Τρίτη 6 Μαρτίου 2007

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ

1. ΒΑΘΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΠΙΘΕΤΩΝ

Ἡ ἰδιότητα ἤ ποιότητα ποὺ φανερώνει ἕνα ἐπίθετο μπορεὶ νὰ ὑπάρχει σὲ δύο ἤ περισσότερα ὄντα, ἀλλὰ σὲ διαφορετικὸ βαθμό. Γιὰ νὰ δηλώσουν τὸ διαφορετικὸ αὐτὸ βαθμό, τὰ ἐπίθετα ἔχουν κανονικὰ ξεχωριστοὺς τύπους (μονολεκτικοὺς ἤ περιφραστικούς) ποὺ λέγονται βαθμοὶ τῶν ἐπιθέτων: σοφὸς μὲν Σοφοκλῆς, σοφώτερος δ’ Εὐριπίδης, ἀνδρῶν δ’ ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης – φίλος, μᾶλλον φίλος, μάλιστα φίλος.

Οἱ βαθμοὶ τῶν ἐπιθέτων εἶναι τρείς:

1) Ὅταν τὸ ἐπίθετο φανερώνει ἁπλῶς μιὰ ἰδιότητα ἤ ποιότητα ἑνὸς ὄντος, χωρὶς σύγκριση πρὸς ἄλλο, λέγεται ἐπίθετο θετικοῦ βαθμοῦ ἤ ἁπλῶς θετικό: ὁ δίκαιος ἀνήρ.

2) Ὅταν τὸ ἐπίθετο φανερώνει ὅτι ἕνα ὄν ἔχει μιὰ ἰδιότητα ἤ ποιότητα σὲ βαθμὸ ἀνώτερο συγκριτικὰ πρὸς ἕνα ἄλλο ἤ πρὸς πολλὰ ἄλλα ποὺ λογαριάζονται σὰν ἕνα, λέγεται ἐπίθετο συγκριτικοῦ βαθμοῦ ἤ ἁπλῶς συγκριτικό: οὖτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου – χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων.

3) Ὅταν τὸ ἐπίθετο φανερώνει ὅτι ἕνα ὄν ἔχει μιὰ ἰδιότητα ἤ ποιότητα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα τοῦ ἴδιου εἴδους, λέγεται ἐπίθετο ὑπερθετικοῦ βαθμοῦ ἤ ἁπλῶς ὑπερθετικό΄ καί:

α) τὸ ὑπερθετικὸ ποὺ φανερώνει ὅτι ἕνα ὄν ἔχει μιὰ ἰδιότητα ἤ ποιότητα σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό, ἀπόλυτα, χωρὶς νὰ γίνεται σύγκριση πρὸς ἄλλα, λέγεται ὑπερθετικὸ ἀπόλυτο: οὖτός ἐστι δικαιότατος΄

β) τὸ ὑπερθετικὸ ποὺ φανερώνει ὅτι ἕνα ὄν ἔχει μιὰ ἰδιότητα ἤ ποιότητα στὸν πιὸ μεγάλο βαθμὸ συγκριτικὰ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα τοῦ ἴδιου εἴδους μαζὶ λέγεται ὑπερθετικὸ σχετικό: Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων.

Τὸ συγκριτικὸ καὶ τὸ ὑπερθετικὸ ἑνὸς ἐπιθέτου μαζὶ λέγονται μ’ ἕνα ὄνομα παραθετικὰ τοῦ ἐπιθέτου.

Ὅπως στὴ νέα ἑλληνικὴ, ἔτσι καὶ στὴν ἀρχαία, τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων σχηματίζονται ἤ μὲ μία λέξη (καὶ τότε λέγονται μονολεκτικά) ἤ μὲ δύο λέξεις (καὶ τότε λέγονται περιφραστικά).

2. ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ

Τὰ μονολεκτικὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων σχηματίζονται κανονικὰ ἀπὸ τὸ θετικό, ἀφοῦ στὸ θέμα (τοῦ ἀρσενικοῦ γένους) προστεθοῦν ὁρισμένες καταλήξεις ποὺ λέγονται παραθετικὲς καταλήξεις. Οἱ πιὸ συνηθισμένες παραθετικὲς καταλήξεις εἶναι:

γιὰ τὸ συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερος΄

γιὰ τὸ ὑπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.

Ἔτσι τὰ παραθετικὰ ποὺ σχηματίζονται μὲ τὶς παραπάνω καταλήξεις εἶναι δευτερόκλιτα ἐπίθετα, τρικατάληκτα μὲ τρία γένη. Π.χ.

