Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2006

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Λέγονται οἱ κλιτὲς λέξεις ποὺ σημαίνουν:

Α) πρόσωπα, ζῷα ἤ πράγματα: συγκεκριμένα

Β) ἐνέργεια, κατάσταση ἤ ἰδιότητα: ἀφηρημένα

Ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ λέγονται:

1) κύρια ὀνόματα ὅσα σημαίνουν ὁρισμένο πρόσωπο, ζῷο, τόπο ἤ πράγμα: Ζεῦς, Ὄλυμπος

2) προσηγορικὰ ἤ κοινὰ ὀνόματα ὅσα σημαίνουν ἕνα σύνολο ἀπὸ πρόσωπα, ζῷα ἤ πράγματα ποὺ ἀνήκουν στὸ ἴδιο εἶδος: ἀνήρ, ὄρος, πόλις

ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

Ἀρσενικό, θηλυκό, οὐδέτερο

Τὰ οὐσιαστικὰ κατὰ τὸ γένος τὰ ξεχωρίζουμε:

1) σὲ μονοκατάληκτα μ’ ἕνα γένος: ὁ ἀνήρ, ἡ γυνή, τὸ τέκνον - ὁ οὐρανός, ἡ θάλασσα, τὸ δέντρον

2) σὲ μονοκατάληκτα μὲ 2 γένη ἤ οὐσιαστικὰ κοινοῦ γένους: ὁ παῖς - ἡ παῖς, ὁ σύζυγος - ἡ σύζυγος, ὁ βοῦς - ἡ βοῦς, ὁ ἵππος - ἡ ἵππος

3) σὲ δικατάληκτα μὲ 2 γένη: ὁ ποιητής - ἡ ποιήτρια, ὁ ἱερεύς - ἡ ἱέρεια, ὁ λέων - ἡ λέαινα

ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

Οἱ ἀριθμοὶ τῶν οὐσιαστικῶν, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων πτωτικῶν, εἶναι τρείς: ἐνικός, δυϊκός, πληθυντικός.

*στὸν δυϊκὸ εἶναι εὔχρηστα στὴν ἀρχαία, κυρίως ὅσα δηλώνουν πράγματα ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τους ἀποτελοῦν ζεύγη: τὼ ὀφθαλμὼ (= οἱ δύο ὀφθαλμοί), τὼ πόδε (= τὰ δύο πόδια), τὼ χεῖρε (= τὰ δύο χέρια)΄ ἐπίσης ὁ δυϊκὸς συνηθίζεται γιὰ δύο πρόσωπα, ζῷα ἤ πράγματα ποὺ εἶναι γνωστὸ ὅτι εἶναι δύο: τὼ αδελφὼ (= οἱ δύο ἀδελφοί), τὼ Διοσκούρω (= οἱ δύο Διόσκουροι), τὼ Αἴαντε (= οἱ δύο Αἴαντες), τὼ βόε (= τὰ δύο βόδια) κτλ.

ΚΛΙΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ

Οἱ κλίσεις τῶν οὐσιαστικῶν, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων πτωτικῶν, εἶναι τρείς: πρώτη, δεύτερη καὶ τρίτη.

Κατὰ τὴν κλίση ποὺ άνήκουν τὰ οὐσιαστικὰ λέγονται πρωτόκλιτα, δευτερόκλιτα ἤ τριτόκλιτα.

1) ὅσα οὐσιαστικὰ ἔχουν τὸν ἴδιο ἀριθμὸ συλλαβῶν σὲ ὅλες τὶς πτώσεις τοῦ ἐνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ λέγονται ἰσοσύλλαβα καὶ ἀνήκουν στὴν πρώτη καὶ δεύτερη κλίση

2) ὅσα οὐσιαστικὰ ἔχουν στὴ γενικὴ καὶ δοτικὴ τοῦ ἐνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ μιὰ συλλαβὴ περισσότερη ἀπ’ τὴν ὀνομαστικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ λέγονται περιτοσύλλαβα κι ἀνήκουν στὴν τρίτη κλίση.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2006

ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Είναι η μονοσύλλαβη κλιτή λέξη που κανονικά χρησιμοποιείται εμπρός από τα ονόματα, όταν μνημονεύονται στο λόγο ως γνωστά και ορισμένα.


