Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2007

ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

1) Ἀσυναίρετα δευτερόκλιτα ἐπίθετα

Α) Τρικατάληκτα μὲ τρία γένη (σὲ -ος, -η, -ον καὶ -ος, -α, -ον)

Θέμα: σοφο-, σοφη-, σοφο-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκός

ὀνομαστική

ὁ σοφός

ἡ σοφ

τὸ σοφόν

οἱ σοφοί

αἱ σοφαί

τὰ σοφ

τὼ σοφ

τώ σοφ

τώ σοφ

γενική

τοῦ σοφοῦ

τῆς σοφῆς

τοῦ σοφοῦ

τῶν σοφῶν

τῶν σοφῶν

τῶν σοφῶν

τοῖν σοφοῖν

τοῖν σοφαῖν

τοῖν σοφοῖν

δοτική

τῷ σοφ

τῇ σοφ

τῷ σοφ

τοῖς σοφοῖς

ταῖς σοφαῖς

τοῖς σοφοῖς

τοῖν σοφοῖν

τοῖν σοφαῖν

τοῖν σοφοῖν

αἰτιατική

τὸν σοφόν

τὴν σοφήν

τὸ σοφόν

τοὺς σοφούς

τὰς σοφάς

τὰ σοφ

τὼ σοφ

τώ σοφ

τώ σοφ

κλητική

ὦ σοφ

ὦ σοφ

ὦ σοφόν

ὦ σοφοί

ὦ σοφαί

ὦ σοφ

ὦ σοφ

ὦ σοφ

ὦ σοφ

Θέμα: δικαιο-, δικαια-, δικαιο-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκός

ὀνομαστική

ὁ δίκαιος

ἡ δικαία

τὸ δίκαιον

οἱ δίκαιοι

αἱ δίκαιαι

τὰ δίκαια

τὼ δικαίω

τὼ δικαία

τὼ δικαίω

γενική

τοῦ δικαίου

τῆς δικαίας

τοῦ δικαίου

τῶν δικαίων

τῶν δικαίων

τῶν δικαίων

τοῖν δικαίοιν

τοῖν δικαίαιν

τοῖν δικαίοιν

δοτική

τῷ δικαί

τῇ δικαί

τῷ δικαί

τοῖς δικαίοις

ταῖς δικαίαις

τοῖς δικαίοις

τοῖν δικαίοιν

τοῖν δικαίαιν

τοῖν δικαίοιν

αἰτιατική

τὸν δίκαιον

τὴν δικαίαν

τὸ δίκαιον

τοὺς δικαίους

τὰς δικαίας

τὰ δίκαια

τὼ δικαίω

τὼ δικαία

τὼ δικαίω

κλητική

ὦ δίκαιε

ὦ δικαία

ὦ δίκαιον

ὦ δίκαιοι

ὦ δίκαιαι

ὦ δίκαια

τὼ δικαίω

τὼ δικαία

τὼ δικαίω

Παρατηρήσεις

Τὸ θηλυκὸ τῶν τρικατάληκτων ἐπιθέτων σὲ -ος:

1) λήγει σὲ -η, ἄν πρὶν ἀπὸ τὴν κατάληξη –ος τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχει σύμφωνο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ : ἀγαθός, ἀγαθή - πιστός, πιστή΄ λήγει σὲ -α, ἄν πρὶν ἀπὸ τὴν κατάληξη –ος τοῦ ἀρσενικοῦ ὑπάρχει φωνῆεν ἤ : ἅγιος, ἁγία – γενναῖος, γενναία (ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὄγδοος, ὄγδοη).

2) Στὴν ὀνομαστική, γενική καὶ κλητικὴ τοῦ πληθυντικοῦ τονίζεται ὅπου καὶ ὅπως τονίζεται στὶς ἴδιες πτώσεις τὸ ἀρσενικό: ἡ ἁγία – αἱ ἅγιαι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιαι (ὅπως οἱ ἅγιοι, τῶν ἁγίων, ὦ ἅγιοι).


