Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Προσωνυμίες τοῦ Διὸς καὶ τῆς Ἥρας

Πηγή: Κ. Κερένυϊ, Η μυθολογία τῶν Ἑλλήνων (ἐκδ. Βιβλιοπωλείον τῆς Ἐστίας, σελ. 118)

Ἡ προσωνυμία τοῦ Διὸς «νεφεληγερέτης», ποὺ τόσο συχνὰ συναντοῦμε στὸν Ὅμηρο, σημαίνει πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ θεὸς ποὺ «σύναζε τὰ σύννεφα». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἕνα κύριο παράνομα ὅπως τά: Ὄμβριος, Ὑέτιος, Καταιβάτης, Καππώτας καὶ Κεραυνός, ποὺ ὅλα εἶναι χαρακτηριστικὰ τῆς ἰδιότητάς του ὡς θεοῦ τοῦ καιροῦ. Τὸ «νεφεληγερέτης» ἀναφέρεται στὴ μυθολογία λιγότερο ἀπὸ ἰδιότητες ὅπως τό: Γαμήλιος, Τέλειος, Ἡραῖος (ὁ Ζεὺς τῆς Ἥρας). Ὀνομαζόταν συχνὰ «Πατήρ», ὅπως ἐπίσης: Πατρῶος, Φράτριος, Φίλιος, Ξένιος, Ἱκέσιος, ὡς θεὸς μὲ διάφορες ἀνθρώπινες ἰδιότητες, ἀπὸ τὸ φύλο καὶ τὸν ἀνδρισμὸ μέχρι τὸν φιλόξενο οἰκοδεσπότη καὶ τὸν ξένο ποὺ ζητάει προστασία. Ὡς Πολιεὺς ἦταν ὁ θεὸς τῆς πόλης, ὡς Βουλαῖος ἦταν ὁ σύμβουλος, ὁ «μητιέτης» (ὁ θεὸς τῆς συνετῆς συμβουλῆς). Ὡς βασιλεὺς συνδεόταν περισσότερο μὲ τοὺς Τιτᾶνες παρὰ μὲ τὸν Οὐρανό. Ὡς Σωτήρ, Κτήσιος (προστάτης τῆς περιουσίας) καὶ Μειλίχιος (αὐτὸς ποὺ κατευνάζεται μὲ μέλι, ὁ σπλαχνικὸς θεὸς τοῦ βάθους) ἐμφανίστηκε μὲ τὴ μορφὴ φιδιοῦ. Ἡ προσωνυμία Χθόνιος Καταχθόνιος χαρακτήριζε τὴ σκοτεινὴ ὄψη τοῦ Διός, ποὺ ἀντιπαραβαλλόταν μὲ τὸ φωτεινὸ βασίλειο τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τὸν Ὄλυμπο.

Τρεῖς προσωνυμίες τῆς Ἥρας, ποὺ τὴς ἀποδόθηκαν σ’ ἕναν ὁρισμένο τόπο, ἐκφράζανε μιὰ τριαδικότητα καὶ μιὰν περιοδικότητα, ποὺ θύμιζε τὶς φάσεις τῆς σελήνης. Αὐτὲς εἶναι: Παῖς (τὸ κορίτσι), Τελεία καὶ Χήρα (ἡ μόνη). Ἰδιαίτερα μὲ τὴ δεύτερη προσωνυμία ἦταν ἡ Γαμηλία, ἡ Ζυγία, ἡ Συζυγία, ἡ μεγάλη Θεὰ τοῦ Γάμου.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

Η Τριπλή Θεά

Πηγή: Robert Graves - Ηρακλής, ο συνταξιδιώτης μου (εκδ. alien)