Ενικός αριθμός
Πληθυντικός αριθμός
ονομαστική ὁ,
ἡ,
τό

οἱ [τοί(ὁμηρικό)],
αἱ [ταί(ὁμηρικό)],
τά
γενική τοῦ [τοῖο(ὁμηρικό)],
τῆς,
τοῦ
[τοῖο(ὁμηρικό)]

τῶν,
τῶν [τάων(ὁμηρικό)],
τῶν,
δοτική τῷ,
τῇ,
τῷ

τοῖς [τοῖσι(ὁμηρικό)],
ταῖς [τῇς, τῇσι (ὁμηρικό)],
τοῖς
[τοῖσι(ὁμηρικό)]
αιτιατική τόν,
τήν,
τό

τούς,
τάς,
τά



Δυϊκός αριθμός και των τριών γενών
ονομαστική τώ
γενική τοῖν
δοτική τοῖν
αιτιατική τώ

Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2006

MEΡΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΠΤΩΤΙΚΑ

Μέρη του λόγου

1) Ἄρθρο

2) Οὐσιαστικό

3) Ἐπίθετο

4) Ἀντωνυμία

5) Ῥήμα

6) Μετοχή

7) Ἐπίρρημα

8) Πρόθεση

9) Σύνδεσμος

10) Ἐπιφώνημα

Τὸ οὐσιαστικὸ καὶ τὸ ἐπίθετο λέγονται καὶ ὀνόματα.

Τὰ ἕξι πρώτα λέγονται κλιτὰ γιατὶ κλίνονται.

Τὰ ἄλλα τέσσερα λέγονται ἄκλιτα.

Οἱ διάφορες μορφὲς ποὺ παίρνει μια κλιτὴ λέξη λέγονται τύποι αὐτῆς τῆς λέξης.

Σὲ κάθε τύπο μιᾶς λέξης ξεχωρίζονται δύο μέρη: κατάληξη καὶ θέμα.

Κατάληξη λέγεται τὸ μεταβλητὸ μέρος τῆς κλιτῆς λέξης πρὸς τὸ τέλος της: -ς, -ος, -ες, κτλ.

Θέμα λέγεται τὸ ἀμετάβλητο πρὸς τὴν ἀρχή της: ἡρω- , ἀκου-, γραφ-, κτλ.

Ὁ τελευταίος φθόγγος τοῦ θέματος λέγεται χαρακτήρας.



ΠΤΩΤΙΚΑ. ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΠΤΩΤΙΚΩΝ


Τὸ ἄρθρο, τὸ οὐσιαστικό, τὸ ἐπίθετο, ἡ ἀντωνυμία καὶ ἡ μετοχὴ σχηματίζουν τύπους ποὺ λέγονται πτώσεις. Τὰ πέντε αὐτὰ κλιτὰ μέρη λέγονται πτωτικά.

Πτώσεις: ὀνομαστική, γενική, δοτική, αἰτιατική, κλητική.

Ὀνομαστικὴ καὶ κλητικὴ λέγονται ὀρθές.

Γενική, δοτικὴ καὶ αἰτιατικὴ λέγονται πλάγιες.

Τὰ πτωτικὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πτώσεις, ἔχουν γένος, ἀριθμὸ καὶ κλίση.

3 γένη: ἀρσενικό, θηλυκό, οὐδέτερο

3 ἀριθμοί: ἐνικός, πληθυντικός, δυϊκός (γιὰ δύο)

3 κλίσεις: πρώτη, δεύτερη, τρίτη

Κλίση εἶναι ὁ ἰδιαίτερος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο σχηματίζονται οἱ πτώσεις ἑνὸς πτωτικοῦ.

Ἡ πτώση, τὸ γένος, ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ κλίση λέγονται μὲ μία λέξη παρεπόμενα (ἤ συνακόλουθα) τῶν πτωτικῶν.

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2006

Πάθη φωνηέντων, συμφώνων και διφθόγγων


ΠΑΘΗ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΦΘΟΓΓΩΝ


Α) Χασμωδία: Συμβαίνει ὅταν σὲ μιὰ λέξη ἤ ἀνάμεσα σὲ δύο γειτονικὲς λέξεις βρεθοῦν στὴ σειρὰ φωνήεντα ἤ δίφθογγοι: ἀγαπάει , ὁ ἀνήρ, ἔλεγε οὗτος.

Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας συμβαίνουν ὁρισμένα πάθη τῶν φωνηέντων καὶ διφθόγγων, ποὺ μὲ μία λέξη λέγονται συναλοιφή. Ἄλλοτε πάλι γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας γίνεται πρόσληψη εὐφωνικῶν συμφώντων. Ἀναλυτικά:

1) Συναίρεση: ἡ συγχώνευση μέσα στὴν ἴδια λέξη δύο στὴ σειρὰ φωνηέντων ἤ φωνήεντος καὶ διφθόγγου σ’ ἕνα μακρόχρονο φωνήεν ἤ σ’ ἕνα δίφθογγο: συκέα – συκ, τιμάομεν – τιμμεν

2) Κράση: ἡ συγχώνευση τοῦ τελικοῦ φωνήεντος ἤ διφθόγγου μιᾶς λέξης μὲ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν ἤ τὸν ἀρχικὸ δίφθογγο, τῆς ἀκόλουθης: τὰ ἄλλα – τἆλλα, μέντοι ἄν – μεντἄν, ἐγὼ οἷμαι - ἐγᾦμαι.

Πάνω στὸ φωνῆεν ποὺ προκύπτει ἀπ’ τὴν κράση γράφεται ἕνα σημάδι ὄμοιο μὲ τὴν ψιλὴ καὶ λέγεται κορωνίδα: καὶ ἐγώ - κἀγώ, τὰ αὐτά - ταὐτά.

Ὅταν ὅμως ἡ πρώτη ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ συγχωνεύονται εἶναι τύπος ποὺ ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ ἕνα φωνῆεν ἤ ἕνα δίφθογγο μὲ δασεία, τότε στὴ θέση τῆς κορωνίδας σημειώνεται ἡ δασεία: ὁ ἀνήρ - νήρ, ὁ ἄνθρωπος - νθρωπος, ἅ ἄν - ν, οὗ ἕνεκα – οὕνεκα.

3) Ἔκθλιψη: ἡ ἀποβολὴ τοῦ τελικοῦ βραχύχρονου φωνήεντος μιᾶς λέξης (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν ἤ τὸν ἀρχικὸ δίφθογγο τῆς ἀκόλουθης: ἀπὸ ἐμοῦ - ἀπ’ έμοῦ, οὔτε αὐτός – οὔτ’ αὐτός.

- Ὁ τόνος τοῦ φωνήεντος ποὺ παθαίνει ἔκθλιψη (ἄν τοῦτο τονίζεται πρὶν ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη):

α) στὶς ἄκλιτες λέξεις χάνεται μαζὶ μὲ τὸ φωνῆεν ποὺ ἐκθλίβεται: παρὰ ἐμοῦ = παρ’ ἐμοῦ, ἐπὶ αὐτοῦ = ἐπ’ αὐτοῦ

β) στὶς κλιτὲς λέξεις καὶ στὸ ἀριθμητικὸ ἑπτὰ ἀνεβαίνει στὴν προηγούμενη συλλαβή, πάντα ὡς ὀξεία: δεινὰ ἔπαθον = δειν’ ἔπαθον, ἑπτὰ ἦσαν = ἕπτ’ ἦσαν

- Ἄν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη ἀπομένει στὸ τέλος τῆς λέξης ἄφωνο ψιλόπνοο (κ, π, τ) καὶ ἡ ἀκόλουθη λέξη δασύνεται, τότε τὸ ψιλόπνοο τρέπεται στὸ ἀντίστοιχό του (ὀμόφωνο) δασύπνοο, δηλ. κ = χ, π = φ, τ = θ: ἀπὸ ἡμῶν = ἀφ’ ἡμῶν, κατὰ ἡμῶν = καθ’ ἠμών.

- Ἄν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἔκθλιψη ἀπομένουν δύο ἐτερόφωνα ψιλόπνοα (κτ ή πτ), τότε ἐμπρὸς ἀπὸ λέξη ποὺ ἔχει δασεία τρέπονται καὶ τὰ δύο στὰ ἀντίστοιχά τους δασύπνοα: νύκτα ὅλην = νύχθ’ ὅλην, νύκτα (καί) ἡμέραν = νυχθημερόν, ἑπτά ἡμέραι = ἑφθήμερος

1) Ἀφαίρεση – Ὑφαίρεση

Ἀφαίρεση, δηλ. ἀποβολὴ τοῦ ἀρχικοῦ βραχύχρονου φωνήεντος μιᾶς λέξης (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ), ὅταν ἡ προηγούμενη λήγει σὲ μακρόχρονο φωνῆεν (η, ω καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ σὲ δίφθογγο: ὦ ΄γαθέ, αὕτη ‘κείνη

Ὑφαίρεση, δηλ. ἀποβολὴ ἑνὸς ἀπὸ δύο ὅμοια βραχύχρονα φωνήεντα (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ ἀποβολὴ τοῦ ι τῶν διφθόγγων ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν: αἰεί = ἀεί, βοηθόος = βοηθός