πτωχός (θέμα: πτωχο-)

συγκρ. πτωχό-τερος, πτωχο-τέρα, πτωχό-τερον

ὑπερθ. πτωχό-τατος, πτωχο-τάτη, πτωχό-τατον

βαρύς (θέμα: βαρυ-)

συγκρ. βαρύ-τερος, βαρυ-τέρα, βαρύ-τερον

ὑπερθ. βαρύ-τατος, βαρυ-τάτη, βαρύ-τατον

ἀληθής (θέμα: ἀληθεσ-)

συγκρ. ἀληθέσ-τερος, ἀληθεσ-τέρα, ἀληθέσ-τερον

ὑπερθ. ἀληθέσ-τατος, ἀληθεσ-τάτη, ἀληθέσ-τατον

μέλας (θέμα: μελαν-)

συγκρ. μελάν-τερος, μελαν-τέρα, μελάν-τερον

ὑπερθ. μελάν-τατος, μελαν-τάτη, μελάν-τατον

χαρίεις (θέμα: χαριετ-)

συγκρ. χαριέσ-τερος, χαριεσ-τέρα, χαριέσ-τερον

ὑπερθ. χαριέσ-τατος, χαριεσ-τάτη, χαριέσ-τατον

3. ΤΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΣΕ –ΟΤΕΡΟΣ, -ΟΤΑΤΟΣ ΚΑΙ –ΩΤΕΡΟΣ, -ΩΤΑΤΟΣ

Τὰ παραθετικὰ τῶν δευτερόκλιτων ἐπιθέτων διατηροῦν τὸ χαρακτῆρα τοῦ θετικοῦ ο, ἄν προηγεῖται συλλαβὴ φύσει ἤ θέσει μακρόχρονη΄ τὸν ἐκτείνουν σὲ ω, ἄν προηγεῖται συλλαβὴ βραχύχρονη:

ξηρός, ξηρό-τερος, ξηρό-τατος

πτωχός, πτωχό-τερος, πτωχό-τατος

γενναῖος, γενναιό-τερος, γενναιό-τατος

θερμός, θερμό-τερος, θερμό-τατος

ἔνδοξος, ἐνδοξό-τερος, ἐνδοξό-τατος

ἀλλά: νέος, νεώ-τερος, νεώ-τατος΄

σοφός, σοφώ-τερος, σοφώ-τατος

4. ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΩΝ

Μερικὰ παραθετικὰ ἐπιθέτων διαμορφώνονται ἀπὸ ἀναλογία πρὸς τὰ παραθετικὰ ἄλλων ἐπιθέτων καὶ λήγουν ὅπως αὐτά (ἐλαφρός-ἐλαφρύτερος ὅπως τὸ βαρύτερος, χοντρός-χοντρύτερος ὅπως τὸ παχύτερος, ἀντὶ γιὰ τὰ κανονικὰ ἐλαφρότερος, χοντρότερος).

Ἔτσι διαμορφώνονται οἱ ἀκόλουθες ἀναλογικὲς παραθετικὲς καταλήξεις:

α) -έστερος, -έστατος

Κατὰ τὰ παραθετικὰ τῶν σιγμόληκτων ἐπιθέτων σὲ -ης, -ες (ἀληθής, ἀληθέσ-τερος, ἀληθέσ-τατος) σχηματίζουν τὰ παραθετικά τους τὰ τριτόκλιτα ἐπίθετα σὲ -ων, -ον (γεν. –ονος), καθὼς καὶ τὰ ἐπίθετα ἄκρατος (=αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ἀνακατευτεῖ μὲ ἄλλον, ἀνόθευτος), ἄσμενος (=εὐχαριστημένος), ἐρρωμένος (=δυνατός) καὶ πένης:

σώφρων (θέμα: σωφρον-)

σωφρον-έσ-τερος, σωφρον-έσ-τατος

εὐδαίμων (θέμα: εὐδαιμον-)

εὐδαιμον-ἐσ-τερος, εὐδαιμον-έσ-τατος

ἄκρατος (θέμα: ἀκρατο-)

ἀκρατ-έσ-τερος, ἀκρατ-έσ-τατος (καὶ ἀκρατό-τατος)

ἄσμενος (θέμα: ἀσμενο-)

ἀσμεν-έσ-τερος (καὶ ἀσμενώ-τερος), ἀσμεν-έσ-τατος

(καὶ ἀσμενώ-τατος)

ἐρρωμένος (θέμα: ἐρρωμενο-)

ἐρρωμεν-έσ-τερος, ἐρρωμεν-έσ-τατος

πένης (θέμα: πενητ-)

πεν-έσ-τερος, πεν-έσ-τατος

β) –ούστερος, -ούστατος

Τὸ ἐπίθετο ἁπλοῦς καὶ τὰ συνηρημένα ἐπίθετα τῆς β’ κλίσης μὲ β’ συνθ. τὸ ὄνομα νοῦς σχηματίζουν τὰ παραθετικά τους σὲ -ούστερος, -ούστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ σὲ -έστερος, -έστατος μὲ συναίρεση):

ἁπλοῦς (θέμα: ἁπλοο-)

ἁπλούστερος, ἁπλούστατος

(ἀπὸ τό) ἁπλο-έσ-τερος, ἁπλο-έσ-τατος

εὔνους (θέμα: εὐνοο-)

εὐνούστερος, εὐνούστατος

(ἀπὸ τό) εὐνο-έσ-τερος, εὐνο-έσ-τατος

γ) -ίστερος, -ίστατος

Τὰ μονοκατάληκτα ἐπίθετα ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (=φλύαρος), κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τὰ παραθετικά τους σὲ -ίστερος, -ίστατος (κατὰ τὰ παραθετικὰ τοῦ ἄχαρις: ἀχαρίστερος, ἀχαρίστατος)

ἅρπαξ (θέμα: ἁρπαγ-)

ἁρπαγ-ίσ-τερος, ἁρπαγ-ίσ-τατος

βλάξ (θέμα βλακ-)