Β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη (σὲ -ος, -ον)

Θέμα: ἀφθονο-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκός

ὀνομαστική

ὁ, ἡ ἄφθονος

τὸ ἄφθονον

οἱ, αἱ ἄφθονοι

τὰ ἄφθονα

τὼ ἀφθόνω

τώ ἀφθόνω

γενική

τοῦ, τῆς ἀφθόνου

τοῦ ἀφθόνου

τῶν ἀφθόνων

τῶν ἀφθόνων

τοῖν ἀφθόνοιν

τοῖν ἀφθόνοιν

δοτική

τῷ, τῇ ἀφθόν

τῷ ἀφθόν

τοῖς, ταῖς ἀφθόνοις

τοῖς ἀφθόνοις

τοῖν ἀφθόνοιν

τοῖν ἀφθόνοιν

αἰτιατική

τὸν, τὴν ἄφθονον

τὸ ἄφθονον

τοὺς, τὰς ἀφθόνους

τὰ ἄφθονα

τὼ ἀφθόνω

τώ ἀφθόνω

κλητική

ὦ ἄφθονε

ὦ ἄφθονον

ὦ ἄφθονοι

ὦ ἄφθονα

ὦ ἀφθόνω

ὦ ἀφθόνω


Παρατηρήσεις

Ἀπὸ τὰ δευτερόκλιτα ἐπίθετα εἶναι δικατάληκτα:

1) τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ σύνθετα σὲ -ος: ὁ, ἡ ἄγονος, τὸ ἄγονον - ὁ, ἡ ἀθάνατος, τὸ ἀθάνατον - ὁ, ἡ ἄκαιρος, τὸ ἄκαιρον - ὁ, ἡ ἄκαρπος, τὸ ἄκαρπον - ὁ, ἡ ἀξιόμαχος, τὸ ἀξιόμαχον - ὁ, ἡ ἔνδοξος, τὸ ἔνδοξον κ.ά.

2) τὰ ἁπλὰ ἐπίθετα αἴθριος, αἰφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος, γαμήλιος, δόκιμος, ἕωλος (=παλιός), ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος, λάλος, χέρσος, τιθασός (=ἐξημερωμένος, ἡμερος)

3) μερικὰ ἐπίθετα σὲ -ος ποὺ χρησιμοποιοῦνται (στὸ ἀρσενικὸ καὶ τὸ θηλυκό) καὶ ὡς οὐσιαστικά: ὁ, ἡ ἀγωγός, τὸ ἀγωγόν (=αὐτὸς ποὺ ὀδηγεῖ, ποὺ φέρνει) - ὁ, ἡ βοηθός, τὸ βοηθόν (=αὐτὸς ποὺ βοηθεῖ) - ὁ, ἡ τιμωρός, τὸ τιμωρόν - ὁ, ἡ τύραννος, τὸ τύραννον.

2) Συνηρημένα δευτερόκλιτα ἐπίθετα

Μερικὰ δευτερόκλιτα ἐπίθετα, ποὺ πρὶν ἀπὸ τὸ χαρακτήρα τους ο ἔχουν ἄλλο οε, συναιροῦνται σὲ ὅλες τὶς πτώσεις. Τὰ ἐπίθετα αὐτὰ λέγονται συνηρημένα δευτερόκλιτα ἐπίθετα. Ἀπὸ αὐτὰ ἄλλα εἶναι τρικατάληκτα (μὲ τρία γένη) καὶ ἄλλα δικατάληκτα (μὲ τρία γένη).

Α) Τρικατάληκτα μὲ τρία γένη

Θέμα: χρυσεο-, χρυσεα-, χρυσεο-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