2) Πρόσληψη πρόσθετων ἤ εὐφωνικῶν συμφώνων

Μερικὲς λέξεις ποὺ λήγουν σὲ φωνῆεν, ὅταν βρεθοῦν ἐμπρὸς ἀπὸ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν ἤ δίφθογγο, παίρνουν στὸ τέλος ὁρισμένα σύμφωνα ποὺ συντελοῦν στὴν εὐφωνία, δηλ. στὴν ἀποφυγὴ τῆς χασμωδίας. Τέτοια σύμφωνα εἶναι τὸ ν καὶ τὸ κ (ἤ χ), ποὺ λέγονται πρόσθετα ἤ εὐφωνικὰ σύμφωνα. Ἀπὸ αὐτά:

-Τὸ εὐφωνικὸ ν τὸ παίρνουν ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν:

α) οἱ τύποι κλιτῶν καὶ ἄκλιτων λέξεων ποὺ λήγουν σὲ –σι: ἄνδρασι(ν), ἅπασι(ν),

β) οἱ τύποι τοῦ γ΄ εν. προσ. τῶν ῥημάτων ποὺ λήγουν σὲ –ε καὶ ὁ ῥηματικὸς τύπος ἐστί: ἔλυε(ν), ἦλθεν οὗτος, ἐστὶν ἀγαθός.

-Τὸ εὐφωνικὸ κ τὸ παίρνει τὸ ἀρνητικὸ οὐ ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν ποὺ ἔχει ψιλή΄ ὅταν ὅμως τὸ οὐ βρεθεῖ ἐμπρὸς ἀπὸ φωνῆεν μὲ δασεία, τότε τὸ εὐφωνικὸ κ τρέπεται στὸ ἀντίστοιχό του δασύπνοο, δηλ. τὸ χ: οὐ λέγω – οὐκ ἔχω – οὐχ ὑπομένω

3) Συγκοπή

Δηλ. ἀποβολὴ βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἀνάμεσα σὲ δύο σύμφωνα: πατέρ-ος = πατρός, κορυφή = κορφή

4) Ἀνάπτυξη

Δηλ. πρόσληψη ἑνὸς φωνήεντος ἀνάμεσα σὲ δύο σύμφωνα (συνήθως γιὰ νὰ διευκολυνθεῖ ἡ προφορά): πατρ - ά - σιν, μητρ - ά - σιν

5) Μετάθεση

Δηλ. μετατόπιση ἑνὸς βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ ἄλλη θέση μέσα στὴν λέξη: Μυτιλήνη = Μιτυλήνη, Πνύκα = Πύκνα

6) Ἀφομοίωση

Δηλ. μεταβολὴ ἑνὸς βραχύχρονου φωνήεντος (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ φωνῆεν ὅμοιο μὲ τὸ φωνῆεν τῆς ἐπόμενης ἤ προηγούμενης συλλαβῆς τοῦ θέματος: ἅτερος = ἕτερος, ὀβελός = ὀβολός

7) Ἀντιμεταχώρηση

Δηλ. ἀμοιβαία ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου ἑνὸς μακρόχρονου φωνήεντος (η, ω, καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) μὲ τὸ χρόνο τοῦ ἀμέσως ἐπόμενου βραχύχρονου (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ): τοῦ βασιλῆος = τοῦ βασιλέως, τῆς πόληος = τῆς πόλεως

8) Ποιοτικὴ μεταβολὴ ἤ τροπή

Δηλ. ἡ μεταβολὴ ἑνὸς φωνήεντος σὲ ἄλλο φωνῆεν τοῦ ἴδιου χρόνου (ἑνὸς βραχύχρονου σὲ βραχύχρονο ἤ ἑνὸς μακρόχρονου σὲ μακρόχρονο): λέγω – λόγος, βρέχω – βροχή, ῥήγνυμι - ῥωγμή

9) Ποσοτικὴ μεταβολή

Δηλ. μεταβολὴ τοῦ μακρόχρονου φωνήεντος (η, ω καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) σὲ βραχύχρονο (ε, ο καὶ τὰ δίχρονα α, ι, υ) ἤ τοῦ βραχύχρονου σὲ μακρόχρονο. Ἡ ποσοτικὴ μεταβολὴ εἶναι:

α) βράχυνση ἤ συστολή: μεταβολὴ τοῦ μακρόχρονου ἤ τοῦ διφθόγγου σὲ βραχύχρονο: ἵστημι - ἵσταμαι, τίθημι – τίθεμαι, θσις, φεγω - ἔφυγον, φυγή