βλακ-ίσ-τερος, βλακ-ίσ-τατος

λάλος (θέμα: λαλο-)

λαλ-ίσ-τερος, λαλ-ίσ-τατος

κλέπτης (θέμα: κλέπτα-)

κλεπτ-ίσ-τερος, κλεπτ-ίσ-τατος

πλεονέκτης (θέμα: πλεονεκτα-)

πλεονεκτ-ίσ-τερος, πλεονεκτ-ίσ-τατος

δ) –αίτερος, -αίτατος

Τὸ ἐπίθετο παλαιὸς σχηματίζει τὰ παραθετικά του μὲ θέμα τὸ ἐπίρρημα πάλαι σὲ -αίτερος, -αίτατος:

Παλαιός, παλαίτερος, παλαίτατος

Ἀνάλογα πρὸς αὐτὸ σχηματίστηκαν τὰ παραθετικά:

γεραιός (=γέροντας, σεβαστός), γεραί-τερος, γεραί-τατος

σχολαῖος (=ἀργός, ἀργοκίνητος, σχολαί-τερος, σχολαί-τατος

Ἀπὸ αὐτὰ ἀποσπάστηκε ἡ κατάληξη –αίτερος, -αίτατος, μὲ τὴν ὁποία σχηματίζουν τὰ παραθετικά τους ὁρισμένα ἐπίθετα σὲ -ος:

ἴσος, ἰσ-αί-τερος, ἰσ-αί-τατος

ὄψιος (=ὄψιμος), ὀψι-αί-τερος, ὀψι-αί-τατος

πλησίος, πλησι-αί-τερος, πλησι-αί-τατος

πρῷος (ἀπὸ τὸ πρώιος=πρωινός), πρῳ-αί-τερος, πρῳ-αί-τατος

εὔδιος, εὐδι-αίτερος, εὐδι-αί-τατος (καὶ εὐδιέσ-τερος, εὐδιέσ-τατος)

ἥσυχος, ἡσυχ-αί-τερος, ἡσυχ-αί-τατος

(καὶ ἡσυχώ-τερος, ἣσυχώ-τατος)

ἴδιος, ἰδι-αί-τερος, ἰδι-αί-τατος (καὶ ἰδιώ-τερος, ἰδιώ-τατος)

φίλος, φιλ-αί-τερος, φιλ-αίτατος

(καὶ φιλ-ίων ἤ φίλ-τερος, φίλ-τατος)

5. ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ (ΣΕ –ΊΩΝ, -ΙΣΤΟΣ)

Τὰ παραθετικὰ αὐτὰ σχηματίζονται πολλὲς φορὲς μὲ διάφορες φθογγικὲς παθήσεις ἤ καὶ μὲ θέμα διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ θετικοῦ, γι’ αυτὸ λέγονται ἀνώμαλα παραθετικά. Τὰ ἐπίθετα αὐτὰ εἶναι:

Θετικός

Συγκριτικός

Ὑπερθετικός

Θέμα

αἰσχρός

ὁ,ἡ αἰσχίων

τὸ αἴσχιον

αἰσχιστος

αἰσχ- (πβ. αἶσχ-ος)

ἐχθρός

ὁ,ἡ ἐχθίων

τὸ ἔχθιον

καὶ ὀμαλά:

ἐχθρότερος

ἔχθιστος

καὶ ὀμαλά:

ἐχθρό-τατος

ἐχθ- (πβ. ἔχθ-ος=ἔχθρα)

ἐχθρο-

ἡδύς

ὁ, ἡ ἡδίων

τὸ ἥδιον

ἥδιστος

ἡδ-

καλός

ὁ,ἡ καλλίων

τὸ κάλλιον

κάλλιστος

καλλ- (πβ. κάλλος)

μέγας

ὁ,ἡ μείζων

τὸ μεῖζον

μέγιστος

μεγ-

ῥᾴδιος

ὁ,ἡ ῥᾴων

τὸ ῥᾴον

ῥᾷστος

ῥα-

ταχύς

ὁ,ἡ θάττων

τὸ θᾶττον

τάχιστος

θαχ-

ἀγαθός

ὁ,ἡ ἀμείνων

τὸ ἄμεινον

ὁ,ἡ βελτίων

τὸ βέλτιον

ὁ,ἡ κρείττων

τὸ κρεῖττον

ὁ,ἡ λῴων

τὸ λῷον

ἄριστος

βέλτιστος

κράτιστος

λῷστος

ἀμεν- καὶ ἀρ- (πβ. ἀρ-ετή)

βελτ-

κρετ-, κρατ- (πβ. κράτ-ος)

λω-

κακός

ὁ,ἡ κακίων

τὸ κάκιον

ὁ,ἡ χείρων

τὸ χεῖρον

κάκιστος

χείριστος

κακ-

χερ-, χειρ-

μακρός

μακρό-τερος

μακρό-τατος

μήκιστος

ὀμαλά

μηκ- (πβ. μῆκ-ος)

