυλών-φρατριών-γενών δεν είχε πια θέση στο κράτος. Δημιουργήθηκαν περιφέρειες, όπου ταξινομήθηκαν όλοι οι πολίτες σύμφωνα με την κατοικία τους. Ολόκληρη η χώρα μοιράστηκε σε δήμους, μικρές κοινότητες, καθεμιά από τις οποίες είχε τη συνέλευσή της, τους άρχοντές της, τη διοίκησή της. Κάθε πολίτης γράφτηκε στον κατάλογο ενός δήμου, και το δημοτικό όνομα, προστιθέμενο στο ατομικό όνομά του, απόδειχνε την ιδιότητα του πολίτη. Όλοι οι δήμοι, των οποίων ο αριθμός ξεπερνούσε αισθητά την εκατοντάδα, έπρεπε να μοιραστούν σε δέκα φυλές, οι οποίες, μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν ήταν πια συγγενικές, αλλά τοπικές. Ήταν λοιπόν αδύνατο στις παλαιές φυλές να ξαναβρεθούν μέσα στις κανούριες΄ αλλά υπήρχε κίνδυνος, με τη συμμαχία των γειτονικών φυλών, να συνεχιστούν οι αντιθέσεις των περιοχών. Για να αποφύγει αυτό τον κίνδυνο, ο Κλεισθένης βρήκε έναν πολύ έξυπνο τρόπο. Σκέφτηκε ότι ήταν χρήσιμο να συστήσει οργανισμούς ενδιάμεσους των δήμων και των φυλών. Χώρισε λοιπόν καθεμιά από τις τρεις περιοχές της Αττικής, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία, σε δέκα τομείς και παραχώρησε με κλήρο σε κάθε φυλή έναν τομέα από κάθε περιοχή. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε φυλή είχε τρεις ομάδες δήμων, τρεις τριττύες. Αν και τοπικές, οι φυλές δεν ήταν συνεχείς εδαφικές περιοχές΄ δεν αντιπροσωπεύονταν σ’ αυτές συμφέροντα που θα μπορούσαν να φέρουν αντιμέτωπους τους μεν στους δε. Το δεκαδικό σύστημα των φυλών εφαρμόστηκε σε όλη την πολιτική και διοικητική οργάνωση της πόλης. Η βουλή αποτελείται από πεντακόσια μέλη, πενήντα κατά φυλή, παρμένα από τους δήμους ανάλογα με τον πληθυσμό τους΄ καθεμία φυλή της βουλής [οι βουλευτές κάθε φυλής] σχηματίζει, εκ περιτροπής, μια μόνιμη επιτροπή για το ένα δέκατο του έτους. Επειδή οι έρχοντες ήταν εννιά, τους προσθέτουν και ένα γραμματέα, έτσι ώστε οι δέκα φυλές να αντιπροσωπεύονται στο συλλογικό όργανο. Ο στρατός υποδιαιρείται σε δέκα τμήματα που λέγονται επίσης φυλαί, και καθένα τους διοικείται από έναν φύλαρχο. Σε όλες τις περιστάσεις ο λαός εμφανίζεται χωρισμένος σε δέκα ομάδες. Απλή, καθαρά λογική κατασκευή, και γι’ αυτό αντίθετη σε κάθε παράδοση, το δεκαδικό σύστημα αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δημοκρατικού πολιτεύματος, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε πολλές ελληνικές πόλεις που ελευθερώθηκαν από το ολιγαρχικό πολίτευμα.

Αυτό το σύνταγμα, αυτή η επιβλητική κατασκευή, όπου η πολιτική σκέψη παίρνει γεωμετρική όψη, ανταποκρινόταν τόσο καλά σε ένα δημόσιο πνεύμα που διαμορφώθηκε με την πείρα αιώνων, ώστε κανένα κόμμα δε θα το αμφισβητήσει. Οι δημοκρατικοί θα το τροποποιήσουν σε ορισμένα σημεία΄ δε θα αλλάξουν τίποτε το ουσιαστικό. Οι ολιγαρχικοί μπορούν να κάνουν επαναστάσεις΄ θα υποστηρίξουν ότι αποκαθιστούν στην ουσία του «το πολίτευμα των προγόνων», και θα εννοούν εκείνο με το οποίο καταλύθηκε για πάντα το ολιγαρχικό καθεστώς. Η Αθήνα του 5ου αιώνα έζησε με τους κοινωνικούς νόμους του Σόλωνα και τους πολιτικούς νόμους του Κλεισθένη.

Λιγότερο από είκοσι χρόνια μετά τη μεγάλη μεταρρύθμιση άρχισε για την αθηναϊκή δημοκρατία η σκληρή δοκιμασία των μηδικών πολέμων, απ’ όπου βγήκε πιο ισχυρή. Η πατριωτική ένωση και, σε μια ορισμένη στιγμή, η μαζική αποδημία ανακάτεψαν τις τάξεις. Αυτουργοί της νίκης ήταν τόσο οι οπλίτες του Μαραθώνα και των Πλαταιών όσο και οι κωπηλάτες της Σαλαμίνας, της Μυκάλης και του Ευρυμέδοντα. Η πόλη όφειλε τη σωτηρία της στους θήτες όσο και στους ζευγίτες και στους μεγάλους ιδιοκτήτες. Πώς να μην εξαρθεί το δημοκρατικό αίσθημα; Αμέσως η Αθήνα τοποθετήθηκε από τις ναυτικές πόλεις επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας, και για καιρό ο στόλος αποτέλεσε τη δύναμή της. Η κατασκευή ενός λιμανιού και μιας πόλης στον Πειραιά, η ευημερία του εμπορίου και της βιομηχανίας, η ανάπτυξη του κινητού πλούτου, η αφθονία του χρήματος, με δυό λόγια όλα αυτά που συντέλεσαν στην πολιτική και οικονομική δύναμη της Αθήνας, που έγινε η πρωτεύουσα του μεσογειακού κόσμου, είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί η πραγματική αξία του τιμήματος και να προβιβαστούν, χωρίς προσπάθεια, οι πολίτες από τη μία τάξη στην άλλη. Ήταν μια συνεχής διεύρυνση της δημοκρατίας, μια προοδευτική μετάθεση του κέντρου βάρους προς το πλήθος των παραγωγών και των ναυτών.

Ήδη το 500 το σύνταγμα του Κλεισθένη υπέστη σημαντικές επεξεργασίες: η βουλή των πεντακοσίων πήρε την τελική της οργάνωση, και η δημιουργία των δέκα αιρετών στρατηγών ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για το σώμα των εννέα αρχόντων. Αλλά και το 487/6 το σώμα αυτό άλλαξε βαθύτατα: αποφασίστηκε να τραβούν στον κλήρο τους άρχοντες, έναν κατά φυλή, από τους πεντακόσιους υποψηφίους που υπόδειχναν οι εκλέκτορες των δήμων και οι οποίοι δεν προέρχονταν μόνο από τους πεντακοσιομεδίμνους αλλά και από τους ιππείς.

Άλλαξαν έτσι και τη σύνθεση του Άρειου Πάγου που τον αποτελούσαν οι άρχοντες μετά τη λήξη της θητείας τους: χωρίς να αλλοιώσουν τον αριστοκρατικό χαρακτήρα της παλαιάς βουλής, μείωσαν την αξία της. Ο Άρειος Πάγος, ολοένα κατώτερος ως προς την αποστολή που του όριζε η παράδοση, σύντομα έδωσε την εντύπωση ενός ξεπερασμένου θεσμού. Και τούτο δεν οφειλόταν μόνο στην ισοβιότητα των μελών του που προέρχονταν από τάξεις πλουσίων και ευγενών, αλλά και στις εξουσίες που είχε κληρονομήσει. Οι αρμοδιότητές του, πολιτικού και δικαστικού χαρακτήρα συγχρόνως, δεν ήταν καλά καθορισμένες΄ καθώς όμως συμπεριλάμβαναν την επιτήρηση της εφαρμογής των νόμων, μπορούσαν κάποτε να γίνουν υπερβολικές. Επιπλέον, με τις υπηρεσίες που πρόσφερε στις χειρότερες ώρες της περσικής εισβολής, απόκτησε μεγαλύτερη εξουσία και αναδείχθηκε διαιτητής της δημόσιας ζωής. Ο λαός μοιραία θα χτυπούσε αυτό το οχυρό της αριστοκρατίας.

Το 462 το δημοκρατικό κόμμα είχε αρχηγό τον Εφιάλτη. Είναι αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στον Άρειο Πάγο, αφού προηγούμενα εκκαθαρίστηκε με δικαστικές διώξεις μελών του που είχαν υποπέσει σε παραπτώματα. Του αφαιρέθηκαν οι «πρόσθετες» και ακαθόριστες εξουσίες που του ανέθεταν τη φρούρηση του συντάγματος και του επέτρεπαν να ασκεί έλεγχο στην κυβέρνηση: έχασε την αρμοδιότητα να δικάζει τα εγκλήματα που ενδιέφεραν την πόλη, τις παραβάσεις που διέπρατταν ιδιώτες ή δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον της δημόσιας τάξης. Κράτησε μόνο αρμοδιότητες θρησκευτικού χαρακτήρα, που ήταν άλλωστε πολύ πλατιές, αφού περιλάμβαναν, μαζί με τον έλεγχο της διαχείρισης των ιερών κτημάτων, την εκδίκαση των προμελετημένων εγκλημάτων. Όσες εξουσίες αφαιρέθηκαν από τον Άρειο Πάγο πέρασαν στην εκκλησία του δήμου, στη βουλή και στα δικαστήρια της Ηλιαίας. Ο Πλούταρχος κρίνει αυστηρά αυτή τη μεταρρύθμιση: εφαρμόζει στον Εφιάλτη τα λόγια του Πλάτωνα για τους ανθρώπους που «παρέχουν στο λαό την ελευθερία άκρατη και ξέχειλη». Δεν είδε ότι ο διαχωρισμός των εξουσιών που είχε συγκεντρώσει ο Άρειος Πάγος ήταν απαραίτητος με την πρόοδο των πολιτικών θεσμών σε μια μεγάλη πόλη, και ότι η πραγματοποίησή του από τη δημοκρατία δεν ωφέλησε παρά την ίδια.