Όταν η φυλή των Ιώνων, το πρώτο κύμα των Ελλήνων εισβολέων, ξεκίνησε από τις αχανείς υπερίστριες εκτάσεις, και κινήθηκε νότια, διέσχισε πρώτα την Ίστρια, έπειτα την Ιλλυρία και κατάληξε στη Θεσσαλία, όπου όλοι οι αυτόχθονες κάτοικοι, Σάτυροι, Λαπίθες, Αίθικες, Φλεγύες και Κένταυροι, αποτραβήχθηκαν αμέσως στα ορεινά τους οχυρά. Οι πολυάριθμοι εισβολείς, φέραν μαζί τους δικούς τους Θεούς και όλα τα ιερά αντικείμενα της λατρείας τους. Οι Κένταυροι, οι γηγενείς του Πήλιου όρους, τους παρακολουθήσαν από ψηλά να κινούνται αργά με τις αγέλες και τα κοπάδια τους προς την πεδιάδα των Παγασών, πέρα μακριά στα δυτικά, όπου και παραμείναν για μερικές ημέρες. Στη συνέχεια, καθώς σαλπίσαν οι ανιχνευτές, ότι εντοπίσαν ακόμη πλουσιότερα βοσκοτόπια στα νότια, οι Ίωνες, συνέχισαν το ταξίδι τους προς το φρούριο της Φθίας και χάθηκαν από τα μάτια των Κενταύρων. Στην Ιωλκό, κοντά στους πρόποδες του Πήλιου, υπήρχε ένας αρχαίος Νυμφώνας των Ιχθύων, η πρωθιέρεια του οποίου έκρινε τα όλα ιερά θέματα της Φθιώτιδας. Οι Νύμφες, όταν πλησίασαν οι Ίωνες, δεν τρέξαν να σωθούν. Αντίθετα, σφυρίζοντας σαν φίδια, τράβηξαν έξω τις γλώσσες και τους κάμαν τρομακτικούς μορφασμούς Γοργόνας. Με περισσή περίσκεψη οι Ίωνες, πέρασαν βιαστικά στη Βοιωτία.

Στην Πελασγία, όπως λεγόταν τότε η Ελλάδα, οι Ίωνες συνάντησαν ένα μάλλον φιλόξενο κράμα ανθρώπων: αυτόχθονες Πελασγούς, ανάμικτους με Ενετούς, Κρήτες και Αιγύπτιους αποίκους. Όλοι τους λάτρευαν την Τριπλή Θεά Σελήνη με το ένα ή το άλλο της όνομα. Κήρυκες που στάλθηκαν, από τις Μυκήνες, το Άργος, την Τίρυνθα και τις άλλες πόλεις προς το σεβάσμιο ιερό της Θεάς στην Ολυμπία, πήραν την εντολή να καλωσορίσουν τους Ίωνες, με τον απαράβατο όρο ότι θα σεβαστούν όλα τα καθιερωμένα θρησκευτικά ήθη των κτήσεών Της. Οι Ίωνες εντυπωσιάστηκαν τόσο από την ευγένεια και την άψογη συμπεριφορά των αποσταλμένων όσο κι από τα κολοσιαία τείχη των πόλεων οι οποίες τους έστειλαν. Απρόθυμοι να επιστρέψουν στη Θεσσαλία, και χωρίς ελπίδα να ενεργήσουν σαν κατακτητές, δέχτηκαν σοφά να υποτάξουν τους Θεούς τους στην Θεά, και Εκείνη να τους υιοθετήσει. Ο πρώτος ηγεμόνας των Ιώνων, ο οποίος αποδέχτηκε την υποταγή λεγόταν Μινύας, και τούτον στη συνέχεια η Θεά ευνόησε περισσότερο από κάθε άλλον. Ο πατέρας του, ο Χρύσης, είχε ιδρύσει την πόλη της Αιαίης, στο ομώνυμο νησί απέναντι από την Πόλα, στο βόρειο άκρο της Αδριατικής θάλασσας. Όταν ο Μίνυας πέθανε, η Θεά τον αντάμειψε με τον τίτλο του ήρωα και όρισε πενήντα Νύμφες να υπηρετούν το μεγάλο λευκό τύμβο του στην βοιωτική πόλη του Ορχομενού, δίπλα στην λίμνη Κωπαΐδα, και να κρίνουν τα ιερά θέματα σε ολόκληρη την περιοχή. Οι Νύμφες δεν παντρεύονταν ποτέ αλλά επιλέγαν ελεύθερα τους εραστές τους κατά τις εορταστικές ημέρες, σύμφωνα με τα έθιμα των Πελασγών. Ο Κέκροπας, ο Αιγύπτιος, ήταν αυτός πυ θέσπισε πρώτος τον θεσμό του γάμου στην Αττική. Η Θεά του συγχώρεσε το νεωτερισμό με τον όρο να εφαρμόζεται χωρίς ίχνος ασέβειας προς την ίδια και τους Πελασγούς Της. Οι Ίωνες γνώριζαν κι αυτοί τον θεσμό του γάμου και τον εφάρμοζαν, αλλά όταν διαπιστώσαν πως οι σημαντικότεροι αυτόχθονες τον θεωρούσαν βέβηλο, τότε οι περισσότεροι, από ντροπή, τον εγκατέλειψαν.