μικρός

μικρό-τερος

ὁ,ἡ ἐλάττων

τὸ ἔλαττον

ὁ,ἡ ἧττων

τὸ ἧττον

μικρό-τατος

ἐλάχιστος

ἐπιρρ. ἥκιστα

ὀμαλά

ἐλαχ-

ἡκ-

ὀλίγος

ὁ,ἡ μείων

τὸ μεῖον

ὀλίγιστος

με-, ὀλιγ-

πολύς

ὁ,ἡ πλείων

τὸ πλέον

πλεῖστος

πλε-

6. ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΩΝ ΣΕ –ΊΩΝ, -ΙΟΝ (ΚΑΙ –ΩΝ,

-ΟΝ)

Τὰ συγκριτικὰ σὲ -ίων, -ίον (ἤ -ων, -ον) εἶναι δικατάληκτα ἐπίθετα τῆς γ΄ κλίσης μὲ τρία γένη καὶ κλίνονται κατὰ τὸ ἀκόλουθο παράδειγμα:

Θέμα: βελτιον-, βελτιοσ-


Ἐνικός

Πληθυντικός

Δυϊκός

ὀνομαστική

ὁ,ἡ βελτίων

τὸ βέλτιον

οἱ,αἱ βελτίον-ες

ἤ βελτίους

τὰ βελτίον-α

βελτίω

τὼ βελτίον-ε

τὼ βελτίον-ε

Γενική

τοῦ,τῆς βελτίον-ος

τοῦ βελτίον-ος

τῶν βελτιόν-ων

τῶν βελτιόν-ων

τοῖν βελτιόν-οιν

τοῖν βελτιόν-οιν

Δοτική

τῷ,τῇ βελτίον-ι

τῷ βελτίον-ι

τοῖς,ταῖς βελτίοσι(ν)

τοῖς βελτίοσι(ν)

τοῖν βελτιόν-οιν

τοῖν βελτιόν-οιν

Αἰτιατική

τὸν,τὴν βελτίον-α

ἤ βελτίω

τὸ βέλτιον

τοὺς,τὰς βελτίον-ας ἤ βελτίους

τὰ βελτίον-α ἤ βελτίω

τὼ βελτίον-ε

τὼ βελτίον-ε

Κλητική

ὦ βέλτιον

ὦ βέλτιον

ὦ βελτίον-ες ἤ βελτίους

ὦ βελτίον-α ἤ βελτίω

ὦ βελτίον-ε

ὦ βελτίον-ε

7. ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ. ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΜΕΤΟΧΩΝ

Τὰ περιφραστικὰ παραθετικὰ σχηματίζονται στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ, ὅπως καὶ στὴ νέα, μὲ τὸ θετικὸ τοῦ ἐπιθέτου καὶ μὲ ὁρισμένο ποσοτικὸ ἐπίρρημα ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτό. Ἔτσι ὁ συγκριτικὸς βαθμὸς σχηματίζεται μὲ τὸ ἐπίρρημα μᾶλλον καὶ ὁ ὑπερθετικὸς μὲ τὸ ἐπίρρημα μάλιστα ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θετικό:

ἐπιμελῆς, μᾶλλον ἐπιμελής, μάλιστα ἐπιμελής

(πβ. μικρός, πιὸ μικρός, ὁ πιὸ μικρὸς ἤ πολὺ μικρός)

Ὅλα τὰ ἐπίθετα ποὺ σχηματίζουν μονολεκτικὰ παραθετικὰ μποροῦν νὰ σχηματίσουν παράλληλα καὶ περιφραστικὰ παραθετικά. Σχηματίζουν τὰ παραθετικά τους μόνο περιφραστικὰ οἱ μετοχὲς καὶ μερικὰ μονοκατάληκτα ἐπίθετα ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ ὡς οὐσιαστικά.

1) μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος΄ συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων΄ ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν.

2) μονοκατάληκτα ἐπίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων΄ ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς.

Ἔτσι καὶ τὰ εὔελπις, κόλαξ, ὑβριστής, φιλόγελως κ.ἄ.

8. ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ

Σὲ μερικὰ ἐπίθετα λείπει ὁ θετικὸς βαθμὸς ἤ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο ἄλλους βαθμούς. Τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιθέτων αὐτῶν λέγονται ἐλλειπτικὰ παραθετικά.

Τὰ περισσότερα ἐλλειπτικὰ παραθετικὰ παράγονται ἀπὸ ἐπιρρήματα, προθέσεις ἤ μετοχές:

ἄνω, ἀνώ-τερος, ἀνώ-τατος

κάτω, κατώ-τερος, κατώ-τατος

πρό, πρό-τερος, πρῶτος (πρό-ατος)

ὑπέρ, ὑπέρ-τερος, ὑπέρ-τατος

ἐπικρατῶν, ἐπικρατ-έστερος, -

προτιμώμενος, προτιμό-τερος, -

Μερικὰ ἐπίθετα δὲν σχηματίζουν παραθετικά, γιατὶ φανερώνουν ἰδιότητα, ποιότητα ἤ κατάσταση ποὺ δὲν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια ἐπίθετα εἶναι:

1) ὅσα φανερώνουν ὕλη: λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος΄ τοπικὴ ἤ χρονικὴ σχέση: χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος΄ μέτρο: σταδιαῖος, πηχυαῖος΄ καταγωγή, συγγένεια: πατρῷος, μητρικός΄ μόνιμη κατάσταση: θνητός, νεκρός κ.ἄ.

2) μερικὰ σύνθετα μὲ α’ συνθετικὸ τὸ στερητικὸ ἀ-: ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ἄ.