β) ἔκταση: μεταβολὴ τοῦ βραχύχρονου σὲ μακρόχρονο: ποιω – ποισω, ποιητής, στοά, στωικός


ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ

1) Άφωνα

Κ, γ, χ + σ = ξ [(φύλακ-ς) φύλαξ, (φλόγ-ς) φλόξ, (ὄνυχ-ς) ὄνυξ

Κ, γ, χ + θ = χθ [(ἐπλέκ-θην) ἐπλέχθην, (ε-λέγ-θην) ἐλέχθην, (ἐ-ταράχ-θην) ἐταράχθην]

Π, β, φ + σ = ψ [(κώνωπ-ς) κώνωψ, (Ἄραβ-ς) Ἄραψ, (ἔγραφ-σα) ἔγραψα

Π, β, φ + θ = φθ [(ἐ-λείπ-θην) ἐλείφθην, (ἐ-τρίβ-θην) ἐτρίφθην, (ἐ-κρύφ-θην) ἐκρύφθην]

Τ, δ, θ + σ = σ [(τάπητ-ς) τάπης, (ἐλπίδ-ς) ἐλπίς, (ὄρνιθ-ς) ὄρνις, (νύκτ-ς) νύκ-ς νύξ

Τ, δ, θ + θ = σθ [(ἐπλάτ-θην) ἐπλάσθην, (ἐ-ψεύδ-θην) ἐψεύσθην, (ἐ-πείθ-θην) ἐπείσθην

Κ, γ, χ + μ = γμ [(διωκ-μός) διωγμός, (πνιγ-μός) πνιγμός, (ταραχ-μός) ταραγμός]

Π, β, φ + μ = μμ [(βλέπ-μα) βλέμμα, (τρῖβ-μα) τρῖμμα, (γράφ-μα) γράμμα

Π, β, φ + δ = βδ [(κρύφ-δην) κρύβδην

Τ, δ, θ + μ = σμ [(πλάτ-μα) πλάσμα, (ἔρειδ-μα) ἔρεισμα, (πεῖθ-μα) πεῖσμα]

Κ, γ, χ + j = ττ (σσ) [(φυλάκ-jω) φυλλάτω, (ἀλλάγ- jω) ἀλάττω, (ταράχ- jω) ταράττω]

Κ, γ, χ + τ = κτ [(πλεκτός) πλεκτός, (ταγ-τός) τακτός, (ὀρυχ-τός) ὀρυκτός]

Π, β, φ + τ = πτ [(λέ-λειπ-ται) λέλειπται, (βέ-βλαβ-ται) βέβλαπται, (γέ-γραφ-ται) γέγραπται]

Τ, δ, θ + τ = στ [(χαριέτ-τερος) χαριέστερος, (ψεύδ-της) ψεύστης, (πιθ-τός) πιστός]

Δ + j = ζ [(παίδ-jω) παίζω]

Γ + j = ζ [(ἀρπάγ-jω) ἀρπάζω]

Ντ + j = σ [(πάντ-jα) πᾶσα]


2) Ημίφωνα

Ν + σ = σ (μέλαν-ς) μέλας

Ν + κ = γκ (ἐν-κρύπτω) ἐγκρύπτω

Ν + γ = γγ (ἐν-γράφω) ἐγγράφω

Ντ + σ = σ (ἀνδριάντ-σι) ἀνδριάσι

Νδ + σ = σ (σπένδ-σω)σπείσω

Νθ + σ = σ (πένθ-σομαι) πείσομαι

Ν + χ = γχ (συν-χαίρω) συγχαίρω

Ν + ξ = γξ (ἐν-ξύω) ἐγξύω

Ν + π = μπ (συν-πάσχω) συμπάσχω

Ν + β = μβ (ἐν-βάλλω) ἐμβάλλω

Ν + φ = μφ (ἐν-φαίνω) ἐμφαίνω

Ν + ψ = μψ (ἔν-ψυχος) ἔμψυχος

Ν + λ = λλ (συν-λέγω) συλλέγω

Ν + ρ = ρρ (συν-ράπτω) συρράπτω

ν + ρ = νρ (ἐν-ράπτω) ἐνράπτω

Ν + μ = σμ (ὑφαν-μένος) ὑφασμένος

Μ + ρ = μβρ (μεσημ-ρία) μεσημβρία

Ν + ρ = νδρ (ἀν-ρός) άνδρός

Αν + j = αιν (μαράν-jω) μαραίνω

Αρ + j = αιρ (χάρ-jω) χαίρω

Ορ + j = οιρ (μορ-jα) μοῖρα

Λ + j = λλ (σφάλ-jω) σφάλλω