Ακολούθησε μια δεύτερη ελληνική εισβολή, της φυλής των Αιολών. Ήσαν ισχυρότεροι από τους Ίωνες και ήρθαν από τον δρόμο της Θράκης. Σαν τους Ίωνες, οι Αιολοί προσπέρασαν την Ιωλκό. Καταλάβαν, όμως, την βοιωτική πόλη του Ορχομενού, την οποία βρήκαν αφύλαχτη στη διάρκεια κάποιας γιορτής. Οι αρχηγοί τους απόκτησαν στο εξής το δικαίωμα να θεωρούνται θεματοφύλακες του τόπου κι έπεισαν τις Νύμφες του τάφου του Μινύα, να τους δεχθούν ως συζύγους τους. Γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκαν Μινύες και αποτέλεσαν την αριστοκρατία αυτού του τμήματος της ανατολικής Ελλάδας. Δεν ήσαν, όμως, σε θέση να κατακτήσουν την Αττική ή την Πελοπόννησο επειδή η ισχυρή πόλη της Θήβας του Κάδμου, τους έκλεινε το δρόμο. Ο Αίολος, ο μεγάλος τους πρόγονος, τιμήθηκε επίσης με τον τίτλο του ήρωα. Από την σπηλιά του στη Θράκη, ή την ρωγμή στη γης, όπου είχαν παραχωθεί τα οστά του, ασκούσε εξουσία πάνω στους ανέμους, μια χάρη που του την παραχώρησε η Τριπλή Θεά.

Όταν ο βασιλιάς την ιωνικής Αθήνας, ο Θησέας, έχτισε μυστικά έναν στόλο και λεηλάτησε την κρητική Κνωσό, οι Μινύες βγήκαν κι αυτοί στη θάλασσα. Εξόπλισαν κάπου εκατό πλοία ή και περισσότερα, και τα συγκέντρωσαν κοντά στην Αυλίδα, στις προστατευμένες ακτές του Ευβοϊκού κόλπου. Ο Θησέας, αντί να συγκρουστεί με τους Αιολούς προτίμησε να κάνει μια συνθήκη μαζί τους, σύμφωνα με την οποία οι δυο πολιτείες, Αθήνα και Ορχομενός, μοιράστηκαν ειρηνικά το διαμετακομιστικό εμπόριο που αποσπάστηκε από τα χέρια των Κρητικών ενώ αναλάβαν κοινή δράση ενάντια στους πειρατές. Οι Αθηναίοι εμπορεύονταν στο εξής με το νότο και την ανατολή – με τις πόλεις της Αιγύπτου, της Αφρικής, της Φοινίκης και της Μικράς Ασίας, και προπάντων με την φρυγική Τροία, την πρώτη αγορά εμπορευμάτων της Πέραν Ανατολής – ενώ οι Μινύες συναλλάσονταν με τη Θεσσαλία και τη Θράκη, στο βοριά, και με τη Σικελία, την Κέρκυρα, την Ιταλία και τη Γαλατία, στη δύση. Μάλιστα, για τη διευκόλυνση του δυτικού εμπόριου, οι Μίνυες σταθμεύσαν ένα μέρος του στόλου τους στην Πύλο, την αμμουδερή, μια κτήση τους στην δυτική ακτή της Πελοποννήσου, ώστε να αποφεύγουν τον δύσκολο περίπλου του ακρωτήριου Μαλέα. Οι άνεμοι του Αιόλου, τους οποίους οι Νύμφες του ιερού του γνώριζαν την τέχνη να τους φυλακίζουν σε ασκούς από δέρμα χοίρου, προσφέραν μεγάλες υπηρεσίες στους κυβερνήτες των ποντοπόρων πλοίων των Μινύων.