3) μερικὰ συνθετικὰ μὲ α’ συνθετικὸ τὸ ἐπίθετο πᾶς ἤ τὴν πρόθεση ὑπέρ (ποὺ ἔχουν μόνα τους ὑπερθετικὴ σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος - ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος κ.ἄ.

9. ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ

Πολλὰ ἐπιρρήματα τῆς ἀρχαίας ἐπιδέχονται σύγκριση καὶ γι’ αυτὸ σχηματίζουν παραθετικά.

Σχηματίζουν ἔτσι παραθετικὰ στὴν ἀρχαία ἑλληνική:

1) ἐπιρρήματα σὲ -ως ποὺ παράγονται ἀπὸ ἐπίθετα. Τὰ ἐπιρρήματα αὐτὰ στὸν συγκριτικὸ ἔχουν τύπο ὄμοιο μὲ τὴν ἐνικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδέτερου τοῦ συγκριτικοῦ ἐπιθέτου καὶ στὸν ὑπερθετικὸ ἔχουν τύπο ὄμοιο μὲ τὴν πληθυντικὴ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδέτερου τοῦ ὑπερθετικοῦ ἐπιθέτου:

(δίκαιος), δικαίως, δικαιότερον, δικαιότατα

(σοφός), σοφῶς, σοφώτερον, σοφώτατα

(ἀληθής), ἀληθῶς, ἀληθέστερον, ἀληθέστατα

(σώφρων), σωφρόνως, σωφρονέστερον, σωφρονέστατα

(ἡδύς), ἡδέως, ἥδιον, ἥδιστα

(καλός), καλῶς, κάλλιον, κάλλιστα κ.ἄ.

2) τὰ ἐπιρρήματα εὖ (ἀντίστοιχο τοῦ ἐπιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον καὶ πολύ:

εὖ, ἄμεινον, ἄριστα καὶ βέλτιον, βέλτιστα καὶ κρεῖττον, κράτιστα

ὀλίγον, μεῖον, ὀλίγιστα καὶ ἔλαττον, ἐλάχιστα καὶ ἧττον, ἥκιστα

πολύ, πλέον, πλεῖστα (ἤ πλεῖστον)

3) τὸ ἐπίρρημα μάλα (=πολύ), ποὺ οἱ τρεὶς βαθμοί του εἶναι: θετ. μάλα, συγκρ. μᾶλλον, ὑπερθ. μάλιστα

4) μερικὰ τοπικὰ ἐπιρρήματα ποὺ παίρνουν παραθετικὲς καταλήξεις –τέρω, -τάτω:

ἄνω, ἀνωτέρω, ἀνωτάτω

ἄπωθεν (=μακριά), ἀπωτέρω, ἀπωτάτω

ἐγγύς (=κοντά), ἐγγυτέρω, ἐγγυτάτω καὶ ἐγγύτερον, ἐγγύτατα καὶ ἔγγιον, ἔγγιστα

ἔξω, ἐξωτέρω, ἐξωτάτω

ἔσω (καὶ εἴσω), ἐσωτέρω, ἐσωτάτω

κάτω, κατωτέρω, κατωτάτω

πόρρω, πορρωτέρω, πορρωτάτω

πέρα, περαιτέρω, -

5) μερικὰ χρονικὰ ἐπιρρήματα μὲ παραθετικὲς καταλήξεις

–(αί)τερον, -(αί)τατα:

πάλαι, παλαίτερον, παλαίτατα

πρωί, πρωιαίτερον, πρωιαίτατα ἤ πρῳαίτερον, πρῳαίτατα

ὀψέ (=ἀργά), ὀψιαίτερον, ὀψιαίτατα

Καὶ τὰ παραθετικὰ τῶν ἐπιρρημάτων, ὅπως καὶ τῶν ἐπιθέτων, ἐκφέρονται κάποτε περιφραστικὰ μὲ τὸ μᾶλλον, μάλιστα καὶ τὸ θετικό, π.χ.:

σοφῶς, μᾶλλον σοφῶς, μἀλιστα σοφῶς

ἡδέως, μᾶλλον ἡδέως, μάλιστα ἡδέως

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2007

ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ

Οἱ μετοχὲς κλίνονται σὰν τρικατάληκτα ἐπίθετα μὲ τρία γένη καὶ εἶναι δευτερόκλιτες ἤ τριτόκλιτες.

α) Μετοχὲς δευτερόκλιτες

Οἱ δευτερόκλιτες μετοχὲς λήγουν σὲ -μενος, -μένη, -μενον

καὶ κλίνονται ὅπως τὰ ἐπίθετα σὲ -ος, -η, -ον (σοφός, σοφή, σοφόν)

λυόμενος, λυομένη, λυόμενον ΄ γεν. λυομένου, λυομένης, λυομένου, κτλ. – λυσόμενος, λυσομένη, λυσόμενον ΄ γεν. λυσομένου, λυσομένης, λυσομένου κτλ.

Ἔτσι καὶ: λυσάμενος, λυσαμένη, λυσάμενον΄ λελυμένος, λελυμένη, λελυμένον΄ τιμώμενος, τιμωμένη, τιμώμενον΄ ποιούμενος, ποιουμένη, ποιούμενον΄ δηλούμενος, δηλουμένη, δηλούμενον΄ δεικνύμενος, δεικνυμένη, δεικνύμενον΄ τιθέμενος, τιθεμένη, τιθέμενον κτλ.