Ο Εφιάλτης πλήρωσε με τη ζωή του την αφοσίωσή του στο λαό. Αλλά είχε κοντά του ένα βοηθό ικανό να αποτελειώσει το έργο του. Ο Περικλής, ο μικρανεψιός του Κλεισθένη, πέρα από την ιδιοφυή νόησή του, συγκέντρωνε ρητορική δεινότητα, κύρος και δεξιοτεχνία στην αντιμετώπιση των ανθρώπων, προσόντα που του επέτρεψαν να υπηρετήσει το λαό κυριαρχώντας τον.

Η μεταρρύθμιση του Εφιάλτη δημιούργησε σοβαρό κίνδυνο. Έως τότε οι βασικοί νόμοι ασφαλίζονταν από μιά ισχυρή προστασία΄ ο Άρειος Πάγος ήταν, μαζί με τη βουλή, μια από τις άγκυρες που συγκρατούσαν το πλοίο του κράτους. Εάν δεν έπαιρναν τα μέτρα τους, οι νόμοι δε θα είχαν κάτι σταθερό που να τους συγκρατεί, και θα ήταν ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τους μεταβλητούς ανέμους της κοινής γνώμης. Αυτόν τον κίνδυνο ο Περικλής τον είδε καθαρά, και βρήκε τρόπο να τον αποτρέψει. Η γραφή παρανόμων (αγωγή για παράνομη πρόταση) ύψωσε το νόμο πάνω από τις λαϊκές ιδιοτροπίες και τους κοινωνικούς αγώνες, με το να δώσει δικαίωμα σε κάθε πολίτη να έρθει σε βοήθειά του σαν κατήγορος, και με το να επιβάλει θανατικές ποινές ως εγγύηση της επικυριαρχίας του.

Επίσης, για να μη μείνει η δημοκρατία λέξη κενή, έπρεπε να επιτραπεί στους ανθρώπους του λαού, που εργάζονταν για να ζήσουν, να αφιερώνουν χρόνο στην υπηρεσία της δημοκρατίας. Πεντακόσιοι πολίτες έπρεπε να μετέχουν στη βουλή έναν ολόκληρο χρόνο. Οι ηλιαστές, των οποίων η αρμοδιότητα περιοριζόταν αρχικά στο να κρίνουν, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αποφάσεις που εξέδωσαν διάφοροι άρχοντες, έπρεπε τώρα να κρίνουν, πρωτοβάθμια μαζί και τελεσίδικα, όλο και περισσότερες υποθέσεις Αθηναίων πολιτών καθώς και των πολιτών των συμμαχικών πόλεων: αποτελούσαν ένα σώμα έξι χιλιάδων μελών, οι μισοί από τους οποίους, κατά μέσο όρο, ήταν απασχολημένοι καθημερινά. Υπήρχε μια χιλιάδα υπαλλήλων μέσα στη χώρα (ένδημοι) ή στο εξωτερικό (υπερόριοι), πεντακόσιοι φύλακες νεωρίων κτλ. Έτσι οι δημόσιες υποθέσεις δεν ζητούσαν μόνο την κατά διαστήματα βοήθεια όλων των πολιτών στην εκκλησία του δήμου΄ απαιτούσαν και τη συνεχή προσπάθεια του ενός τρίτου απ’ αυτούς. Ωστόσο οι μισοί από τους πολίτες, είκοσι χιλιάδες περίπου, οι θήτες, είχαν ετήσιο εισόδημο κατώτερο από 200 δραχμές, που μόλις τους αρκούσε για να ζήσουν. Πώς να τους ζητήσουν να χάσουν το μισθό ενός έτους ή έστω πολλών ημερών; Από την άλλη μεριά, εάν απομάκρυναν από τη βουλή, από τα δικαστήρια και από τα αξιώματα τους ανθρώπους που δεν είχαν περιουσία, πώς θα εμπόδιζαν το καθεστώς, παρά το όνομα της δημοκρατίας που του έδιναν, να είναι στην πραγματικότητα ολιγαρχία; Και εκεί ο Περικλής φρόντισε ώστε το κράτος να δίνει μισθό στους πολίτες που άφηναν την εργασία τους για να το υπηρετήσουν. Η μισθοφορία έγινε ουσιαστικό στοιχείο της δημοκρατίας. Αλλά τον 5ο αιώνα, ακριβώς γιατί ο μισθός αποζημίωνε μόνο υπηρεσίες διαρκείς ή εξαιρετικές, οι πολίτες δεν έπαιρναν μισθό για τη στοιχειώδη άσκηση του πολιτικού τους δικαιώματος, δηλαδή για την παρακολούθηση των συνελεύσεων΄ η αποζημίωση δινόταν μόνο στα μέλη της βουλής, στους ηλιαστές και στους περισσότερους από αυτούς που καταλάμβαναν αξιώματα, και μάλιστα με κλήρο.

Από το 487/6, στον κατάλογο των πεντακοσίων υποψηφίων που πρότειναν οι δήμοι, για να κληρωθούν οι εννέα άρχοντες, άρχισαν να μπαίνουν και ονόματα ιππέων εκτός από των πεντακοσιομεδίμνων. Είκοσι χρόνια αργότερα και έξι χρόνια μετά από τη μεταρρύθμιση του Εφιάλτη έκαναν ένα βήμα πιο πέρα. Η Αθήνα υπέβαλε τους οπλίτες της σε σκληρές δοκιμασίες στις μάχες που έγιναν στην Βοιωτία. Τους αντάμειψε επιτρέποντας στους ζευγίτες να αναδείχνονται άρχοντες. Ήταν άλλωστε μια ανταμοιβή κυρίως τιμητική, γιατί η μεταρρύθμιση του Εφιάλτη είχε μειώσει τη σημασία των αρχόντων, αφού ο Άρειος Πάγος που σχημάτιζαν οι παλαιοί άρχοντες δεν είχε πια πολιτικές δικαιοδοσίες, και οι αυξημένες εξουσίες της βουλής περιόριζαν ανάλογα τη διοικητική ανεξαρτησία των αρχόντων. Ωστόσο το γόητρο αυτού του παλαιού συλλογικού οργάνου παρέμενε πολύ μεγάλο. Αλλά, από τη στιγμή που συνοδευόταν από ένα μισθό και έγινε κληρωτό, δεν υπήρχε πια λόγος να περιορίζεται στις τρεις ανώτερες τάξεις. Με τη σειρά τους έγιναν δεκτοί και οι θήτες. Για να μην καταστρατηγηθεί αυτό το μέτρο, χρειάστηκε να καταργηθεί η προκριματική εκλογή των πεντακοσίων, γιατί άφηνε ελεύθερο πεδίο στις μηχανορραφίες των γαιοκτημόνων: η προκριματική εκλογή αντικαταστάθηκε από μια πρώτη κλήρωση που ανάδειχνε τους υποψηφίους των δέκα φυλών για τη δεύτερη κλήρωση, από την οποία έβγαιναν οι τιτλούχοι των αξιωμάτων. Αλλά τότε τι χρειαζόταν ένας τόσο μεγάλος κατάλογος υποψηφίων για την τελική κλήρωση, περιπλοκή που ευνοούσε τις λαθροχειρίες στους δήμους; Αποφασίστηκε ότι ο κατάλογος αυτός δε θα περιλάμβανε πια παρά μόνο εκατό ονόματα, δέκα κατά φυλή. Έφτασαν έτσι στο κλασικό σύστημα κλήρωσης «με το κουκί».

Για να καθιερωθούν τα δικαιώματα που κατέκτησε ο λαός τον 5ο αιώνα, φάνηκε σωστό να τα προστατεύσουν από σφετερισμούς, που δεν έλειπαν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δημοκρατία, ακόμη και η άκρα δημοκρατία – αν την κρίνουμε από τη σημερινή μας άποψη και αν δεν εξετάσουμε τις αρχές αλλά τα πρόσωπα που ωφελήθηκαν από αυτήν -, στις ελληνικές πόλεις είναι πάντα ένα είδος αριστοκρατίας. Οι πολίτες στην Αττική ήταν μειοψηφία. Δίπλα τους ζούσε ένας αριθμός, τουλάχιστον ίσος, δούλων και ένας αριθμός, μόλις μικρότερος από τους μισούς, μετοίκων. Γεννημένοι στον τόπο από οικογένειες που είχαν αφομοιωθεί από καιρό, οι μέτοικοι επωφελούνταν από κάθε ευκαιρία, και ιδιαίτερα από την ευκολία των μεικτών γάμων, για να φτάσουν στην τάξη των πολιτών. Υπήρχαν πολλά υλικά πλεονεκτήματα συνδεδεμένα με το δικαίωμα του πολίτη, ώστε ο λαός δε δεχόταν ευχάριστα την αύξηση του αριθμού εκείνων που τα απολάμβαναν.

Το 451/50 ο ίδιος ο Περικλής πέρασε ένα νόμο σύμφωνα με τον οποίο δεν ήταν κανείς Αθηναίος παρά μόνο εάν είχε γεννηθεί από πατέρα και μητέρα Αθηναίους. Αυτός ο νόμος ενσωματώθηκε για πάντα στο σύνταγμα.

Πηγή: Gustave Glotz, H Ελληνική «πόλις».