ὀνομαστική

ὁ (χρυσέος) χρυσοῦς

ἡ (χρυσέα) χρυσ

τὸ (χρυσοῦν) χρυσοῦν

οἱ (χρύσεοι) χρυσοῖ

αἱ (χρύσεαι) χρυσαῖ

τὰ (χρύσεα) χρυσ

γενική

τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ

τῆς (χρυσέας) χρυσῆς

τοῦ (χρυσέου) χρυσοῦ

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

τῶν (χρυσέων) χρυσῶν

δοτική

τῷ (χρυσέῳ) χρυσ

τῇ (χρυσέα) χρυσ

τῷ χρυσέῳ) χρυσ

τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς

ταῖς (χρυσέαις) χρυσαῖς

τοῖς (χρυσέοις) χρυσοῖς

αἰτιατική

τὸν (χρύσεον) χρυσοῦν

τὴν (χρυσέαν) χρυσῆν

τὸ (χρύσεον) χρυσοῦν

τοὺς (χρυσέους) χρυσοῦς

τὰς (χρυσέας) χρυσᾶς

τὰ (χρύσεα) χρυσ

Δυϊκός

ὀνομαστική

τὼ (χρυσέω) χρυσ

τὼ (χρυσέα) χρυσ

τὼ (χρυσέω) χρυσ

γενική

τοῖν (χρυσέοιν) χρυσοῖν

τοῖν ( χρυσέαιν) χρυσαῖν

τοῖν (χρυσέοιν) χρυσοῖν

δοτική

τοῖν (χρυσέοιν) χρυσοῖν

τοῖν ( χρυσέαιν) χρυσαῖν

τοῖν (χρυσέοιν) χρυσοῖν

αἰτιατική

τὼ (χρυσέω) χρυσ

τὼ (χρυσέα) χρυσ

τὼ (χρυσέω) χρυσ

Β) Δικατάληκτα μὲ τρία γένη (σὲ -ους, -ουν)

Θέμα: εὐνοο-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

ὀνομαστική

ὁ, ἡ (εὔνοος) εὔνους

τὸ (εὔνοον) εὔνουν

οἱ, αἱ (εὔνοοι) εὖνοι

τὰ (εὔνοα) εὔνοα

γενική

τοῦ, τῆς (εύνόου) εὔνου

τοῦ (εύνόου) εὔνου

τῶν (εὐνόων) εὔνων

τῶν (εὐνόων) εὔνων

δοτική

τῷ, τῇ (εὐνόῳ) εὔν

τῷ (εὐνόῳ) εὔν

τοῖς, ταῖς (εὐνόοις) εὔνοις

τοῖς (εὐνόοις) εὔνοις

αἰτιατική

τὸν, τὴν (εὔνοον) εὔνουν

τὸ (εὔνοον) εὔνουν

τοὺς, τὰς (εὐνόους) εὔνους

τὰ (εὔνοα) εὔνοα

Δυϊκός

ὀνομαστική

τὼ (εὐνόω) εὔνω

τὼ (εὐνόω) εὔνω

γενική

τοῖν (εὐνόοιν) εὔνοιν

τοῖν (εὐνόοιν) εὔνοιν

δοτική

τοῖν (εὐνόοιν) εὔνοιν

τοῖν (εὐνόοιν) εὔνοιν

αἰτιατική

τὼ (εὐνόω) εὔνω

τὼ (εὐνόω) εὔνω


Παρατηρήσεις

Τὰ συνηρημένα δευτερόκλιτα ἐπίθετα:

1) σχηματίζονται ὅπως καὶ τὰ ἀντίστοιχα συνηρημένα οὐσιαστικά τῆς β’ καὶ α’ κλίσης.

2) Δὲν ἔχουν κλητική.

3) Στὰ τρικατάληκτα συνηρημένα ἐπίθετα σὲ -οῦς ὅλες οἱ πτώσεις καὶ τῶν τριῶν γενῶν τονίζονται στὴ λήγουσα, ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν τονίζεται κανένα ἀπὸ τὰ φωνήεντα ποῦ συναιροῦνται (ἀντίθετα μὲ τὸν εἰδικὸ κανόνα 1): (χρύσεος) χρυσοῦς.


3) Ἀττικόκλιτα ἐπίθετα

Μερικὰ ἐπίθετα κλίνονται κατὰ τὴν ἀττικὴ δεύτερη κλίση καὶ λέγονται ἀττικόκλιτα. Τῶν ἐπιθέτων αύτῶν τὸ ἀρσενικὸ καὶ τὸ θηλυκὸ λήγει σὲ -ως καὶ τὸ οὐδέτερο σὲ -ων.