β) Μετοχὲς τριτόκλιτες

Οἱ τριτόκλιτες μετοχὲς λήγουν:

1) σὲ -ας, -ᾶσα, -αν (πᾶς, πᾶσα, πᾶν)

λύσας, λύσασα, λῦσαν΄ γεν. λύσαντος, λυσάσης, λύσαντος κτλ.΄ κλ., ὦ λύσας, λύσασα, λῦσαν΄ πληθ., λύσαντες, λύσασαι, λύσαντα΄ γεν., λυσάντων, λυσασῶν, λυσάντων΄ δοτ., λύσασι, λυσάσαις, λύσασι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ λύσαντε, λυσάσα, λύσαντε΄ τοῖν λυσάντοιν, λυσάσαιν, λυσάντοιν ΄

ἱστάς, ἱστᾶσα, ἱστάν΄ γεν., ἱστάντος, ἱστάσης, ἱστάντος κτλ.΄ κλ., ἱστάς, ἱστᾶσα, ἱστάν΄ πληθ., ἱστάντες, ἱστᾶσαι, ἱστάντα΄ γεν. ἱστάντων, ἱστασῶν, ἱστάντων΄ δοτ., ἱστᾶσι, ἱστάσαις, ἱστᾶσι κτλ΄ δυϊκός, τὼ ἱστάντε, ἱστάσα, ἱστάντε΄ τοῖν ἱστάντοιν, ἱστάσαιν, ἱστάντοιν).

Ὅπως τὸ λύσας ἔτσι καί: γράψας, γράψασα, γράψαν΄ μείνας, μείνασα, μεῖναν΄ άγγείλας, άγγείλασα, ἀγγεῖλαν κ.ἄ.

Ὅπως τὸ ἱστάς ἔτσι καί: ἐμπιμπλάς, -ᾶσα, -άν΄ βάς, βᾶσα, βάν΄ ἀποδράς, ἀποδρᾶσα, ἀποδράν.

2) σὲ -είς, -εῖσα, -έν (χαρίεις, χαρίεσσα, χαρίεν)

λυθείς, λυθεῖσα, λυθέν΄ γεν., λυθέντος, λυθείσης, λυθέντος κτλ., κλ., ὦ λυθείς, λυθεῖσα, λυθέν΄ πληθ., λυθέντες, λυθεῖσαι, λυθέντα΄ γεν., λυθέντων, λυθεισῶν, λυθέντων΄ δοτ., λυθεῖσι, λυθείσαις, λυθεῖσι κτλ΄ δυϊκός, τὼ λυθέντε, λυθείσα, λυθέντε΄ τοῖν λυθέντοιν, λυθείσαιν, λυθέντοιν.

Ἔτσι καί: γραφείς, γραφεῖσα, γραφέν – πληγείς, πληγεῖσα, πληγέν΄ τιθείς, τιθεῖσα, τιθέν - ἱείς, ἱεῖσα, ἱέν΄ ῥυείς, ῥυεῖσα, ῥυέν κ.ἄ.

3) σὲ -ούς, -οῦσα, -όν (ὀδούς)

διδούς, διδοῦσα, διδόν΄ γεν., διδόντος, διδούσης, διδόντος κτλ.΄ κλ., ὦ διδούς, διδοῦσα, διδόν΄ πληθ., διδόντες, διδοῦσαι, διδόντα΄ γεν., διδόντων, διδουσῶν, διδόντων΄ δοτ., διδοῦσι, διδούσαις, διδοῦσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ διδόντε, διδούσα, διδόντε΄ τοῖν διδόντοιν, διδούσαιν, διδόντοιν.

Ἔτσι καί: (τοῦ ἁλίσκομαι, μτχ. ἀορ. β’) ἁλούς, ἀλοῦσα, ἁλόν΄ (τοῦ γιγνώσκω, μτχ. ἀορ. β’) γνούς, γνοῦσα, γνόν΄ (τοῦ ζῶ, μτχ. ἀορ. β΄) βιούς, βιοῦσα, βιόν κ.ἄ.

4) σὲ -ύς, -ῦσα, -ύν (ἱμάς)

δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνύν΄ γεν., δεικνύντος, δεικνύσης, δεικνύντος κτλ΄ κλ., ὦ δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνύν΄ πληθ., δεικνύντες, δεικνῦσαι, δεικνύντα΄ γεν., δεικνύντων, δεικνυσῶν, δεικνύντων΄ δοτ., δεικνῦσι, δεικνύσαις, δεικνῦσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ δεικνύντε, δεικνύσα, δεικνύντε΄ τοῖν δεικνύντοιν, δεικνύσαιν, δεικνύντοιν.

Ἔτσι καί: (τοῦ ἀπόλλυμι, μτχ. ἐνεστ.) ἀπολλύς, ἀπολλῦσα, ἀπολλύν΄ (τοῦ δύομαι, μτχ. ἀορ. β΄) δύς, δῦσα, δύν΄ (τοῦ φύομαι, μτχ. ἀορ. β΄) φύς, φῦσα, φύν κ.ἄ.