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Η σύγχρονη οικονομική και πολιτική σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων

Με εξαίρεση τους Εβραίους, καμία άλλη κοινωνία δεν άσκησε στην Ευρώπη τόσο βαθιά επιρροή όσο οι Έλληνες: οι ιδέες, η τέχνη, η φιλοσοφία τους διαπότισαν τον ρωμαϊκό κόσμο τόσο καθοριστικά όσο ο αμερικανικός πολιτισμός τον σημερινό ατλαντικό κόσμο... Είναι αναμφισβήτητο ότι μέσα σε διάστημα λίγων αιώνων οι Έλληνες δημιούργησαν μία λογοτεχνία που ακόμα ζει και ακόμα διαβάζεται΄ με τον Πυθαγόρα, τον Ευκλείδη, τον Αρχιμήδη και άλλους έθεσαν τις βάσεις σχεδόν δύο χιλιάδων χρόνων γεωμετρίας΄ με τον Ηρόδοτο και τον Θουκιδίδη άρχισαν την ιστορία όπως την ξέρουμε και την γράφουμε΄ διαμόρφωσαν διάφορες φιλοσοφικές σχολές που ακόμη ασκούν το ανθρώπινο πνεύμα΄ επινόησαν την πολιτική επιστήμη΄ έθεσαν τα θεμέλια της βιολογίας΄ δημιούργησαν τη γεωγραφία και διεύρυναν την κοσμολογία΄ ανέπτυξαν την ιατρική ξεπερνώντας κατά πολύ καθετί γνωστό ως τότε στον αρχαίο κόσμο.... Ωστόσο το επίτευγμα αυτό δεν οφειλόταν στην αντίληψη ότι η γνώση απορρέει από το πείραμα. Γίνονταν πειράματα, αλλά σπανίως συστηματικά. Η διανοητική προσέγγιση ήταν κριτική, εννοιολογική, βασισμένη στην παρατήρηση και συχνά επιτυγχανόταν με την ακρίβεια της γλώσσας και το λεξιλόγιο των μαθηματικών.

- Introduction στο The History of Human Society, J.H. Plumb, 2nd ed., London, Penguin, 1974. Τα αποσπάσματα στην Ελληνική προέρχονται από την ειδική έκδοση του Οικονομικού, «Η σύγχρονη οικονομική και πολιτική σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων», 1996, σελ. 22 και 28.

Πηγή: Ηλίας Ι. Κουσκουβέλης, Εισαγωγή στην πολιτική επιστήμη και τη θεωρία της πολιτικής

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Θάλασσα ΙΙ

Ἡ ρίζα ΠΟΝ- ἤ ΠΟΡ-, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ λέξις πόντος, δηλοῖ τήν δίοδο, τήν διέλευσι, τόν διάπλου τοῦ πλοίου διά τοῦ πελάγους, τῆς θαλάσσης.


Πόντος (Ὅμηρος) εἶναι τὸ πέλαγος, ἡ ἀνοικτή θάλασσα ἡ βαθειά καί ἀχανής θάλασσα, τό ἀντίθετο τοῦ «γαῖα»=ἡ γῆ, ἡ ξηρά, ἡ στεριά, ἡ χέρσος. Προῆλθε ἀπό τήν φράσι τοῦ Ὁμήρου πόντος ἁλός, σέ περίφρασι τῶν ἀνωτέρω ἐννοιῶν. Ὡς μέρος τῆς ὅλης θαλάσσης, τό τμῆμα τοῦ πόντου (τό μέρος πού εἶναι διαπλεύσιμο) καταντᾶ ταυτόσημο τοῦ: πέλαγος. Ὁ πόντος ὑπονοεῖ καί τό βάθος τῆς θαλάσσης ἤ τήν βαθεῖα θάλασσα, βλέπε καί τό ρῆμα καταποντίζω.


Ποντοπόροι (νῆες ἤ ναῦται) στόν Ὅμηρο νοοῦνται ἀκριβῶς οἱ διαπλέοντες, οἱ διαπερῶντες τίς βαθειές θάλασσες οἱ πελαγιζόμενοι, οἱ θαλασσοποροῦντες. Εἶναι οἱ κατοπινοί γνωστοί μας θαλασσοπόροι. Ἐν τούτοις ἡ λέξις ποντοπόρος ἀναφέρεται σήμερα καί στά πλοῖα τῶν ἀνοικτῶν ἤ βαθειῶν θαλασσῶν, τά ὑπερωκεάνεια, σέ ἀπόλυτη συμφωνία μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ὁμηρικοῦ συνόλου.


Τό Πέραμα ἀπό τό ἴδιο ρῆμα περάω ἤ ὁ Πόρος, τό νησί, ἀπεικονίζουν τήν μορφολογία ἤ τήν γεωγραφία τους μέ παραστατικώτατο τρόπο.


Άπό τή ρίζα ΠΑΡ-, ΠΕΡ-, ΠΟΡ-/ΠΩΡ- παράγεται σειρά ὑδρολέκτων πού τό χρησιμοποιοῦμε μέχρι σήμερα καί σέ ὀνομασίες παραθαλασσίων τόπων ἤ καί στήν καθημερινή μας ἐπαφή μέ τήν θάλασσα καί πού βασίζονται εἴτε στήν διαμόρφωσι τοῦ ἐδάφους εἴτε σέ ἀποχρώσεις τῶν σημασιῶν τῆς ρίζας τοῦ ρήματος πείρω πού σημαίνει διαπερῶ, διατρυπῶ, «περνῶ» πού ἀναφέρεται είδικῶς στά κύματα τῆς θαλάσσης: κύματα πείρων=αὐτός πού διαπερᾶ τά κύματα, ἀλλά καί στά (ὑγρά) κέλευθα (=ὁδοί τῆς θαλάσσης): πεῖρε κέλευθον.


Ἡ ρίζα ΠΑΡ-, στήν πρόθεσι παρά, σημαίνει κατ’ ἀρχήν κίνησιν πρός, καί ἀκολουθεῖ ἔννοιες ὅπως ὑπάγω, φέρω, ἔρχομαι. Ἐκφράζει τήν ἀφετηρία τῆς κινήσεως ἀλλά καί τόν προορισμό, ἐπειδή σημαίνει καί προ-έρχομαι καί φθάνω κάπου, πλησίον κάποιου. Δηλοῖ ἐπίσης τήν κίνησι παραλλήλως πρός κάτι, ἀλλά καί τήν στάσι σέ κάτι καί ἔτσι ἀποδίδει παραστατικά τό ταξίδι τοῦ πλοίου στήν θάλασσα μέ λιμάνι ἀναχωρήσεως καί λιμάνι προορισμοῦ, ὅπου γίνεται καί ἐνδιάμεση στάσις, π.χ. ἀνεφοδιασμοῦ. Ἔτσι ἡ ἔκφρασις πάρ ποταμόν δηλοῖ πλησίον ἤ παραπλεύρως τοῦ ποταμοῦ. Ἡ ἔννοια τοῦ πάρ=ἐναντίον τινός ἀποκαλύπτει τήν πάλη τοῦ πλοίου καί τῶν ναυτικῶν μέ τά κύματα (Νῆσος Πάρος).


Τό πλοῖο πρέπει ἐκ τῶν πραγμάτων νά φθάση στήν πέραν γῆ, στήν απέναντι ὄχθη τοῦ ποταμοῦ, νά περάση πέραν τῆς θαλάσσης ἤ τοῦ ποταμοῦ, σέ ἄλλες ἠπείρους ἤ χῶρες. Ἔτσι ἡ ὀνομασία Περαία μᾶς προβάλλει ἀνάγλυφη στά μάτια μας, τήν βλέπουμε ἤ τήν νοιώθουμε νά ὀρθώνεται στήν ἀπέναντί μας ξηρά καί ὡς τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ μας. Τό Πέραμα εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐνδιάμεσος μεταξύ τῶν δύο ὀχθῶν τόπος, τό πορθμεῖον, ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ διάβασις, τό πέρασμα (ὡς χρονική διάρκεια, διαδικασία καί τόπος).


Τό ἐπίρρημα πέραν=εἰς τό ἀπέναντι μέρος (μέ ἀντίστοιχο trans) ἀνεφέρετο στήν ἔννοια ὑπάρξεως ποταμοῦ ἤ θαλάσσης ἀνάμεσα στά δύο μέρη, καί ἔτσι ἐχρησιμοποιεῖτο σέ πολύ παλαιούς ποιητές. Ἔτσι ἡ ρίζα ΠΕΡ- ἀφ’ ἑαυτῆς σχετίζεται μέ τήν διάβασι διά μέσου ἤ ἐπί τοῦ ὕδατος. Στόν Ὅμηρο καί τούς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἀπαντᾶται μαζί μέ τά ἀντίστοιχα ὀνόματα, ὅπως ἅλς, Ὡκεανός, πόντος, Χάος, Ἴστρος (ποταμός), ποταμός, Ἕβρος (ποταμός) κ.λπ., ὁπότε ἡ σχέσις προκύπτει ἀνάγλυφη. Τό πεῖραρ στόν Ὅμηρο ἀναφέρεται ἀκριβῶς στό πέρας, στά ἔσχατα τοῦ πόντου, τῆς γῆς ἤ τοῦ ὠκεανοῦ, χῶροι πού διαπερῶνται καί πού στό ἄκρον τους ἔχουν ὅριο. Τό πέρασμα τῆς θαλάσσης ἀπαιτοῦσε ἀγῶνα, μόχθο, προσπάθεια, ὑπέβαλλε τούς ναυτικούς σέ δοκιμασία. Τό ρῆμα πειράω σημαίνει ἀκριβῶς πασχίζω, δοκιμάζω, προσπαθῶ. Ἀπό τό ρῆμα πείρω=διαπερῶ ἀλλά καί τρυπῶ (ἡ ὀπή ἐπιτρέπει τήν δίοδο, τήν διέλευσι, τό πέρασμα), προέρχεται τό πέρας πού σημαίνει καί τέλος καί πέρασμα. Ἡ περόνη, διαπερνᾶ ὅπως καί τό πηρούνι. Ἀρχικῶς τό πείρω (Ὅμηρος) σήμαινε δι-έρχομαι, δια-πλέω, δια-σχίζω τά κύματα, δια-νύω τά κέλευθα. Τό νεοελληνικό πέρα δηλοῖ ἀπόστασι ἀλλά καί ποσότητα (τό μόριο πέρ τοῦ Ὁμήρου). Ἀκριβῶς τό πέρα γιά πέρα μέ τήν ἔννοια τελείως ἤ ἐν-τελῶς δηλοῖ ὅτι ἔχουμε διανύσει κάτι σέ ὅλο του τό μῆκος, περάσαμε τόν Ρουβίκωνα καί ὅλα πῆγαν πρίμα καί ἴσια. Ἡ ρίζα ΠΕΛ- δηλοῖ ἔκτασι, ἡ ρίζα ΤΕΛ- καί ΠΕΡ- πέρασμα καί ἄρα ἐξάπλωσι, διείσδυσι, διέλευσι καί διαγινώσκομε πέραν τῆς ἐννοιολογικῆς καί τήν συγγένειαν τῶν ριζῶν καί πιθανόν καί τῶν φθόγγων.