Θέμα: ἱλεω-

Ένικὸς

Πληθυντικὸς

Δυϊκός

ὀνομαστική

ὁ, ἡ ἵλεως

τὸ ἵλεων

οἱ, αἱ ἵλε

τὰ ἵλεα

τὼ ἵλεω

τὼ ἵλεω

γενική

τοῦ, τῆς ἵλεω

τοῦ ἵλεω

τῶν ἵλεων

τῶν ἵλεων

τοῖν ἵλεῳν

τοῖν ἵλεῳν

δοτική

τῷ, τῇ ἵλε

τῷ ἵλε

τοῖς, ταῖς ἵλεῳς

τοῖς ἵλεῳς

τοῖν ἵλεῳν

τοῖν ἵλεῳν

αἰτιατική

τὸν, τὴν ἵλεων

τὸ ἵλεων

τοὺς, τὰς ἵλεως

τὰ ἵλεα

τὼ ἵλεω

τὼ ἵλεω

κλητική

ὦ ἵλεως

ὦ ἵλεων

ὦ ἵλε

ὦ ἵλεα

ὦ ἵλεω

ὦ ἵλεω


Παρατηρήσεις

Τὰ ἀττικόκλιτα ἐπίθετα:

1) εἶναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἀγήρως, τὸ ἀγήρων - ὁ, ἡ ἀξιόχρεως, τὸ ἀξιόχρεων κ.ά. ΄ τρικατάληκτο εἶναι μόνο τὸ ἐπίθετο πλέως, πλέα, πλέων (ποὺ τὸ θηλυκό του σχηματίζεται κατὰ τὴν α’ κλίση)΄ ἀλλὰ τὰ σύνθετά του εἶναι δικατάληκτα: ὁ, ἡ ἔμπλεως, τὸ ἔμπλεων.

2) Στὴν ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ πληθυντικοῦ τοῦ οὐδέτερου ἔχουν κατάληξη –α κPublishατὰ τὰ οὐδέτερα τῆς κοινῆς β’ κλίσης: ἵλεα, ἀξιόχρεα (ὅπως δίκαια).

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ

Ἐπίθετα

Λέγονται οἱ λέξεις ποὺ φανερώνουν ἰδιότητα ἤ ποιότητα οὐσιαστικῶν: σοφὸς (ἀνήρ), καλὴ (γυνή), ὑψηλὸν (ὄρος). Ἀπὸ αὐτὰ:

1) πολλὰ εἶναι τρικατάληκτα μὲ τρία γένη (ὁ σοφός, ἡ σοφή, τὸ σοφόν)

2) ἀρκετὰ εἶναι δικατάληκτα μὲ τρία γένη (ὁ,ἡ ἄφθονος, τὸ ἄφθονον)

3) μερικὰ εἶναι μονοκατάληκτα μὲ δύο γένη (ὁ, ἡ φυγάς - ὁ, ἡ ἅρπαξ)

Ἀνάλογα μὲ τὴν κατάληξή τους κλίνονται κατὰ μία ἀπὸ τὶς κλίσεις τῶν οὐσιαστικῶν.

1) τὰ τρικατάληκτα μὲ τρία γένη σχηματίζουν τὸ θηλυκὸ πάντοτε κατὰ τὴν α’ κλίση καὶ τὸ οὐδέτερο ἄλλα κατὰ τὴ β’ κλίση καὶ ἄλλα κατὰ τὴν γ’ κλίση.

2) Τὰ δικατάληκτα μὲ τρία γένη κλίνονται ἄλλα κατὰ τὴ β’ κλίση καὶ ἄλλα κατὰ τὴν γ’ κλίση.

3) Τὰ μονοκατάληκτα μὲ δύο γένη κλίνονται τὰ περισσότερα κατὰ τὴ γ’ κλίση.

Ὅσα ἐπίθετα σχηματίζουν τὸ ἀρσενικὸ καὶ τὸ οὐδέτερο κατὰ τὴ β’ κλίση λέγονται δευτερόκλιτα΄ ὅσα σχηματίζουν τὰ δύο αὐτὰ γένη κατὰ την γ’ κλίση λέγονται τριτόκλιτα.

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2007

ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ


Τὰ ἀνώμαλα οὐσιαστικὰ κατὰ τὸ εἶδος τῆς ἀνωμαλίας ποὺ παρουσιάζουν εἶναι:

1) ἀνώμαλα κατὰ τὸ γένος, 2) ἐτερόκλιτα, 3) μεταπλαστά, 4) ἰδιόκλιτα, 5) ἄκλιτα καὶ 6) ἐλλειπτικά.