5) σὲ -ων, -ουσα, -ον (ἄκων, ἄκουσα, ἆκον - ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκόν)

λύων, λύουσα, λῦον΄ γεν., λύοντος, λυούσης, λύοντος κτλ.΄ κλ., ὦ λύων, λύουσα, λῦον΄ πληθ., λύοντες, λύουσαι, λύοντα΄ γεν., λυόντων, λυουσῶν, λυόντων΄ δοτ., λύουσι, λυούσαις, λύουσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ λύοντε, λυούσα, λύοντε΄ τοῖν λυόντοιν, λυούσαιν, λυόντοιν.

Ἔτσι καί: λύσων, λύσουσα, λῦσον΄ γράφων, γράφουσα, γράφον΄ γράψων, γράψουσα, γράψον κ.ἄ.

φυγών, φυγοῦσα, φυγόν΄ γεν., φυγόντος, φυγοῦσης, φυγόντος κτλ.΄ κλ., ὦ φυγών, φυγοῦσα, φυγόν΄ πληθ., φυγόντες, φυγοῦσαι, φυγόντα΄ γεν., φυγόντων, φυγουσῶν, φυγόντων΄ δοτ., φυγοῦσι, φυγούσαις, φυγοῦσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ φυγόντε, φυγούσα, φυγόντε΄ τοῖν φυγόντοιν, φυγούσαιν, φυγόντοιν.

Ἔτσι καί: (εἰμί) ὤν, οὖσα, ὄν΄ (αἱρῶ) ἑλών, ἑλοῦσα, ἑλόν΄ (ὁρῶ) ίδών, ἰδοῦσα, ἰδόν κ.ἄ.

6) σὲ -ῶν, -ῶσα, -ῶν (γέρων)

τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν΄ γεν., τιμῶντος, τιμώσης, τιμῶντος κτλ.΄ κλ., ὦ τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν΄ πληθ., τιμῶντες, τιμῶσαι, τιμῶντα΄ γεν., τιμώντων, τιμωσῶν, τιμώντων΄ δοτ., τιμῶσι, τιμώσαις, τιμῶσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ τιμῶντε, τιμώσα, τιμῶντε΄ τοῖν τιμώντοιν, τιμώσαιν, τιμώντοιν.

Ἔτσι καί: ὁρῶν, ὁρῶσα, ὁρῶν – φοιτῶν, φοιτῶσα, φοιτών κ.ἄ.΄ ὅμοια καὶ (τοῦ ἐλαύνω, μτχ. μέλλ.) ἐλῶν, ἐλῶσα, ἐλῶν κ.ἄ.

7) σὲ -ῶν, -οῦσα, -οῦν (ὀδούς)

δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν΄ γεν., δηλοῦντος, δηλούσης, δηλοῦντος κτλ.΄ κλ., ὦ δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν΄ πληθ., δηλοῦντες, δηλοῦσαι, δηλοῦντα΄ γεν., δηλούντων, δηλουσῶν, δηλούντων΄ δοτ., δηλοῦσι, δηλούσαις, δηλοῦσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ δηλοῦντε, δηλούσα, δηλοῦντε΄ τοῖν δηλούντοιν, δηλούσαιν, δηλούντοιν.

Ἔτσι καί: ποιῶν, ποιοῦσα, ποιοῦν - ἐλευθερῶν, ἐλευθεροῦσα, ἐλευθεροῦν - ἀγγελῶν, ἀγγελοῦσα, ἀγγελοῦν – μενῶν, μενοῦσα, μενοῦν κ.ἄ.

8) σὲ -ώς, -υῖα, -ός

λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκός΄ γεν., λελυκότος, λελυκυίας, λελυκότος΄ δοτ., λελυκότι, λελυκυίᾳ, λελυκότι΄ αἰτ., λελυκότα, λελυκυῖαν, λελυκός΄ κλ., ὦ λελυκώς, λελυκυῖα, λελυκός΄ πληθ., λελυκότες, λελυκυῖαι, λελυκότα΄ γεν., λελυκότων, λελυκυιῶν, λελυκότων΄ δοτ., λελυκόσι, λελυκυίαις, λελυκόσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ λελυκότε, λελυκυία, λελυκότε΄ τοῖν λελυκότοιν, λελυκυίαιν, λελυκότοιν.

Ἔτσι καί: ἠγγελκώς, -κυῖα, -κός΄ γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός΄ (τοῦ ἄχρ. ῥ. εἴκω *μοιάζω, παρακ. ἔοικα) εἰκώς, εἰκυῖα, εἰκός΄ (τοῦ ἀποθνήσκω, παρακ. τέθνηκα) τεθνηκώς, -κυῖα, -κός΄ (τοῦ ἄχρ. ῥ. δείδω *φοβοῦμαι, παρακ. δέδοικα) δεδοικώς, -κυῖα, -κός ἤ δεδιώς, δεδιυῖα, δεδιός΄ (τοῦ ῥ. οἶδα= γνωρίζω)εἰδώς, εἰδυῖα, εἰδός΄ (τοῦ ῥ. γίγνομαι) γεγονώς, γεγονυῖα, γεγονός κ.ἄ.