Ἄλλωστε παρατηρεῖται μετάπτωσις τοῦ λ σέ ρ (ἦλθα / ἦρθα) καί τό σημαντικώτερο στήν αἰολική καί δωρική διάλεκτο τό π τίθεται ἀντί τοῦ τ (σπολάς ἀντί στολάς). Ὁπότε οἱ ρίζες ΠΕΛ- καί ΠΕΡ- εἶναι μορφές τῆς ἑλληνικῆς ρίζης πού δηλοῖ καί πλάτος καί ἔκτασι καί τό ταξίδι ἤ τήν περιπλάνησι, τό πέρασμα τοῦ ὠκεανοῦ καί τῶν θαλασσῶν. Ἡ ἔννοια: μοχθῶ ἐνυπάρχει καί στήν ρίζα ΠΕΝ- (πένης, πενία).


Ἡ ρίζα ΠΕΡ- συνδέεται ἄμεσα μέ τήν θάλασσα, τό ὑγρό στοιχεῖο. Τό ρῆμα περ-άω, συνώνυμο τοῦ πείρω, σημαίνει κι αὐτό διαπερῶ, περ-νάω. Στόν Ὅμηρο αἱ νῆες περόωσι θάλασσαν, πόντον ὕδωρ, ἅλα, πέλγος καί κάθε ὑδατογενῆ περιοχή ἤ κατασκευή ὡς ἡ τάφρος, τά γύαλα, ἡ χαράδρα, γῆς ὁρίσματα. Ἀπό τήν ρίζα ΠΕΡ- προέρχονται καί ἐπαγγέλματα πού δημιουργήθηκαν ἀπό τά ταξίδια π.χ. τῶν ἐμ-πόρων στήν θάλασσα. Τά ρήματα περάω καί πιπράσκω=πωλῶ προέρχονται ἀπό τήν ἴδια ρίζα ἐπειδή πράγματι οἱ ἔμ-ποροι πρέπει νά μεταφέρουν τά ἐμπορεύματα μακράν μέσῳ τῆς θαλάσσης γιά νά τά πουλήσουν. Τήν πόρ-τα τήν περνᾶμε γιά νά μποῦμε στό σπίτι, τό προ-θμεῖον εἶναι τό πλοῖο πού περνάει στήν ἀπέναντι ὄχθη, τό λατ. por-tus εἶναι τό πέρασμα, τό λιμάνι ἀπ’ ὅπου περνάει τό πλοῖο (ἰταλικό porto). Τό λατινικό ρῆμα por-tare=φέρω, τό γερμανικό fahr-en=ὁδεύω, πορ-εύομαι καί τό ἑλληνικό ρῆμα πέρ-θω (σφάζω, περ-νάω ἀπό μαχαίρι) δηλοῦν ὅλα μεταφορά, (ΦΟΡ-/ΠΟΡ-), πορ-εία. Ἡ ἔννοια τοῦ μόχθου ὅπως εἴδαμε ἐνυπάρχει στήν ρίζα ΠΕΡ- ὡς καί στήν ΠΕΝ-/ΠΟΝ- (πόν-ος). Ἡ ρίζα ἄλλωστε ΠΟΝ- ἔχει καί τήν ἔννοια τοῦ βυθίζω στή θάλασσα. Ἄρα φαίνεται ὅτι οἱ ρίζες ΠΟΝ- καί ΠΟΡ- εἶναι συγγενεῖς.


Ἐκπονῶ (ἀρχαῖο πονέομαι) σημαίνει περαίνω, τελειώνω. Ἄρα ὁ Πόντος=ἡ θάλασσα, ἰδίᾳ ἡ ἀναπεπταμένη θάλασσα, τό πέλαγος, δηλοῖ τό ἀχανές μέγεθος, τό μάκρος. Τό ρῆμα πορ-εύω σημαίνει κατ’ ἀρχήν μεταφέρω διά ξηρᾶς ἤ διά θαλάσσης ἀλλά καί διαπορθμεύω (π.χ. διά λίμνης).


Ὁ πορ-θ-μός ἀκριβῶς δηλοῖ στενό μέρος τῆς θαλάσσης πού ἔχει καί ἀπό τίς δυό πλευρές ἤπειρο (=στεριά) καί πού χρησιμεύει γιά τήν δια-πόρ-θ-μευσι μέ πορ-θ-μεῖο μέ πέρ-αμα.

Ὁ πόρ-ος εἶναι τό διαβατό μέρος, τό πέραμα, ἀλλά καί ἡ διάβασις τῶν πλοίων, οἱ πόρ-οι τῆς ἁλός, ἡ διάβασις ποταμοῦ.


Πόρ-ος εἶναι καί ἡ θαλάσσια ὁδός, ἡ κέλευθος καί κατ’ ἐπέκτασιν ἡ θάλασσα. Ἄρα πόν-τος καί πόρ-ος (ρίζες ΠΟΝ-/ΠΟΡ-) ἔχουν ἐννοιολογική σχέσι. Ἡ πόρ-πη, ἡ περ-όνη ἀλλά κι ἡ πόρ-νη (ὠνία δούλη) παράγονται ἀπό τήν ἴδια ρίζα.


Στόν Ἡσύχιο ὁ πόρος σημαίνει τήν ὁδό, τήν τρίβο ἤ το ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ.


Τό πάρσον ἤ πάρ-ρον ἤ πράσ-ον εἶναι θαλάσσιο φυτό, λατινικά por-rum. Ἄρα καί τό γνωστό μας ἐπίθετο πράσινον χαρακτήριζε πόες ἤ χλόες θαλάσσιες (πράσινα φύκια).

Τό ρῆμα πράσω εἶχε ἀρχική σημασία περ-άω, διέρχομαι καί κατέληξε νά σημαίνει ἐνεργῶ μέ ἐνδιάμεσες ἔννοιες: διαπραγματεύομαι, ἐπιχειρῶ, ἐπιτελῶ, ἐπιτυγχάνω, σχεδιάζω, κατορθώνω. Ὁ ἔμπορος πράγματι ἐπιχειρεῖ (ἐπιχειρηματίας / ἐπιχείρησις), ἐκ-τελεῖ, καί φέρει εἰς πέρας (ἐπιτυγχάνει), προβαίνει σέ ἐμ-πορικές πρ-άξεις. Εἶναι πρατήρ=πωλῶν, πωλητής, ἔμ-πορ-ος. Τό πρατήριον εἶναι ἀκριβῶς ὁ χῶρος ὅπου γίνονται οἱ πρ-άσεις, οἱ πωλήσεις, οἱ διαπραγματεύσεις μέ τόν πελ-άτη.


Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ρήματος πορ-φύρω πού ἀφορᾶ στήν θάλασσα μέ τήν ἔννοια σφοδρῶς κινοῦμαι, ταράττομαι, κυμαίνομαι (ΠΟΡ- + ΦΥΡ-). Ἡ φουρ-τούνα ἀκριβῶς εἶναι ταχεῖα κίνησις, ἰσχυρός παλμός ἤ κύμανσις, ταραχή. Ἡ ρίζα ΠΟΡ- ἐπιτείνει τήν ἔννοια τῆς ρίζας ΦΥΡ-, δηλοῖ τήν πέρα γιά πέρα, τήν πλήρη ἀνάμειξι. Οἱ ρίζες ΠΟΡ- καί ΦΥΡ- βρίσκουν κοινές ἐφαρμογές στήν θάλασσα ἐφ’ ὅσον τό λατινικό fr-etum (ΦΡ-) δηλοῖ τό ταραγμένο νερό, τά ψηλά θαλάσσια κύματα πού θραύονται στήν ἀκτή. Οἱ ρίζες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μέ τόν τρόπο αὐτόν ἔχουν ὅλες τίς μορφές ὑπό τίς ὁποῖες οἱ ἀντίστοιχες ἔννοιες ἀπαντῶνται στίς σύγχρονες ἀλλά καί στίς ἀρχαιότερες γλῶσσες:


πάρ

παρά

πέρ

πέρας

περί

πρό

πάρος

ἐμ-πρός

λατ., proe

ἀγγλ. pre-

γερμ. vor

πεῖρα

ἐμ-πειρία

πείρω

ἔμ-πειρος

διαμπερής

λατ. peri-tus

peri-culum=κίνδυνος

ριζ. per-.=εἰσδύω, διεισδύω, διαμπερῶ

ἄ-πειρος

πορ-ίζω

πορ-εύω

πέ-πρ-ωται

πεῖραρ

πέρα

περαιτέρω

πόρρω

περατός

Περαῖος

Περαία

pre-paro

λατ. foro=τρυπῶ

λατ. ferio=πληγώνω

περί

πέριξ

περισσός

πέρ-νημι

πέρυσι

ἀγγλ. prior

φέρω

pons=γέφυρα

πόντος

ποντίζω

ποντικός

pario=γεννῶ

πόρ-τις

πόρ-ταξ

πόρ-κος

πόρ-πη

πορ-φύρα

πράσσω

πράκτωρ

πρατήριον

πρίαμαι=ἀγοράζω

πρόμος=προηγούμενος

λατ. primus

Πειραϊκή(=ἡ πέραν τῶν ὁρίων)