1) ΑΝΩΜΑΛΑ ΚΑΤΑ ΤΟ ΓΕΝΟΣ

Μερικὰ οὐσιαστικὰ ἔχουν στὸν πληθυντικὸ ἀριθμὸ διαφορετικὸ γένος ἀπ’ ὅ,τι στὸν ἐνικὸ ἤ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βασικὸ γένος ἔχουν συγχρόνως καὶ ἕνα ἄλλο.

Ἐνικὸς ἀριθμός

Πληθυντικὸς ἀριθμός

ὁ λύχνος

Τὰ λύχνα

ὁ σῖτος

Τὰ σῖτα

ὁ δεσμός

οἱ δεσμοὶ καὶ τὰ δεσμά

ὁ σταθμός

οἱ σταθμοὶ καὶ τὰ σταθμά

τὸ στάδιον

τὰ στάδια καὶ οἱ στάδιοι

(ὁ πλοῦτος - τὰ πλούτη΄ ὁ βράχος – οἱ βράχοι καὶ τὰ βράχια΄ ὁ λόγος – οἱ λόγοι καὶ τὰ λόγια)


Μερικὰ οὐσιαστικὰ ἔχουν στὸν ἐνικὸ ἀριθμὸ δύο γένη:

ὁ ζυγὸς καὶ τὸ ζυγόν – τὰ ζυγά

ὁ νῶτος καὶ τὸ νῶτον – τὰ νῶτα

2) ΕΤΕΡΟΚΛΙΤΑ

Λέγονται μερικὰ οὐσιαστικὰ ποὺ σχηματίζονται στὸν πληθυντικὸ ἤ σὲ μερικὲς πτώσεις κατὰ διαφορετικὴ κλίση ἤ συγχρόνως κατὰ τὴν ἴδια καὶ κατὰ διαφορετικὴ κλίση΄ π.χ.

1) ὁ ἀμνός, τοῦ ἀμνοῦ κτλ. (κατὰ τὴ β’ κλίση) καὶ τοῦ ἀρνός, τῷ ἀρνί, τὸν ἄρνα – οἱ ἄρνες, τῶν ἀρνῶν, τοῖς ἀρνάσι, τοὺς ἄρνας (κατὰ τὰ συγκοπτόμενα τῆς γ΄ κλίσης (Β. Υγρόληκτα, 3 ) ἀπὸ θέμα ἀρεν-, ἀρν- τοῦ σπάνιου ὀνόματος ὁ ἀρήν).

2) ὀ Ἄρης, τοῦ Ἄρεως (ἀπὸ τὸ Ἄρηος μὲ ἀντιμεταχώρηση), τῷ Ἄρει, τὸν Ἄρη, ὦ Ἄρες (κατὰ τὴν γ’ κλίση) καὶ αἰτιατικὴ τὸν Ἄρην (κατὰ τὴν γ’ κλίση).

3) ἡ γυνὴ (κατὰ τὴν α’ κλίση), τῆς γυναικός, τῇ γυναικί, τὴν γυναῖκα, ὦ γύναι – αἱ γυναῖκες, τῶν γυναικῶν, ταῖς γυναιξί, τὰς γυναῖκας, ὦ γυναῖκες (κατὰ τὴν γ’ κλίση).

4) τὸ δάκρυον, τοῦ δακρύου κτλ (κατὰ τὴ β’ κλίση) – καὶ ὀνομαστικὴ, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ δάκρυ (κατὰ τὴν γ’ κλίση).

5) ὁ Θαλῆς (ἀπὸ τὸ Θαλέης), τοῦ Θαλοῦ, τῷ Θαλῇ, τὸν Θαλῆν (κατὰ τὰ συνηρημένα τῆς α’ κλίσης) – γενικὴ καὶ τοῦ Θάλεω (κατὰ τὰ ἀττικόκλιτα) – καὶ τοῦ Θάλητος, τῷ Θάλητι, τὸν Θάλητα (κατὰ τὴν γ’ κλίση).

6) ὁ Οἰδίπους, τοῦ Οἰδίποδος, τῷ Οἰδίποδι, ὦ Οἰδίπου (κατὰ τὴν γ’ κλίση) – καὶ τοῦ Οἰδίπου, τὸν Οἰδίπουν (κατὰ τὰ συνηρημένα τῆς β’ κλίσης, ὅπως τοῦ περίπλου, τὸν περίπλουν).