9) σὲ -ώς, -ῶσα, -ώς (ἤ -ός)

ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστώς (ἤ ἑστός)΄ γεν., ἑστῶτος, ἑστώσης, ἑστῶτος κτλ.΄ κλ., ὦ ἑστώς, ἑστῶσα, ἑστώς (ἤ ἑστός)΄ πληθ., ἑστῶτες. ἑστῶσαι, ἑστῶτα΄ γεν., ἑστώτων, ἑστωσῶν, ἑστώτων΄ δοτ., ἑστῶσι, ἑστώσαις, ἑστῶσι κτλ.΄ δυϊκός, τὼ ἑστῶτε, ἑστώσα, ἑστῶτε΄ τοῖν ἑστώτοιν, ἑστώσαιν, ἑστώτοιν.

Ἔτσι καί: (τοῦ ἀποθνῄσκω, παρακ. τέθνηκα) β΄ τύπος: τεθνεῶσα, τεθνεώς ἤ τεθνεός.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007

ΑΝΩΜΑΛΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Τὰ πιὸ συνηθισμὲνα εἶναι τὰ ἀκόλουθα πέντε.

  1. πολύς, πολλή, πολύ (ἐτερόκλιτο)

Ἐνικὸς ἀριθμός

Πληθυντικὸς ἀριθμός

ὀνομαστική

ὁ πολύς

ἡ πολλ

τὸ πολ

οἱ πολλοί

αἱ πολλαί

τὰ πολλ

γενική

τοῦ πολλοῦ

τῆς πολλῆς

τοῦ πολλοῦ

τῶν πολλῶν

τῶν πολλῶν

τῶν πολλῶν

δοτική

τῷ πολλ

τῇ πολλ

τῷ πολλ

τοῖς πολλοῖς

ταῖς πολλαῖς

τοῖς πολλοῖς

αἰτιατική

τὸν πολύν

τὴν πολλήν

τὸ πολ

τοὺς πολλούς

τὰς πολλάς

τὰ πολλ

κλητική

ὦ πολ

ὦ πολλ

ὦ πολ

ὦ πολλοί

ὦ πολλαί

ὦ πολλ

  1. μέγας, μεγάλη, μέγα (ἐτερόκλιτο)

Ἐνικὸς ἀριθμός

Πληθυντικὸς ἀριθμός

Δυϊκός ἀριθμός

ὀνομαστική

ὁ μέγας

ἡ μεγάλη

τὸ μέγα

οἱ μεγάλοι

αἱ μεγάλαι

τὰ μεγάλα

τὼ μεγάλω

τὼ μεγάλα

τὼ μεγάλω

γενική

τοὺ μεγάλου

τῆς μεγάλης

τοῦ μεγάλου

τῶν μεγάλων

τῶν μεγάλων

τῶν μεγάλων

τοῖν μεγάλοιν

τοῖν μεγάλαιν

τοῖν μεγάλοιν

δοτική

τῷ μεγάλ

τῇ μεγάλ

τῷ μεγάλ

τοῖς μεγάλοις

ταῖς μεγάλαις

τοῖς μεγάλοις

τοῖν μεγάλοιν

τοῖν μεγάλαιν

τοῖν μεγάλοιν

αἰτιατική

τὸν μέγαν

τὴν μεγάλην

τὸ μέγα

τοὺς μεγάλους

τὰς μεγάλας

τὰ μεγάλα

τὼ μεγάλω

τὼ μεγάλα

τὼ μεγάλω

κλητική

ὦ μέγα

ὦ μεγάλη

ὦ μέγα

ὦ μεγάλοι

ὦ μεγάλαι

ὦ μεγάλα

ὦ μεγάλω

ὦ μεγάλα

ὦ μεγάλω

  1. πρᾶος, πραεῖα, πρᾶον (ἐτερόκλιτο)

Ἐνικὸς ἀριθμός

Πληθυντικὸς ἀριθμός

Δυϊκός ἀριθμός

ὀνομαστική

ὁ πρᾶος

ἡ πραεῖα

τὸ πρᾶον

οἱ πρᾶοι

αἱ πραεῖαι

τὰ πραέα

τὼ πράω

τὼ πραεία

τὼ πράω

γενική

τοῦ πράου

τῆς πραείας

τοῦ πράου

τῶν πραέων

τῶν πραειῶν

τῶν πραέων

τοῖν πράοιν

τοῖν πραείαιν

τοῖν πράοιν

δοτική

τῷ πρά

τῇ πραείᾳ

τῷ πρά

τοῖς πραέσι

ταῖς πραείαις

τοῖς πραέσι

τοῖν πράοιν

τοῖν πραείαιν

τοῖν πράοιν

αἰτιατική

τὸν πρᾶον

τὴν πραεῖαν

τὸ πρᾶον

τοὺς πράους

τὰς πραείας

τὰ πραέα

τὼ πράω

τὼ πραεία

τὼ πράω

κλητική

ὦ πρᾶε

ὦ πραεῖα

ὦ πρᾶον

ὦ πρᾶοι

ὦ πραεῖαι

ὦ πραέα

ὦ πράω

ὦ πραεία

ὦ πράω

Ὁμοίως καὶ τά:

  1. ὁ σῶς, ἡ σῶς, τὸ σῶν (ἐλλειπτικό)
  2. ὁ φροῦδος, ἡ φρούδη (καὶ ἡ φροῦδος), φροῦδον (ἐλλειπτικό)