Έτσι, οι Μίνυες πλούτισαν, και τίποτα δεν ήταν εύκολο να διαταράξει την ευημερία του βασιλείου τους, εφόσον έκαναν ό,τι μπορούσαν για να είναι πάντα ευχαριστημένη η Θεά. Τον δικό τους ουράνιο Θεό, τον Δίο, τον οποίο λατρεύαν πάνω στο Λαφύστιο όρος με την μορφή Κριού, τον αναγνώρισαν δημόσια σαν υιοθετημένο γιό της Μητέρας Θεάς. Εκείνη του έδωσε και το όνομα Ζαγρέας, ή Ζευς. Κατά το παρελθόν, αυτό ήταν το όνομα του αγοριού που, καθώς λέγαν, συνήθιζε να γεννά η Θεά κάθε χρόνο, σαν απόδειξη της γονιμότητάς της, στο κρητικό σπήλαιο της Δίκτης, το Δίκταιον Άντρον, και το οποίο θυσιαζόταν επίσης κάθε χρόνο για το καλό του λαού και του τόπου. Μετά την υιοθεσία του Θεού των Μινύων, η θυσία αυτή σταμάτησε και ο Ζευς απόλαυσε όλα τα προνόμια μιας ενήλικης θεότητας. Μάλιστα, σε ορισμένες περιστάσεις, του παραχωρήθηκε ακόμη κι η πρωτοκαθεδρία απέναντι στη Θεά Νύμφη και στη Θεά Κόρη, τις θυγατέρες της Μητέρας Θεάς, η οποία περέμεινε, βέβαια, κυρίαρχη Θεότητα.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Ὑδατικὴ Λεξιγραφία

Πηγή: Ὑδατική Λεξιγραφία (Ἐτυμολογικὴ ἀνάλυσις τῶν Ἑλληνικῶν Λέξεων ποὺ ἔχουν σχέσι μὲ τὸ νερό) - Δρ. Στ. Δωρικού & Δρ. Κ. Χατζηγιαννάκη (ἐκδόσεις ἐλεύθερις σκέψις)

Ἡ ῥίζα ΜΑΡ-, ὡς καὶ ἡ ΜΕΝ-/ΜΑΝ- ἐμπεριέχουν καὶ τὶς ἔννοιες τῆς μανίας, ὀργῆς, ὁρμῆς ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπληστίας, λαιμαργίας ἢ τῆς διαπράξεως ἀσελγείας, προσβολῆς ἢ τῆς ἐφορμήσεως ἢ ἐκθέσεως.

ΜΑΡ-/ ΜΕΡ-
μάρ-μαρος=πέτρα κρυσταλλώδους φύσεως, ἀκατέργαστη, λευκὸς λίθος, μάρμαρον, λατ. marmor=μάρμαρο (μαραίνω=φθείρομαι)
μάρ-ναμαι=χτυπιέμαι, συμπλέκομαι, ἀγωνίζομαι, μάχομαι, πολεμῶ, ἐξ οὗ καὶ λατ. Mars=Ἄρης
μαρμαρυγή
=λάμψις, ἀκτινοβολία, ταχεῖα κίνησις
μαῖρα
=σπινθηροβόλος Σείριος ἀστέρας, ἀστερισμὸς τοῦ Κυνός
ἀμαρυγή=σπινθηρισμός
ἀμαρύσσω=σπινθηροβολῶ, στίλβω, λάμπω, ἀρχ. ἰνδ. mar-icih=ἀκτῖνα φωτός, ἀντικατοπτρισμός, mer-us=καθαρός, ἀκήρατος, ἀνόθευτος, λευκός
μέρμερος=ὁ προξενῶν πολλὴν φροντίδα, ἀνησυχία καὶ μέριμνα, ὀλέθριος, φρικτός
μεριμνάω=φροντίζω, σκέφτομαι σοβαρά
μαρτύριον
μαρτυρία
μαρτυρέω
συγγενὲς τοῦ μάρναμαι εἶναι τὸ μάχ-ομαι, ἡ μάχη, ὁ μαχητής, ὁ μαχόμενος.

Συγγενὴς τῆς ῥίζας ΜΕΡ- εἶναι καὶ ἡ ῥίζα ΜΕ-/ΜΕΔ-=σκέπτομαι, μελετῶ, συλλογίζομαι, φροντίζω, ἐπιμελοῦμαι, ἐκτιμῶ, προνοῶ, κυβερνῶ:
μέδομαι, μήδομαι
μέδων=κυβερνῶν, ἄρχων
μέδιμνος
μέτρον
λατ. meditor=σκέπτομαι, modestus=μέτριος, σώφρων, ταπεινός, moderor=μετριάζω, συστέλλω, διευθύνω
Μήδεια
τὰ μήδεα=οἱ φροντίδες
Μίδας(=μέδων)
Κλυταιμνήστρα
μῆτις=συμβουλή, σύνεσις, σοφία
μήτρα=μήτηρ, λατ. matrix=ἡ μήτρα, ἡ μητέρα, ἡ ἐνέχουσα.