7) ὁ ὄνειρος καὶ τὸ ὄνειρον, τοῦ ὀνείρου κτλ (κατὰ τὴ β’ κλίση), τοῦ ὀνείρατος, τῷ όνείρατι – τὰ ὀνείρατα, τῶν ὀνειράτων, τοῖς ὀνείρασι (κατὰ τὴν γ’ κλίση).

8) ὁ πρεσβευτής, τοῦ πρεσβευτοῦ, τῷ πρεσβευτῇ κτλ. (κατὰ τὴν α’ κλίση) – οἱ πρέσβεις (=πρεσβευταί), τῶν πρέσβεων, τοῖς πρέσβεσι κτλ (κατὰ τὴν γ’ κλίση), ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ὄνομα ὁ πρέσβυς (=ὁ γέρων), ποὺ οἰ πεζογράφοι τὸ ἔλεγαν πρεσβύτης.

9) τὸ πῦρ, τοῦ πυρός, τῷ πυρί κτλ. (κατὰ τὴν γ’ κλίση) – τὰ πυρά, τῶν πυρῶν, τοῖς πυροῖς κτλ. (κατὰ τὴ β’ κλίση).

10) ὁ χρώς (=δέρμα, ἐπιδερμίδα), τοῦ χρωτός, τῷ χρωτί, τὸν χρῶτα (κατὰ τὴν γ’ κλίση) - ἀλλὰ δοτικὴ καὶ χρῷ (κατὰ τὰ ἀττικόκλητα, στὴ φράση ἐν χρῷ=ὡς τὸ δέρμα).

3) ΜΕΤΑΠΛΑΣΤΑ

Λέγονται μερικὰ οὐσιαστικὰ ποὺ κλίνονται κατὰ μία ὁρισμένη κλίση σὲ ὅλες τὶς πτώσεις, ἀλλὰ τὸ θέμα τους (μεταπλάσσεται, δηλ) μεταβάλλεται σὲ ὁρισμένες πτώσεις΄ π.χ.

1) ὁ Ἀπόλλων, τοῦ Ἀπόλλων-ος, τῷ Ἀπόλλων-ι, τὸν Ἀπόλλων-α καὶ Ἀπόλλω, ὦ Ἄπολλον (θέμα:Ἀπολλων-, Ἀπολλω-, Ἀπολλον-).

2) τὸ γόνυ, τοῦ γόνατ-ος, τῷ γόνατ-ι, τὸ γόνυ – τὰ γόνατ-α, τῶν γον-άτων, τοῖς γόνασι κτλ. (θέμα: γονυ-, γονατ-).

3) τὸ δέλεαρ(=δόλωμα), τοῦ δελέατ-ος, τῷ δελέατ-ι κτλ (θέμα:δελεαρ-, δελεατ-)

4) τὸ δόρυ, τοῦ δόρατ-ος, τῷ δόρατ-ι κτλ. – τὰ δόρατ-α, τῶν δοράτ-ων κτλ (θέμα: δορυ-, δορατ-).

5) ὁ Ζεύς, τοῦ Δι-ός, τῷ Δι-ί, τὸν Δί-α, ὦ Ζεῦ (θέμα: Ζευ-, Δι-).

6) τὸ ἧπαρ(=συκώτι), τοῦ ἥπατ-ος, τῷ ἥπατ-ι κτλ. – τὰ ἥπατ-α, τῶν ἡπάτ-ων κτλ. (θέμα: ἡπαρ-, ἡπατ-)

7) ἡ κλείς, τῆς κλειδ-ός, τῇ κλειδ-ί, τὴν κλεῖδ-α καὶ τὴν κλεῖ-ν, αἱ κλεῖδ-ες, τῶν κλειδ-ῶν, ταῖς κλει-σί, τὰς κλεῖδ-ας καὶ τὰς κλεῖς (θέμα: κλειδ-, κλει-).

8) τὸ κνέφας(=σκοτάδι), τοῦ (κνέφεσ-ος, κνέφε-ος) κνέφους, τῷ (κνέφεσ-ι, κνέφε-ϊ) κνέφει (κατὰ τὸ βέλος) καὶ τῷ κνέφᾳ, τὸ κνέφας (κατὰ τὸ κρέας), χωρίς πληθυντικό (θέμα: κνεφασ- καὶ κνεφεσ-).

