Παρασκευή 4 Μαΐου 2007

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ (ΜΕΡΟΣ ΙV ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Η πολιτική δομή του κλασικού κόσμου ήταν ελιτίστικη.

Τόσο οι παραδοσιακοί μαρξιστές όσο και οι σημερινοί μεταμοντερνιστές μας διαβεβαιώνουν ότι οι «Έλληνες» δεν ήταν παρά μια ελίτ εκμεταλλευτών που στηρίζονταν πάνω σ’ ένα προλεταριάτο χιλιάδων Άλλων. Ναι, μολονότι οι Έλληνες επινόησαν τη δημοκρατία, οι περισσότεροι διανοούμενοι δεν είχαν σχεδόν τίποτε καλό να πουν γι’ αυτό. Ο Πλάτων, που τελικά έχασε την ψυχραιμία του και μίσησε τον αθηναϊκό όχλο, φαντάστηκε ένα απόσπασμα υπερανθρώπων που θα αναλάμβαναν ευγενικά την εξουσία χωρίς δικαιολογίες και θα χειραγωγούσαν τους λιγότερο ευφυείς, τους πιο αδαείς, τους πιο επικίνδυνους ανάμεσά τους. Έχει το θράσος να αποκαλεί τους κοινούς ανθρώπους, την εργατική τάξη που αποτελεί την σπονδυλική στήλη της δημοκρατίας, εκείνους που σκάλισαν τις μετόπες του Παρθενώνα και κωπηλατούσαν στη Σαλαμίνα, «φαλακρούς ψευτομαστορίσκους». Κακολογεί ακόμη και την αναμέτρηση στη Σαλαμίνα, τη ναυμαχία που έσωσε το δυτικό πολιτισμό. Αυτή η σύγκρουση έκανε τους Έλληνες «χειρότερους ως λαό», λέει, επειδή έγινε η αφορμή για τη δημοκρατία των ακτημόνων στην Αθήνα – των κατώτερης τάξης ναυτικών – «τη χειρότερη από όλες τις έννομες διακυβερνήσεις και την καλύτερη από όλες τις άνομες».

Εκείνος ο παράξενος Ψευδο-Ξενοφών λέει σχεδόν ότι ο αθηναϊκός πολιτισμός είναι μια καθαρή αποτυχία: ολόκληρο το καταστροφικό δημοκρατικό πείραμα είναι βέβαιη απόδειξη για το τι συμβαίνει όταν υποκρινόμαστε ότι όλοι είναι ίσοι, ενώ δεν είναι. Στο κάτω κάτω, λέει, στην Αθήνα οι δούλοι δεν πηδάνε στο χαντάκι όταν πλησιάζεις. Ο Θουκυδίδης, ο πικραμένος εξόριστος της αθηναϊκής πολιτικής, γνωρίζει πως όταν παρέχεις αφειδώς αφθονία, ισχύ και ασφάλεια σε έναν άνθρωπο, οποιονδήποτε άνθρωπο, οποιασδήποτε πολιτικής κλίσης ή θέσης ή καταγωγής, το πιο πιθανό είναι να βλάψει παρά να συντηρήσει. Αυτή είναι η φύση του ανθρώπου. Ο ιστορικός βγάζει «σκάρτη» ολόκληρη την αθηναϊκή δημοκρατική κοσμολογία – δημαγωγούς και γαλαζοαίματους, αριστοκράτες και λαϊκούς – της οποίας γράφει την ιστορία. Και μην ξεχνάτε ότι η ιστορία του ήταν εκείνη της Αθήνας του, της ισχυρότερης απ’ όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη στην καλύτερη περίοδό της. Ο Βιργίλιος επίσης γνώριζε πολύ καλά το αντίτιμο του πολιτισμού, γι’ αυτό ελπίζει τουλάχιστον ο νέος αυτοκράτορας να φέρει την ειρήνη, χωρίς να βάψει τους δρόμους της Ρώμης με περισσότερο αίμα απ’ όσο είναι απολύτως απαραίτητο. Διαβάστε ένα κεφάλαιο του Σουητώνιου ή την ιστορία μιας δεκαετίας μόνο από τον Τάκιτο – υπήρξαν και οι δύο περήφανοι Ρωμαίοι πατριώτες: χαρακτηρίζουν τους καλύτερους και τους λαμπρότερους της Ρώμης τέρατα, σαδιστές, φονιάδες και κλέφτες.