Ἡ ῥίζα ΜΑΜ-/ΜΑΝ- δηλοῖ ταραχή, σφοδρότητα, θύελλα, σφοδρὴ ἐπιθυμία.
μαιμάκτης=σφοδρός, θυελλώδης, βίαιος
μαιμάσσω=εἶμαι πολὺ ἐρεθισμένος, ὀργισμένος
μαῖμαξ=ταραχώδης
μαι-μᾶν=ἐκτοξεύομαι ὑψηλά, ἀναπτύσσομαι: μακ-ρός, μῆ-κος ΜΑΚ- ΜΕΓ- μέγας, Μακ-εδών, Μακ-εδονία, μακεδνός=μακρός
μαίομαι=ἐπιδιώκω, προσπαθῶ, ζητῶ
λατ. mos=ἔθος, συνήθεια, γερμ. mut, ἀγγλ. mood
ἐπίμαστος=ἐψαυσμένος, μεμολυσμένος
μαστήρ, μαστρός=ἐρευνητής
μαστροπός=προαγωγός
μάστιξ
μαστεύω=ζητῶ, ἐρευνῶ, ἀγωνίζομαι
μαντεύω=μαστεύω
μάτ-η=(ματαία) προσπάθεια, ἀποτυχία, σφάλμα
ματίη=πλάνη
ῥίζα ΜΑ-=νεύειν, ἐξαπατᾶν
σερβοκροατικό matam, matati
τσεχικό matoha=φάντασμα.

σκέψις παράγεται ἀπὸ τὴν ἴδια ὀμάδα ῥιζῶν μὲ τὴν μανία, τὴν μέριμνα, τὸ μέτρον, τὴν μητέρα, τὴν μήτρα, τὴν τροφό, τὴν πανουργία, τὴν ἐπινόησι, τήν ”γέννα” τὴν φυσικὴ ἢ τὴν ἐν γένει δημιουργία ἢ ἔμπνευσι. Συγχρόνως στὴν ἴδια σειρὰ ῥιζῶν ἀνήκουν οἱ ἔννοιες καὶ τῆς δυνάμεως, ἐπιβουλῆς, καταστροφῆς, εὐπλαστότητος ἀλλὰ καὶ ἀδυναμίας, ἐξασθενήσεως, μαρασμοῦ. Καὶ ταυτοχρόνως τῶν ἀναλόγων ὑδρολέκτων, ὡς ἀντικειμένων μὲ εὐπλαστότητα, μαλακὴ σύστασι, ῥευστότητα.