Πειραιεύς

πείρατα=πέρατα, ἄκρα (πεῖραρ)

πεῖρα

πειράζω

πειράω

περατόω

περατός

περαίνω=φθάνω

Περαῖος=ὁ πέραν τῆς θαλάσσης ἤ τοῦ ποταμοῦ

Περαίη (α)=ἡ πέραν γῆ, ἡ ἐπί τῆς ἀπέναντι ὄχθης τοῦ ποταμοῦ

περαιόω

Πέραμα

πιπράσκω (πιπεράσκω)=πωλῶ

ΠΕΛ-

ΠΛ-

ΠΟΛ-

ΠΑΛ-

πέλω=διατελῶ ἐν κινήσει

πελεμίζω=σείω, κινῶ

πάλλω=κραδαίνω, σείω, σπαίρω

παλύνω=ραντίζω, ὑγραίνω

πλησιάζω

πελάζω

πελάγιος

πελαγῖτις γῆ

πελαγίζω=πλημμυρῶ, ὑπερχειλίζω, σχηματίζω πέλαγος

πελάγισμα=πλήμμυρα

πελαγισμός=κλυδωνισμός

Πελασγοί=φυλή νομαδική

παλάσσω=ραντίζω

πωλῶ


Παρατηροῦμε ὅτι οἱ ρίζες ΠΕΛ- καί ΠΕΡ- συσχετίζονται. Οἱ Πελασγοί ἤ Πελαργοί προέρχονται, κατά τίς ἐπικρατοῦσες ἀπόψεις, εἴτε ἀπό τήν μία εἴτε ἀπό τήν ἄλλη. Εἶναι ὁ πελάγιος λαός πού περ-άει (=διαβαίνει) τήν θάλασσα. Τό ἄνοιγμα στό πέλ-αγος δηλοῖ καί τήν ἀναχώρισι (πέρ-ας) καί τήν ἐπιστροφή (πέλ-ας). Ἄλλωστε τά ρήματα πλάζομαι καί πλανάω (ρίζα ΠΛΑ-) δηλοῦν περιπλάνησι, ἀπόστασι, ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν ἐστία, ἀπό γνωστό, οἰκεῖο χῶρο. Τό πέρας εἶναι τό ἄκρο τῆς θαλάσσης΄ φθάνω στό ἄκρον στό τέρ-μα δηλοῖ καί τό πλησιάζω στόν προορισμό, φθάνω, πλησιάζω στό τέλος. Χαρακτηριστικά ἐπίσης εἶναι τά ρήματα πιπράσκω καί πωλῶ, συνώνυμα ἀπό τίς δύο ρίζες. Ὁ πόλος σημαίνει καί τό στερέωμα καί τόν θόλο τοῦ οὐρανοῦ καί τόν ἄξονα, τό σημεῖο πέριξ τοῦ ὁποίου στρέφεταί τι. Τά ρήματα ἄλλωστε πλέω καί πείρω ἐμπεριέχουν τήν ἔννοια τῆς περιπλανήσεως τοῦ ταξιδιοῦ. Ὁ πόρος εἶναι ὁ πορθμός, τό πέρα(σ)μα, ἡ πορεία, τό ταξίδιον ἀλλά καί ἡ πρόσ-οδος. Ἑπομένως, οἱ πόροι ἁλός=ἡ θάλασσα καί οἱ πόροι (ἔσ-οδα) ἀποκτῶνται. Συγχρόνως ἡ λέξις πόρος εἶναι καί μακριά καί κοντά (=πόλος).


Πωλητήριον=πρατήριον, ὁ πωλητής εἶναι ὁ μετα-πρ-άτης. Ἔχουμε ἑπομένως τό ρῆμα πωλῶ / πιπράσκω καί ἀπό τή ρίζα ΠΡΑ- καί ἀπό τήν ρίζα ΠΩΛ- καί γιά νά πωλήσω πρέπει νά μεταφέρω τά πράγματα κοντά στούς πελ-άτες μέ τό ἐμ-πόρ-ιο.


Ὁ πῶρος ἤ πόρος τοῦ ἐδάφους ἀφήνει τό νερό νά περάσει καί ἡ πόρωσις δηλοῖ ἀκριβῶς τήν σκλήρυνσι μετά ἀπό διαφυγή τοῦ ὑγροῦ στοιχείου ἀπό τούς πόρους.


Ἔτσι ἡ ὀνομασία πέλαγος καί πόροι = ἡ θάλασσα ἔρχονται ἀπό τήν ἐτυμολογία τους πολύ πιό κοντά καί εἶναι θέμα ἀπό ποιό σημεῖο θεωροῦμε ἤ θεώμεθα τά πράγματα (πέλας, πέρας, Πέλαγος / Πέραμα).


Τά σύνθετα τῶν ριζῶν πού περιγράφουν τήν θάλασσα μᾶς ἀποκαλύπτουν φαινόμενα, ἀσχολίες, ζῶντα ὄντα, χρώματα ἤ γεγονότα πού ἔχουν σχέσι μέ τήν θάλασσα. Ἔτσι ἁλι-αής εἶναι ὁ ἄνεμος πού πνέει (ἵησι) πρός τήν θάλασσα ἤ διά μέσου τῆς θαλάσσης. Ἁλι-αρός εἶναι ὁ ἁλ-μυρός σάν τό νερό τῆς θαλάσσης, ἁλι-ανθής ὁ ἁλ-οπόρφυρος, ὡς χρῶμα προϊόν ἀναμείξεως ἤ ἀνθήσεως, «ἐξανθήματος» τῆς θαλάσσης. Ἁλιάετος εἶναι ὁ θαλασσαετός, ἁλίβρεκτος εἶναι αὐτός πού βρέχεται ἀπό τήν θάλασσα, ὁ ἁλί-δουπος / ἁλί-γδουπος καί ὁ ἁλί-βραμος εἶναι αὐτός πού δημιουργεῖ θορύβους ὅμοιους μέ τῆς θαλάσσης καί ὁ ἠχῶν στήν θάλασσα ἀντιστοίχως, ἁλί-δρομος ὁ δια-τρέχων τήν θάλασσα, ἁλί-ζωνος ὁ περιζωσμένος ἀπό τήν θάλασσα, ἁλι-δινής ὁ περιδινούμενος ὑπό τῆς θαλάσσης, ἁλί-δονος ὁ κιλυνδούμενος ὑπό τῆς θαλάσσης. Ἁλί-κλυστος εἶναι ὁ κατακλυζόμενος ἀπό τήν θάλασσα, ἁλί-κμητος ὁ ταλαιπωρούμενος στήν θάλασσα, ἁλί-κτυπος ὁ προσβαλλόμενος ἀπό τά κύματα μέ πάταγο καί ρόχθο, ἁλι-κύμων ὁ περιβαλλόμενος καί περιβρεχόμενος ἀπό τά κύματα τῆς θαλάσσης, ἁλι-μυρήεις εἶναι ὁ ρέων στήν θάλασσα, ἁλι-νηχής ὁ κολυμβῶν στήν θάλασσα. Ἁλί-πληκτος εἶναι ὁ πληττόμενος ὑπό τῆς θαλάσσης, ἁλί-πλοος ὁ πλέων ἐπί τῆς θαλάσσης, ἁλι-ρραίστης ὁ διασχύζων μέ μανία τήν θάλασσα, ἁλί-ρραντος ὁ ραντιζόμενος ἀπό τήν θάλασσα, ἁλί-ρρηκτος ὁ ἁλι-ρραγής, ὁ ἁλι-ρρόθιος ὁ κυκλούμενος ἤ προσβαλλόμενος ἤ πληττόμενος ἀπό τόν ῥόθο ἤ ρόχθο ἤ ῥοῖζο τῆς θαλάσσης, ἁλί-ρρυτος ὁ καταρρεόμενος ἀπό τήν θάλασσα, ἁλι-σμάραγος ὁ ἠχῶν ὡς ἡ θάλασσα, ἁλί-στρεπτος ὁ περιστρεφόμενος ἀπό τήν θάλασσα, ὁ κινούμενος ἐδῶ κι ἐκεῖ.


Πηγή: Ὑδατική Λεξιγραφία (Ἐτυμολογικὴ ἀνάλυσις τῶν Ἑλληνικῶν Λέξεων ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὸ νερό) - Δρ. Στ. Δωρικού & Δρ. Κ. Χατζηγιαννάκη (ἐκδόσεις ἐλεύθερις σκέψις)

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Θάλασσα I

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει ἐκπληκτικὸ πλοῦτο χαρακτηρισμῶν ἢ ὀνομασιῶν γιὰ τὴν θάλασσα ποὺ πετυχαίνουν μὲ ἐξαιρετικὰ παραστατικὸ καὶ ἀκριβῆ τρόπο νὰ παρουσιάσουν τὸ ἀχανές, τὴν ἔκτασι, τὸ βάθος ἢ τὰ φαινόμενα ποὺ συναντοῦν οἱ θαλασσοπόροι στὴν θάλασσα, ἀλλὰ καὶ σὲ σχέσι μὲ τὸν ἀπόπλου καὶ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν στεριά.