Με την πρώτη ματιά, το έργο του Σοφοκλή Αίας μας δείχνει το αναγκαίο τέλος του αριστοκρατικού, ηρωικού κόσμου και την εμφάνιση μιας πιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η απονομή της πανοπλίας του Αχιλλέα στον ευέλικτο Οδυσσέα αντί στον μονολιθικό Αίαντα σημαίνει ότι ο παλαιός, ηρωικός κόσμος του Αχιλλέα πρόκειται να αντικατασταθεί από έναν πιο έξυπνο, πραγματιστικό τρόπο ζωής, περισσότερο συντονισμένο με την κοινωνική εξίσωση της πολιτικής της Αθήνας του Σοφοκλή. Ποιος, λοιπόν, δεν ανακουφίζεται, όταν ο Αίας – ο υβριστής, φονικός, εκδικητικός, κτηνώδης, ολότελα απρόβλεπτος Αίας, που εκτός των άλλων κακομεταχειρίζεται και τη γυναίκα του – ρίχνεται πάνω στο ξίφος του μπροστά στα μάτια του κοινού; Ας πάει να χαθεί αυτή η «απασφαλισμένη χειροβομβίδα». Όταν η απλοϊκή ηθική του δεν λειτουργεί πια, όταν δεν έχει πια σημασία ποιοι είναι οι φίλοι ή οι εχθροί του ή πώς τους φέρεται, τι του μένει για να ζήσει;

Ωστόσο ακόμη κι εδώ το μήνυμα του Σοφοκλή δεν είναι ξεκάθαρο, δεν είναι μειωτικό. Ο Αίας αυτοκτονεί στα μισά του έργου. Μαζί του πεθαίνει κι ένα μεγάλο μέρος του λυρισμού του έργου, καθώς το μεγαλύτερο κομμάτι της δυνατής ποίησης εκφράζεται από το στόμα αυτού του καταδικασμένου «μπουνταλά». Μένουμε με μισό έργο γεμάτο με διοικητικά παζαρέματα σχετικά με την ταφή του, διαφωνία που τελικά κερδίζεται από τον συμβιβαστικό και δειλό υπαλληλίσκο, τον Οδυσσέα, που μισούσε και φοβόταν τον Αίαντα όσο ήταν σωστό να τον μισεί. Τώρα είναι η ώρα να θαφτεί το παρελθόν. Τούτος είναι ο νέος κόσμος, ο αθηναϊκός, που περιείχε και καλά και κακά, ένας κόσμος δημοσίων συζητήσεων, πολιτικής, συμβιβασμού, ισονομίας και λήψης πρακτικών αποφάσεων, ο θρίαμβος του κατ’ εξοχήν ομαδικού παίκτη.

Τέτοιος είναι και ο δικός μας κόσμος, και δεν είναι κακός. Ίσως. Ωστόσο ο Αίας κυριαρχεί ακόμη στο έργο, τραβάει την προσοχή μας και διεγείρει τα συναισθήματά μας, έστω κι αν οι αρχές του καταστρέφουν εκείνους που αγαπούσε. Είναι ο αποφασισμένος στρατηγός Πάτον ή ο στρατηγός Λεμέι, τον οποίο θέλεις στο πλάι σου μπροστά στα τείχη της Τροίας, για να τον ταπεινώσεις και να τον ξαναχώσεις με το ζόρι στη σκηνή του, όταν έρχεται η ώρα να το παίξεις πολιτισμένος και να παζαρέψεις τα λάφυρα. Με το θάνατο του Αίαντα χάσαμε κάτι μεγάλο. Άγριο και απλοϊκό; Ναι. Ενοχλητικό; Βεβαίως. Ταυτόχρονα όμως ήταν ευγενές και επιβλητικό. Ο Αίας πίστευε σε κάτι πέρα από την προσωπική του μοίρα, απαιτούσε έναν κόσμο με τους δικούς του όρους. Για το ηρωικό μυαλό του, ο φίλος είναι φίλος και ο εχθρός εχθρός, τα λόγια ωχριούν μπροστά στις πράξεις, και τίποτα δεν ζωγραφίζεται με αποχρώσεις του γκρίζου. Ο Οδυσσέας που έχει δίκιο σχετικά με την ταφή, εξακολουθεί να ανησυχεί κυρίως για τη δική του ζωή, για τη δική του επιτυχία. Σ’ αυτή τη «νίκη» για τη δημοκρατία, ο Σοφοκλής υποστηρίζει παράλληλα ότι η πολιτική και ηθική εξέλιξη δεν έρχεται χωρίς απώλειες. Τείνουμε να πιστέψουμε ότι ο ποιητής προτιμάει τον παλιό, ανεφάρμοστο κόσμο των πολεμιστών, την παράφορη ομάδα του Αίαντα, από το δικό του Χρυσό Αιώνα της δημοκρατικής ισότητας – και πεζότητας. Ποιο νόημα, λοιπόν, βγαίνει από το έργο; Μια έντιμη εξέταση της προόδου στη θέση της παράδοσης, του ασυνήθιστου έναντι της ομοιομορφίας, του ιδεαλισμού σε αντιπαράθεση με τον πραγματισμό, του απόλυτου έναντι του σχετικού, της φύσης των αρχών έναντι του εγωισμού, όλα οδηγούν στη δυσάρεστη υπόδειξη ότι αυτό που μας αρέσει και που θαυμάζουμε δεν είναι πάντα αυτό που μπορούμε – και έπρεπε – να έχουμε.