9) ὁ, ἡ κύων, κυν-ός, κυν-ί, κύν-α, κύον΄ κύν-ες, κυν-ῶν, κυ-σί(ν), κύν-ας, κύν-ες (θέμα: κυων-, κυον-, κυν-).

10) ὁ μάρτυς, τοῦ μάρτυρ-ος, τῷ μάρτυρ-ι, τὸν μάρτυρ-α, ὦ μάρτυς – οἱ μάρτυρ-ες, τῶν μαρτύρ-ων, τοῖς μάρτυ-σι, τοὺς μάρτυρ-ας κτλ. (θέμα: μαρτυ-, μαρτυρ-)

11) ἡ ναῦς(=πλοῖο), τῆς νε-ώς (ἀπὸ τὸ νη-ός μὲ ἀντιμεταχώρηση), τῇ νη-ί, τὴν ναῦ-ν, ὦ ναῦ - αἱ νῆ-ες, τῶν νε-ῶν, ταῖς ναυ-σί, τὰς ναῦς, ὦ νῆ-ες (θέμα: ναυ-, νη-, νε-).

12) τὸ οὖς, τοῦ ὠτός, τῷ ωτ-ί, τὸ οὖς – τὰ ὦτ-α, τῶν ὤτ-των, τοῖς ὠ-σί, τὰ ὦτ-α – τὼ ὦτ-ε, τοῖν ὤτ-οιν (θέμα: οὐσ-, ὠτ-).

13) ὁ Ποσειδῶν (ἀπὸ τὸ Ποσειδάων), τοῦ Ποσειδῶν-ος, τῷ Ποσειδῶν-ι, τὸν Ποσειδῶν-α καὶ Ποσειδῶ, ὦ Πόσειδον (θέμα: Ποσειδαων- = Ποσειδων-, Ποσειδω-, Ποσειδον-).

14) ἡ Πνύξ, τῆς Πυκν-ός, τῇ Πυκν-ί, τὴν Πύκν-α (θέμα: Πνυκ-, Πυκν-).

15) ὁ σής(=σκόρος), τοῦ σε-ός (ἀπὸ τὸ σεσ-ός) – οἱ σέ-ες, τῶν σέ-ων, τοὺς σέ-ας καὶ τοῦ σητ-ός, οἱ σῆτ-ες, τῶν σητ-ῶν, τοὺς σῆτ-ας (θέμα; Σησ-, σεσ-, σητ-).

16) τὸ στέαρ(=λίπος), τοῦ στέατ-ος, τῷ στέατ-ι κτλ. (θέμα στεαρ-, στεατ-)

17) τὸ ὕδωρ, τοῦ ὕδατ-ος, τῷ ὕδατ-ι κτλ. (θέμα: ὑδωρ-, ὑδατ-).

18) τὸ φρέαρ(=πηγάδι), τοῦ φρέατ-ος, τῷ φρέατ-ι κτλ. (θέμα: φρεαρ-, φρεατ-).

19) ἡ χείρ, τῆς χειρ-ός, τῇ χειρ-ί, τὴν χεῖρ-α, ὦ χείρ – αἱ χεῖρ-ες, τῶν χειρ-ῶν, ταῖς χερ-σί, τὰς χεῖρ-ας, ὦ χεῖρ-ες – τὼ χεῖρ-ε, τοῖν χερ-οῖν (θέμα: χειρ-, χερ-).

4. ΙΔΙΟΚΛΙΤΑ

Λέγονται ὅσα δὲν κλίνονται σύμφωνα μὲ μία ἀπὸ τὶς τρεὶς κλίσεις, παρὰ ἀκολουθοῦν δικό τους σχηματισμό, δηλ. κλίνονται μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Τέτοια εἶναι μερικὰ κύρια ὀνόματα α) ἑλληνικὰ μὲ συντομότερο τύπο, δηλ. μὲ ἀφαίρεση συλλαβῶν, καὶ β) ξενικά΄ π.χ.