Ὅλη αὐτὴ ἡ ὁρολογία ἀναδεικνύει τὶς ρίζες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὴν θάλασσα καὶ συγκροτοῦν τὴν Ἑλληνικὴ Θαλασσινὴ Λεξιγραφία. Ἀνάμεσα στοὺς ὅρους αὐτοὺς συναντοῦμε πολλοὺς ποὺ τοὺς χρησιμοποιοῦμε ἀτόφιους μέχρι σήμερα, πρᾶγμα ποὺ δείχνει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι διαχρονικὴ καὶ ἐνιαία καὶ παρουσιάζει ἀδιάλειπτη συνέχεια καὶ ἑνότητα ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι σήμερα. Ἡ Μυκηναϊκὴ λεξιγραφία, μετὰ τὴν ἀποκρυπτογράφησί της ἀπὸ τὸν Ventris καὶ τὸν Chadwick ἀπέδειξε ὅτι οἱ ἴδιες ἑλληνικὲς λέξεις ἐχρησιμοποιοῦντο ἤδη καὶ στὴν Μυκηναϊκὴ ἐποχὴ καὶ ὁποτεδήποτε ὑπῆρξαν Ἕλληνες εἶχαν ἀδιάρρηκτη σχέσι μὲ τὴν θάλασσα.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει πέντε κύριες ρίζες γιὰ τὴν θάλασσα, ποὺ ἡ κάθε μιὰ δημιουργεῖ δική της σειρὰ ἐννοιῶν καὶ καλύπτει τὸν δικό της χῶρο ἐφαρμογῶν, παρουσιάζοντας συγκεκριμένη ἡ κάθε μία ὄψι τῶν στοιχείων ἢ τῶν φαινομένων ποὺ ἐμφανίζονται: ἅλς, θάλασσα, πόντος, πέλαγος, ὠκεανός εἶναι οἱ κύριοι ὅροι ποὺ χρησιμοποῦμε γιὰ τὴ θάλασσα, μὲ διαφοροποιήσεις καὶ ἀποχρώσεις ἐννοιῶν (π.χ. ἀνοιχτὴ θάλασσα). Κάθε ρίζα, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ ἐνδελεχέστερη ἀνάλυσις καὶ σπουδή, καλύπτει καθορισμένες χρήσεις, ποὺ ἄλλωστε ἔχουν σχέσι μὲ τὴν σημασία τῆς ρίζας ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται καὶ σχηματίζει χαρακτηριστικὰ σύνθετα ποὺ ἀναδεικνύουν τὶς ἐπὶ μέρους ἐφαρμογὲς καὶ συνδυασμούς, ποὺ κι αὐτοὶ ἑρμηνεύονται σημασιολογικὰ καὶ σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὰ πράγματα, τὰ γεγονότα ἢ τὶς καταστάσεις καὶ τὰ φαινόμενα τὰ ὁποία περιγράφουν, χαρακτηρίζουν ἢ προσδιορίζουν.

Ἡ ρίζα ΣΑΛ- (λατινικὸ sal-) σημαίνει ἅλας, ἁλάτι ἐξ οὗ καὶ ἅλ-μη, Ἁλίαρτος, ἁλιεύς. Εἶναι τὸ εἷδαρ τὸ μεμιγμένον ἅλεσσι τοῦ Ὁμήρου, τὸ ἁλμυρὸ ὕδωρ καὶ κατ᾿ ἐπέκτασιν ἡ θάλασσα, κυρίως ἡ παρὰ τὴν ξηρὰ θάλασσα, ἡ προσάκτιος, τὸ ἀκροθαλάσσι, ἡ παρ-αλία, ἡ ἀκτή. Ὁ συνδυασμὸς τῆς ρίζης μὲ τὴν ΣΑΛ- ἐξ οὗ ἡ λέξις θάλασσα / σάλασσα / θάλαθθα (Κρῆτες) δὲν φαίνεται νὰ ἐνισχύεται.

Ἡ ρίζα ΣΑΛ- ἐξ ἧς ἡ λέξις σάλος, φαίνεται ὅτι παράγεται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὄχι ἀπὸ τὴν ρίζα τῆς λέξεως ἅλς / ἁλός ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ρίζα ΣΑΛ- ποὺ ἀπαντᾶται στὴν ὀνομασία τῆς νήσου Σαλαμῖνος (σαλ + ἀμίς / ἄμη) = ἡ ἀντλοῦσα ἀπὸ τὴν θάλασσα, μὲ διαλεκτικό (δωρικό) φθόγγο σ ἀντὶ θ.

Ὁ Σαλ-μωνεὺς ὁ ἀλαζὼν βασιλεὺς τῆς Θεσσαλίας, ἐπεδίωκε νὰ ἐξομοιωθῆ μὲ τὸν Δία καὶ ἐμιμεῖτο τὴν βροντὴ καὶ τὴν ἀστραπή, ὁδηγοῦσε σιδερένιο ἅρμα πάνω σὲ χάλκινο ἔδαφος ἢ ἐκσφενδόνιζε ἀναμμένες λαμπάδες, χρησιμοποιῶν μορφὲς σάλου, ἀναταραχῆς ἢ θορύβου (σάλπιγξ).

Τὸ ρῆμα σαλεύω σημαίνει κάνω κάτι νὰ κινηθῆ, νὰ κινηθῆ ἐδῶ κι ἐκεῖ, νὰ κλονῆται, νὰ κραδαίνεται, νὰ σείεται, νὰ «κουνιέται». Τὸ πλοῖο πράγματι στὴν θάλασσα κινεῖται ἀκριβῶς ἐδῶ κι ἐκεῖ, πορεύεται ἀσταθῶς. Τὸ συνώνυμο ρῆμα σαλάσσω σημαίνει τόσο σείω, κουνῶ, ἢ ταράσσω ὅσο καὶ ὑπερπληρῶ, γεμίζω ἐξ οὗ φαίνεται καὶ ἡ σημασία του, καὶ ὡς ὑδρολέκτου. Στὸν Ἡσύχιο ἀπαντᾶ ὡς ἀπαρέμφατο: σαλάξαι = κατακλύσαι, κινῆσαι καὶ ὡς μετοχὴ σαλαχθέν = σεισθέν. Τὸ οὐσιαστικὸ σάλασσα = ἡ κινοῦσα, ἡ κατακλύζουσα, μοιάζει μὲ οὐσιαστικοποιηθεῖσα μετοχὴ τοῦ ρήματος. Χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι τὸ ρῆμα σαλεύω χρησιμοποιεῖται καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια: εἶμαι ἀγκυροβολημένος ἐκ πλοίου, ὅπου ἀκριβῶς καὶ παρατηρεῖται ἡ ἀνάλογη ἀσταθὴς κίνησις τοῦ πλοίου στὸ νερό. Ἡ ἑλληνικὴ ρίζα παραπέμπει στὸ λατινικό sal-um, ἢ στὸ γερμανικὸ schwellen = φουσκώνω. Χαρακτηριστικὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἡσυχίου: σάλος = ἡ φροντίς, ἡ ταραχή, ὁ κλύδων καὶ ἡ τῆς θαλάσσης κλύδωνος κίνησις. Δηλαδὴ ὁ σάλος προκαλεὶ φουσκοθαλασσιά, τρικυμία, κύματα ὑψηλά, κλύδωνες ποὺ ταρακουνοῦν τὴν θάλασσα καὶ τὰ πλοῖα. Οἱ δημιουργούμενοι ἀνάλογοι ἦχοι ἀπὸ τὸν σάλο πιθανὸν ὑποδηλοῦν σχετικὲς σημασίες (σάλπη, σάλπιγη, σῦριγξ).

Στὴν ρίζα ΠΕΛ- ἀνήκουν οἱ Πελ-ασγοὶ καὶ τὸ πέ-λαγος. Οἱ Πελασγοὶ ἦσαν οἱ διερχόμενοι πειρατικὸ ἢ πλάνητα βίον, οἱ πλανώμενοι στὴν θάλασσα, οἱ θαλασσινοί, οἱ θαλασσόλυκοι, οἱ θαλασσοκράτορες, οἱ πρῶτοι Ἕλληνες. Καὶ εἶχαν σχέσι μὲ τὴν θάλασσα καὶ πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὴν ζωή τους στὸ ὑγρὸ στοιχεῖο, καὶ τὴν σχέσι τους μὲ τὴν θάλασσα. Ἡ μελέτη τῆς ρίζας ΠΑΛ-, ΠΕΛ-, ΠΟΛ-, ΠΩΛ-, ΠΛ- ἀποκαλύπτει τὶς διάφορες σημασίες της ποὺ μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανοήσουμε τὴν σημασία τῆς ἀνοιχτῆς θαλάσσης, τοῦ πελάγους. Τὰ παράγωγα πλάξ καὶ πλατὺς δίδουν στὸ πέλαγος τὴν ἔννοια τῆς ἐπίπεδης ἐκτεταμένης καὶ ἀχανοῦς ἐπιφανείας, τοῦ εὔρους τῆς θαλάσσης, τῆς νηνεμίας. Συγχρόνως τὰ ρήματα πελάζω καὶ πλάζω ἤδη ἀπὸ τὸν Ὅμηρο εἰσάγουν τὶς ἔννοιες τοῦ πλήσσω, τοῦ συντρίβομαι (ὡς κύματα) στὴν ἀκτή, τοῦ κτυπῶ, τοῦ δέρω (θαλασσοδαρμένος) καὶ συγχρόνως ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ξηρᾶς τοῦ ἀποκρούω, ἀντικτυπῶ, ἀπωθῶ τὸν ροῦν ἢ τὰ πλοῖα καὶ ἄρα, ἀπομακρύνω στὴν βαθειὰ θάλασσα, στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Τὸ ρῆμα πλάζομαι ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ παραδέρνομαι, περιπλανῶμαι (π.χ. ἐπὶ πόντον = εἰς τὴν θάλασσαν), τοῦ περιφέρομαι. Πλάζω σημαίνει ἐπίσης παραπλήττω, (παρα)ζαλίζω, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς περιπλανήσεως ἢ τοῦ πλοῦ στὴν φουρτουνιασμένη θάλασσα (ζάλη / σάλος, φουρτούνα / σάλος). Ἀπὸ τὴ ρίζα ΠΛΑΓ- τοῦ πλάζω παράγεται ὁ τύπος πλαγκταί (Πέτραι) ποὺ δηλοῖ τοὺς πληκτοὺς βράχους, τοὺς συνεχῶς ὑπὸ τῆς θαλάσσης πληττομένους σκοπέλους (και ὄχι βεβαίως τοὺς πλάνητες). Θυμίζουμε ἐδῶ τὶς Συμπληγάδες Πέτρες. Ὁ Ὅμηρος περιέγραψε τὴν περιπλάνησι τοῦ Ὀδυσσέως μὲ τὸ ρῆμα πλάζομαι (πλάγχθη). Πλαγκτὸς σημαίνει καὶ ἔμπληκτος, ἐμβρόντητος, ζαλισμένος, ἀποκαλύπτοντας ὅτι, ὡς συμβαίνει καὶ στὴν πραγματικότητα, τὸ πέλαγος εἶναι πολλὲς φορὲς φουρτουνιασμένο, κυματῶδες, ταραγμένο καὶ προξενεῖ καὶ ναυτία (ζάλη) στοὺς ἐπιβαίνοντες. Καὶ βέβαια γιὰ νὰ διαβῆ τὸ πλοῖο, τὸ πέλαγος πρέπει νὰ ἀποκρούσει τὰ κύματα ἀλλὰ καὶ νὰ «κτυπηθῆ» μ᾿ αὐτά. Καὶ μετὰ τὸ πέρασμα τοῦ πελάγους τὸ πλοῖο προσεγγίζει, πλησιάζει, προσελαύνει στὴν ξηρά: πελάζει, βρίσκεται πλησίον (πέλας) τῆς στεριᾶς, τῆς ἀκτῆς. Καὶ ὅ,τι βέβαια βρίσκεται πλησίον τῆς θαλάσσης πλήττεται ἀπὸ τὰ κύματα ἢ τὰ πλοῖα προσκρούουν ἐπ᾿ αὐτῶν. Καὶ χρειάζονται οἱ κυματοθραῦστες (θραύω / πλήττω) ἢ οἱ κυματωγὲς γιὰ νὰ σπᾶνε τὰ κύματα τῆς ἀνοιχτῆς θαλάσσης πρὶν πλήξουν τὴν ἀκτή.