μαίνημαινίς (λατ. maena), μικρὸ ψάρι τῆς θαλάσσης, εἶδος πέρκας, στὴν λιθουανικὴ menke, εἶναι εἶδος μπακαλιάρου ἐνῷ στὴν ῥωσικὴ menb τὸ θαλάσσιο χέλι, ἡ μύραινα, ἀγγλοσαξωνικὸ myne, νεογερμανικὸ munne. Μύραινα εἶναι ἡ γνωστή μας σμέρνα (σμύρνα). Τὸ μένος τῆς σμέρνας μεταφέρεται μὲ τὴν κοινὴ καταγωγὴ τῶν ῥιζῶν τῶν λέξεων στὸ μένος τῶν συναισθημάτων καὶ τὴν διαταραχή, τὴν ὀργή, τὴν παραφροσύνη. Ἡ μανία τῶν κυμάτων δείχνει τὴν φυσικὴ διαταραχὴ τῆς θαλάσσης, μπορεῖ ὅμως ν’ ἀποτελεῖ ψυχικὴ νόσο καὶ διαταραχή. Ἡ μάθησις (μαν-θάνω) ἀπαιτεῖ προσπάθεια, κόπο, ἐπιθυμία, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ κατάστασι ἡρεμίας ἀποτελεῖ. Καὶ ἡ σοφία, ἡ σύνεσις, τὸ λογικὸ ἀποκτάται μὲ ἐμπειρία ζωῆς, μὲ πεῖρα συγκρίσεως μὲ ἀντίξοες καταστάσεις. Ἡ μεν-θήρη (φροντίς) καὶ ἡ Μοῦσα (μουσική) εἶναι ἀντίστοιχα συναισθήματα, καταστάσεις ἢ δημιουργίες. Ἀντίστοιχα εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν ματεύω, μάχομαι, μέμονα=διανοοῦμαι, προτίθεμαι, ἐπιθυμῶ, ἐφ’ ὅσον ἡ σκέψις, ἡ διανόησις, ἡ ἐπιθυμία εἶναι διεργασία ποὺ ἀπαιτεῖ συγκρούσεις γιὰ λῆψι τελικῆς ἀποφάσεως ἢ διαμορφώσεως ἀντίστοιχης θεωρήσεως τῶν πραγμάτων. Ἰδίως ἡ ἐπιθυμία ἢ ἡ ἐρωτικὴ διάθεσις, ὅπως π.χ. νοεῖται στὴν γερμ. λέξι minne. Ἡ ἀγάπη εἶναι κατάστασις πολὺ δυνατὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ἔρωτας συνδέεται μὲ μνῆμες, ἀναμνήσεις, θύμισες, ὅπως καὶ ὅλα τὰ σημαντικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Τὸ μέτρον, τὸ μέσ(σ)ον (ῥίζες ΜΕΤ-/ΜΕΣ-)=μέτριον, τὸ μῆλον=μικρὸ ζῶον, εἶναι συγγενὲς τῆς ῥίζης (Σ)Μ- (σμικρύνω) ἤ τοῦ γερμανικοῦ schmal=μικρός, λίγος. Ἡ μῆτις=σοφία, σύνεσις, ἀπαιτεῖ μέτρον, ἐκτίμησι τῶν πραγμάτων. Ἡ δύναμις, γερμανιστὶ macht, ἀπαιτεῖ ἐπινόησι, μέσα, τεχνάσματα, πόρους, ὅπως τὰ ἑλληνικὰ μῆχος, μῆχαρ, μηχανή. Τὸ μέτρον μπορεῖ νὰ εἶναι σὲ μικρή (ἑλληνικὰ μινύθω, μείων, μικρός), ἤ μεγάλη (ἑλληνικὸ μέγας, μακρύς, Μακεδνός, Μακεδών, Μακεδονία) κλίμακα.

Οἱ προαναφερθέντες ῥίζες δείχνουν πάλη μὲ τὰ πράγματα καὶ δυσκολίες, δείχνουν τὴν ἐπικράτησι τοῦ μέτρου, τῆς λογικῆς, τὴν ἀπόκτησι τῆς σοφίας ἢ τὸ δῶρο τῆς σκέψεως. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἀναγνωρίζουμε ὑγρόλεκτα πολύτιμα ποὺ εἶναι καὶ στὴν ἀρχὴ τῶν ῥιζῶν αὐτῶν. Ὁ ἄνθρωπος πρῶτα ὀνομάζει τὰ γύρω του πράγματα καὶ φαινόμενα, ἀποκτὰ ἐμπειρίες ἀπ’ αὐτὰ καὶ ὅπως προοδεύει καὶ ἀποκτᾶ ἐμπειρίες καὶ δημιουργεῖ, χρησιμοποιεῖ τὶς ἀρχικὲς ῥίζες τῆς γλώσσης του γιὰ νὰ καλύψει τὶς ἀνώτερες πνευματικές του δημιουργίες. Καὶ ἦταν φυσικὸ ὁ Ἕλληνας, ποὺ τόσο εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὴν θάλασσα καὶ τοὺς πλόες, νὰ ἀνέδειξε τὰ ὑδρόλεκτα σὲ ἀφηρημένες ἔννοιες, νὰ μετασχημάτισε τὴν φουρτούνα τῆς θαλάσσης σὲ φουρτούνα τοῦ νοῦ ἢ τῆς ψυχῆς, σὲ θρησκευτικὲς ἐκστάσεις ἤ σὲ δυστυχὴ περιστατικὰ τῆς ζωῆς. Καὶ νὰ συνυπάρχουν ἔτσι πληθώρα ἐννοιῶν καὶ ἀποχρώσεών τους καὶ νὰ μᾶς ἔρχονται μέρχι σήμερα ἀπὸ τὴν γραφίδα τῶν δικῶν μας δημιουργῶν, ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, περιουσία καὶ κτῆμα ἀποκλειστικὰ δικά μας.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008