ὀνομαστική

γενική

δοτική

αἰτιατική

κλητική

Ἀλεξᾶς (ἀπὸ τὸ Ἀλέξανδρος)

-ᾶ

-ᾷ

-ᾶν

-ᾶ

Μητρᾶς(ἀπὸ τὸ Μητρόδωρος)

-ᾶ

-ᾷ

-ᾶν

-ᾶ

Φιλῆς (ἀπὸ τὸ Φιλήμων)

-ῆ

-ῇ

-ῆν

-ῆ

Διονῦς (ἀπὸ τὸ Διονύσιος)

-ῦ

-ῦ

-ῦν

-ῦ

Ἰησοῦς (ἐβραϊκὸ ὄνομα)

-οῦ

-οῦ

-οῦν

-οῦ

Νεκῶς (αἰγυπτιακὸ ὄνομα)

-ῶ

-ῷ

-ῶν

-ῶ

Ἰδιόκλιτα εἶναι καὶ μερικὰ προσηγορικὰ σὲ -ᾶς: ὁ φαγᾶς, ὁ καταφαγᾶς (=αὐτὸς ποὺ τρώει ἀρπαχτικά), ὁ τρεσᾶς(=ὁ ἄνθρωπος ποὺ τρέπεται σὲ φυγὴ ἀπὸ φόβο, δειλός), κ.ά.

Τὰ ἰδιόκλιτα συνηθίζονται μόνο στὸν ἐνικό.

5. ΑΚΛΙΤΑ

Λέγονται ὅσα δὲν κλίνονται, δηλ. ὅσα διατηροῦν σὲ ὅλες τὶς πτώσεις τὸν ἴδιο τύπο. Τέτοια εἶναι:

1) τὸ οὐδέτερο ὄνομα τὸ χρεών(=ἡ ἀνάγκη), τοῦ χρεών, τῷ χρεών κτλ.

2) Τὰ ὀνόματα τῶν γραμμάτων τοῦ αλφαβήτου (ποὺ συνηθίζονται οὐδέτερα): τὸ ἄλφα (τοῦ ἄλφα κτλ.), τὸ βῆτα (τοῦ βῆτα κτλ.), τὸ γάμμα (τοῦ γάμμα κτλ).

3) Τὸ ἀπαρέμφατο μὲ τὸ οὐδέτερο ἄρθρο: τὸ λέγειν (τοῦ λέγειν κτλ.)

4) ὁποιαδήποτε λέξη (κλιτὴ ἤ ἄκλιτη), καθὼς καὶ φράση ὁλόκληρη, ὅταν χρησιμοποιοῦνται ὡς παραδείγματα ἤ ὡς οὐσιαστικὰ ἀποχωρισμένα ἀπὸ τὴν ὅλη φράση, μὲ τὸ οὐδέτερο ἄρθρο ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτά: τὸ ἄνθρωπος ἐστὶν ὄνομα.

5) Μερικὰ ξενικὰ κύρια ὀνόματα: ὁ Ἀδάμ (τοῦ Ἀδάμ κτλ.), ὁ Δαβίδ (τοῦ Δαβίδ κτλ.), τὸ Πάσχα (τοῦ Πάσχα κτλ.), ὀνόματα εβραϊκά κ.ά.

6. ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ

Λέγονται ὅσα εἶναι εὔχρηστα μόνο σὲ μερικὲς πτώσεις. Τέτοια εἶναι:

1) οἱ λέξεις τὸ ὄφελος, τὸ ὄναρ(=ὄνειρο) καὶ τὸ ὕπαρ(=ὄραμα, ὀπτασία), ποὺ εἶναι εὔχρηστες μόνο στὴν ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ (πβ. τὰ νεοελληνικὰ: τὸ δείλι, τὸ πρωί κτλ).

2) Οἱ λέξεις τὸ δέμας(=σώμα), τὸ σέβας καὶ τὸ σέλας(=λαμπρὸ φῶς), ποὺ εἶναι εὔχρηστες ἐπίσης στὴν ὀνομαστική, αἰτιατικὴ καὶ κλητικὴ τοῦ ἐνικοῦ.

3) ἡ λέξη μάλης (γεν.), εὔχρηστη στὴ φράση ἐς νέωτα(=τοῦ χρόνου).

4) Οἱ κλητικὲς ὦ μέλε(=καλέ μου) καὶ ὦ τᾶν(=φίλε μου).