Στὸ ρῆμα πάλλω ἀναδεικνύεται ἡ ἔννοια τοῦ κινῶ μὲ σφοδρότητα, σείω, τινάσσω, πάλλω, παλινδρομῶ, ρίπτω, χοροπηδῶ, «χορεύω» στὰ χέρια. Τὰ κύματα τοῦ πελάγους πράγματι παρουσιάζουν τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ καὶ ἄρα καὶ τὸ πέλαγος τὸ ἴδιο. Ἡ ἔννοια τοῦ ρίπτομαι, προσκρούω ἐπάνω, πέφτω (πίπτω) μὲ ὁρμὴ καὶ ἄρα πλήττω κάτι, ἀναδεικνύονται καὶ στὸ παράγωγο πόλεμος (πτόλεμος). Ἡ ἔννοια τῆς ὃρμῆς, τοῦ σφρίγους, τῆς σφοδρότητος ἐκφράζεται στὴν ἔννοια καὶ τὴν κίνησι τοῦ παλ-μοῦ ἀλλὰ καὶ στὴν ὀνομασία τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς Παλλάδος, ὡς παλλούσης τὸ δόρυ καὶ τὴν αἰγίδα. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράγωγο πάλλαξ (=παλληκάρι) καὶ παλλακίς, ἡ σφριγῶσα νεᾶνις.

Ἡ ἔννοια τῆς ἐκτάσεως τοῦ πελάγους ἐκπηδᾶ καὶ ἀπὸ τὸ οὐσιαστικὸ παλάμη = ἡ ἀνοικτὴ καὶ ὑπτία χείρ. Τὸ ἐπίθετο πλατὺς ἐκφράζει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐκτάσεως ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπιπεδότητος, τῆς ἁπλάδας. Τὰ ὁμόρριζα πλαταμών, ποὺ σημαίνει λόγῳ μορφῆς καὶ τὸν αἰγιαλὸ ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ τὸ ἐπίπεδο καὶ ὁμαλὸ καὶ ἀβαθὲς μέρος κατὰ τοὺς ποταμοὺς καὶ πλάτιγξ=τὸ ἄκρο τῆς κώπης μὲ τὸ ὁποῖο πλήττεται τὸ νερό, ἀποτελοῦν δυὸ ἀκόμη ὑδρόλεκτα ἀπὸ τὴν ρίζα αὐτήν.

Τὸ ἐπίρρημα πάλ-ιν δηλοῖ ἐπανάληψι, ἐπιστροφή, κίνησι πρὸς τὸ ὀπίσω, παλιν-δρόμησι, ἐπανάκαμψι, ἀπόκρουσι πρὸς τὰ πίσω. Ἔτσι ἡ παλίρροια, ὁ παλίρρους εἶναι ἡ παλινδρόμησις, ἡ ὀπισθοδρόμησις, ἡ ὑποχώρησις τὼν ὑδάτων καὶ ἡ ἐκ νέου ἐμφάνισίς τους, ἡ κίνησις μπρός-πίσω, ἡ ἀπόκρουσίς τους ἀπὸ τὴν ἀκτή. Τὰ ἐπίθετα παλίνορσος καὶ παλινόρμενος (ρίζες ΠΑΛ- + ΟΡ-) συνδυάζουν ἀκριβῶς τὶς ἔννοιες: πάλλομαι καὶ σηκώνομαι / φουσκώνω καὶ ἀποδίδουν ἀνάγλυφη τὴν κίνησι τῶν κυμάτων στὸ πέλαγος.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι τὸ ρῆμα παλάσσω μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πασαλείφω δηλοῖ ἁπλώνω κάτι (ἔκτασις) ἢ ραίνω μὲ κάτι (πασπαλίζω). Συγχρόνως ὅμως ἐκφράζει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ μολ-ύνω= μιαίνω, λερώνω. Τὸ ἴδιο τὸ πασ-παλίζω ἀποδίδει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ρίζης ΠΑΛ-, ἐπειδὴ γιὰ νὰ ραντισθῆ, νὰ παλ-υνθῆ, νὰ ἐπιπασθῆ (πάσσω) κάτι χρειάζεται καὶ νὰ τραντάσσεται, νὰ ἀναδονῆται, νὰ ἐκ-τινάσσεται.

Τὸ ρῆμα πάσσω= πασαλείφω, πασπαλίζω, κουκίζω, ραντίζω, πιτσιλίζω, ἄλλωστε ἔχει ἄμεση ἀναφορὰ σὲ ὑγρὰ ἢ στὸ ἅπλωμα τοῦ ἅλατος.

Ὁ Πελ-ίας ἀνάγκασε τὸν Ἰάσονα νὰ ἐπιχειρήση τὴν Ἀργοναυτικὴ ἐκστρατεία κατὰ τῆς Κολχίδος. Καὶ ἐδῶ βλέπουμε τὴν σχέσι μὲ τὸ πέλαγος καὶ τὴν θάλασσα (Κολ-χὶς ἀπὸ τὸ κόγ-χη, κογ-χύλιον, κόχ-λος, ἡ χώρα ἡ πλούσια σὲ ὄστρακα, ἀλλὰ καὶ κατ᾿ ἐπέκτασι ἡ ἔχουσα πλοῦτο, ἡ γῆς τῆς Ἐπαγγελίας, ἡ ἰσχυρά, ἡ κοιτὶς τοῦ πολιτισμοῦ), ποὺ τὸ ὄνομά της ἔχει σχέσι μὲ τὴν θάλασσα.

Ἡ Πελοπόννησος (Πέλοπος νῆσος) ἢ Ἀπία ἑρμηνεύεται κι αὐτὴ ὡς πέλας (Πέλοψ) τῆς θαλάσσης ἣ ἐπὶ ἢ καὶ μακρὰν τῆς θαλάσσης (ἄπω, ἐπί), σὲ διττὴ συνύπαρξι, ἡ περι-νηχομένη, ἡ παλλομένη στὴ θάλασσα.

Ἡ μετάβασις στὴν κυριαρχία, στὴν καθεστηκυΐα τάξι καὶ στὴν ἐπικράτησι, χρειάζεται νὰ περάση ἀπὸ ἀγῶνα, ἀπὸ κίνησι, ἀπὸ μεταβατικὲς ταραγμένες καταστάσεις, εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα περι-πλανήσεως (πέλω).

Ὁ ἴδιος πόλ-εμος (ρῆμα πελεμίζω) δηλοῖ ἀκριβῶς τὸν κραδασμὸ ποὺ προξενεῖ καὶ τὶς πληγὲς ποὺ ἐπιφέρει, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀστάθεια, τὴν ἀναταραχὴ ποὺ προκαλεῖ.

Τὰ κύματα χαρακτηρίζονται καὶ στὸν Ὅμηρο ὡς πελώρια δηλώνοντας καὶ τὸ ὕψος τους, τὸν φόβο ποὺ δημιουργοῦν καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα φουρτούνας, θαλασσοταραχῆς.

Ὁ πηλός (λάσπη, ἰλύς) ἀπεικονίζει τὴν μαλακότητα τῆς ὕλης του, τὸ εὔ-πλαστον ἀλλὰ καὶ τὸν περιεχόμενο ἢ τὴν ἀνάμειξί του μὲ τὸ νερό. Ὁ Πηλεὺς νυμφεύθηκε τὴν Νηρηίδα Θέτιδα, καὶ ἐγέννησε τὸν Ἀχιλλέα (ἄχα = aqua = νερό) καὶ ἑπομένως γίνεται καὶ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ φανερὴ ἡ σχέσις τὼν ριζῶν ΠΑΛ-, καὶ ΑΧ- (Ἀχαιοί, Ἀχαΐα, Ἀχερουσία) καὶ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ ὀνομασίες τῶν ἡρώων τῆς Μυθολογίας εἶχαν ἄμεσι σχέσι μὲ τὸν ρόλο τους, τὸν χῶρο δράσεώς τους ἢ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐκπροσωπούσαν.

Τὸ πανέμορφο Πήλιο ἄλλωστε εἶναι κι αὐτὸ παραθαλάσσιο καὶ ἡ ὕλη, τὸ χῶμα του ἔχει ἄμεση ἀλληλεπίδραση μὲ τὸ νερὸ τῆς θαλάσσης.

Τὰ ρήματα πίμ-πλη-μι ἢ πλη-ρό-ω δηλοῦν ὄτι τὸ νερὸ γεμίζει ὅ,τι βρεῖ κενό, πληροῖ τὰ κοιλώματα, τὶς κοιλάδες καὶ τὰ βαθειὰ βάραθρα δημιουργῶντας λίμνες, ποταμούς, χειμάρρους ἢ θάλασσες. Τὰ πλοῖα πλέουν, διέρχονται τὴν θάλασσα, ταξιδεύουν, ποντοποροῦν πάνω στὴ θάλασσα (ἐπὶ πόντον) μέσα στὴν θάλασσα (ἐνί πόντῳ) στὶς ὑγρὲς ἢ θαλάσσιες ὁδούς (τὰ κέλευθα τοῦ Ὁμήρου), κολυμβοῦν ἢ νήχονται.

Οἱ Πλειάδες πράγματι πέλονται = περιστρέφονται ἀλλὰ καὶ πλέουν. Οἱ Πλειάδες καὶ οἱ μεταμορφώσεις τους, ἡ μετάθεσίς τους στὸν οὐρανό, σήμαιναν τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ναυτιλίας (ἀντιστοίχως ἐπιτολὴ ἢ δύσις τους). Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ σημάδι τους, ἡ Πούλια στὸν οὐρανὸ καὶ ἡ σημασία τους γιὰ τὴν θαλασσοπλοΐα ἀλλὰ καὶ τὸν προσανατολισμὸ γενικότερα.

Ἡ πλημμυρὶς ἀκριβὼς ἡ γνωστή μας πλημμύρα εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐξόγκωσις τοῦ θαλασσινοῦ νεροῦ καὶ ἡ κίνησίς του πρὸς τὴν παραλία, ὅπου ὑπερχειλίζει καὶ ἑπομένως κατακλύζει ἢ πληροῖ τὶς παραλίες (ρήματα πλήθω, πλῆθος, πληθίς, πλύμνη, ὅλες λέξεις ὁμηρικὲς ἀλλὰ καὶ ἡ νεώτερη πληθυσμός). Χαρακτηριστικὸς ὁ συνδυασμὸς μὲ τὴν ρίζα ΜΥΡ-, ποὺ ἤδη εἶχε ἀναλυθῆ στὰ προηγούμενα καὶ τὸν λατινικὸ τύπο mare = ἡ θάλασσα.

Τὰ κύματα λοιπὸν πλήττουν, πατάσσουν, κτυποὺν, «βαροῦν», πληγώνουν τῖς ἀκτὲς καὶ συγχρόνως τὶς περιβρέχουν, τὶς κατα-κλύζουν, τὶς ἐκ-πλύνουν, τὶς περιπλέουν.

Οἱ θάλασσες διακρίνονται γιὰ τὴν ἀφθονία, τὸν πλοῦτο τῶν ὑδάτων τους.

Τὰ νησιὰ περιπλέονται, οἱ νῆσοι εἶναι πλωτοὶ κατὰ τὸν Ὅμηρο ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι καὶ προσπελ-άσιμοι καὶ βατὲς γιὰ τὰ πλοῖα.

Ἤδη ἀπὸ τὶς ἔννοιες τοῦ πληρῶ, τοῦ πλημμυρίζω, τοῦ πλύνω καὶ τοῦ πλέω, τοῦ πελάζω ἢ τοῦ πλήττω φαίνεται τὸ πῶς ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὴν ἐξειδίκευσι τῶν ριζῶν ἢ τῆς ἴδιας τῆς ρίζας μὲ τοὺς κατάλληλους συνδυασμοὺς μὲ τὰ ἀντίστοιχα φωνήεντα ποὺ φαίνεται νὰ ἔχουν καὶ τὴν ἀντίστοιχη σημασία. Ἔτσι ὁ πόλ-ος καὶ τὸ ρῆμα πολεύω (φωνῆεν ὄμικρον) προσδίδουν τὴν ἔννοια τῆς περιστροφῆς, τῆς ἀναστροφῆς ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναταραχῆς (πόλεμος), βλέπε κατα-πολ-έμησι (μάχη καὶ καταστολή). Ὁ πολι-ός= ἀσπρόμαυρος, ψαρός, εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ ἀναμείξεως ἢ πάλης μὲ τὴν ζωή. Ὁ ἀφρὸς τῆς θαλάσσης εἶναι πολιὸς ἐκ τῆς ἀναταραχῆς ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ λευκὸς ἢ τὸ γλαυκός. Ἡ πάλη (σκόνη), ἡ πασ-πάλη, τὸ ράντισμα δημιουργεῖ μόλ-υνσι, ἀλλοίωσι τοῦ χρώματος.

Ἡ πόλ-ις εἶναι ἀκριβῶς ὁ κύριος τόπος ἀναστροφῆς ἢ ἐπι-μειξίας. Ὁ πολὺς μπορεῖ νὰ ἔχη ἑπομένως πέραν τῆς ἐννοίας τοῦ πλήθους, τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ, καὶ τὴν ἔννοια τῆς συμ-μίξεως, τῆς κατα-κλύσεως, τῆς πολλαχόθεν περι-ζώσεως (πολυ-κύμαντος, πολύ-πλαγχθος).

Πολύς= πολ-λὸς σημαίνει καὶ πυκνός, μέγας, δυνατός, ἰσχυρός, σφοδρός, δηληδὴ ἡ ἀρχική του ἔννοια ἦταν ἐκτεταμένος, πυκνὸς ἢ ἰσχυρός (ὁρμή, σφρῖγος, παλ-μός). Ἐν προκειμένῳ ὁ συνδυασμὸς τοῦ πολὺς μὲ τὶς λέξεις κῦμα, φλοῖσβος ἢ ζυγὰ ἢ κώπη σὲ σύνθετες λέξεις, ἀποτελεῖ καὶ συνδυασμὸ ἐννοιῶν ποὺ ἡ μία ἐξειδικεύει ἢ προσδίδει ἔμφασι στὴν ἄλλη. Τὰ ἴδια τὰ κύματα, ὁ φλοῖσβος ἢ ὁ θόρυβος εἶναι καὶ ἀπὸ φυσικὴ ἔννοια ἀποτέλεσμα παλινδρομήσεως ποὺ μελετῶνται ἀπὸ τὴν θεωρία τῶν κυμάτων στὴν Φυσική, σὲ σχέσι καὶ μὲ φαινόμενα συμβολῆς ἢ ἀνακλάσεως κυμάτων ἢ δημιουργίας καὶ στασίμων κυμάτων. Τὸ ρῆμα πάλ-λω ἀκριβῶς δίδει καὶ τὴν ὀνομασία στὰ φυσικὰ φαινόμενα (ὡς καὶ τὸ κυμαίνομαι, κύμανσις).

Δὲν πρέπει νὰ διαφεύγη τῆς προσοχῆς ὅτι τὸ ρῆμα πλανῶμαι ἢ πλέω σημαίνει περιφέρομαι, σύρομαι πάνω στὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης. Τὸ ἐπιπλέω δηλοῖ ἀκριβῶς τὸ ὅτι ἀναδύομαι στὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ καὶ δεν βυθίζομαι. Τὸ πλέω ἑπομένως προέρχεται ἀπὸ ρίζα ποὺ ἔχει σχέσι μὲ τὴν ἐπιφάνεια καὶ τὰ φαινόμενα ποὺ διαδραματίζονται στὴν ἐπιφάνεια σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸν βυθὸ ἢ τὸν πυθμένα. Ἕτσι ὁ πλοῦς ἐμπεριέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης. Ὁ πλοῦς ἢ ὁ περίπλους σχετίζεται πάντοτε μὲ τὴν ξηρά, τὴν στεριά, τὶς ἀκτὲς ποὺ περιπλέονται, μὲ προεξοχὲς τῆς ξηρᾶς ποὺ μόνο ἡ κατάλληλη θέση τῆς επιφανείας τοῦ νεροῦ ἐπιτρέπει νὰ διακρίνωνται. Καὶ τὸ πλοῖο ξεκινάει ἀπὸ τὴν παραλία, τὰ λιμάνια ἢ τοὺς ὅρμους καὶ ὁ προορισμός του εἶναι πάλι κάποια ἄλλη στεριά, νησί ἢ λιμάνι. Ὁ πλοῦς λοιπὸν ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὶς πλατειὲς ἐκτάσεις, τα γεωγραφικὰ πλάτη ἢ μήκη, τὸ πέλ-αγος ἀλλὰ καὶ τὰ φαινόμενα ποὺ συναντᾶ τὸ πλοῖο κατὰ τὸν πλοῦν (πλωτὰ μέσα, «πλωτὰ» νησιά), ὅσο περιπλανᾶται ἢ πλέει στὴν θάλασσα.

Ἡ φουρτούνα στὴν θάλασσα εἶναι ἡ ἀναταραχὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάμειξη τῶν θαλασσίων μαζῶν (ρῆμα φύρω), συγγενής, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, τῆς ἔννοιας: σηκώθηκε κῦμα καὶ πλημμύρα.

Πηγή: Ὑδατική Λεξιγραφία (Ἐτυμολογικὴ ἀνάλυσις τῶν Ἑλληνικῶν Λέξεων ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὸ νερό) - Δρ. Στ. Δωρικού & Δρ. Κ. Χατζηγιαννάκη (ἐκδόσεις ἐλεύθερις σκέψις)