Ωστόσο, οι Έλληνες στοχαστές και επικριτές της ριζοσπαστικής ισονομίας ήταν και οι ίδιοι προϊόν μιας κοινωνίας μέσων ανθρώπων. Κατά συνέπεια, ακόμη και οι συντηρητικοί δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από τις ισονομικές βάσεις του ίδιου τους του πολιτισμού. Η αρχική ελληνική πόλη-κράτος αναδύθηκε από την αφάνεια των Σκοτεινών Αιώνων τον όγδοο π.Χ. αιώνα ως θεσμός (ο Αριστοτέλης την αποκάλεσε «τιμοκρατία» που «θέτει το λαό στην αρχή και όλοι όσοι έχουν την ίδια περιουσία είναι μεταξύ τους ίσοι») που προστάτευε μια νέα τάξη μικροκτηματιών αγροτών, βαριά οπλισμένων πεζών και γαιοκτημόνων πολιτών, που ήταν αντίθετοι στη μοναρχία, δύσπιστοι στην αυταρχία, καχύποπτοι προς την αριστοκρατία και αποφασισμένοι να δευρύνουν την ολιγαρχία. Τα αγροκτήματα είχαν ίσο και μικρό μέγεθος, ενώ οι θέσεις στη φάλαγγα ήταν όμοιες μεταξύ τους όπως οι θέσεις στην αίθουσα της Βουλής. Κατά συνέπεια, η δημοκρατία δεν υπήρξε πάντα αντίθετη στην τυραννία αλλά μάλλον στην τιμοκρατία των γαιοκτημόνων, ήταν μια κίνηση όχι προς τη δημιουργία ενός σώματος ελευθέρων πολιτών αλλά προς την αύξηση μιας ήδη υπάρχουσας ελεύθερης και ισόνομης τάξης. Όταν οι υποστηρικτές της παράδοσης, όπως ο Θουκυδίδης και ο Αριστοτέλης, είδαν την καταπίεση της αθηναϊκής ηγεμονίας, τους συνεχείς σκοτωμούς του Πελοποννησιακού Πολέμου, τη θανάτωση του Σωκράτη και τη σχέση μεταξύ των δημοσίων έργων στην πατρίδα και της εθνικιστικής επέκτασης στο εξωτερικό, κατέληξαν να μισήσουν το κομφούζιο της αθηναϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, και από αντίδραση λαχταρούσαν τις παλιές χαμένες πολιτείες των απομονωτιστών και τοπικιστών οπλιτών στρατιωτών. Οι Έλληνες που ήταν αντίθετοι στη δημοκρατία, λοιπόν, δεν ήταν όλοι ελιτιστές΄ άνθρωποι όπως ο Θουκυδίδης και ο Αριστοτέλης δεν επιθυμούσαν την αριστοκρατία ούτε τη στενή ολιγαρχία.

Είναι αλήθεια ότι η αθηναϊκή δημοκρατία – η τελική έκφανση της εξελισσόμενης συνταγματικής παράδοσης της ελληνικής πόλης – έκανε μακρύτερους, πιο άγριους και πιο συχνούς πολέμους από οποιαδήποτε άλλη πολιτεία της εποχής. Εξουσία στο λαό σημαίνει ακριβώς αυτό. Οι σκοτεινές επιθυμίες του μεταφράζονται αμέσως σε τριήρεις και πολιορκίες. Ο πληθυσμός, και κατά συνέπεια ο στρατός, μεγαλώνει. Εμφανίζεται ένας ολόκληρος ενωμένος λαός που μπορεί να κάνει ή να μην κάνει πόλεμο, ανάλογα με τις επιθυμίες του. Η εξουσία του λαού διευκολύνει τον οργανωμένο φόνο. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Ηρόδοτος έγραψε ότι ήταν ευκολότερο να πείσει κάποιος 30,000 ψηφοφόρους πολίτες στην Αθήνα να πάνε στον πόλεμο απ’ ό,τι να πείσει έναν και μόνο άντρα στην ολιγαρχική Σπάρτη. Για τους Έλληνες φιλοσόφους, που είχαν πολύ πιο απαισιόδοξη άποψη για την ανθρώπινη φύση απ’ ό,τι εμείς, η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μια ιδέα που τους προκαλούσε τρόμο, μια ανησυχητική σκέψη ότι οι πολεμικές φιλοδοξίες του ανθρώπου που περπατούσε στο δρόμο θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σχεδόν άμεσα και χειροπιαστά στο πεδίο της μάχης. Περισσότεροι Έλληνες σκοτώθηκαν πολεμώντας υπέρ ή κατά της επιθετικής και δημοκρατικής Αθήνας απ’ όσοι σε όλη την υπόλοιπη ιστορία των πολέμων της κλασικής πόλης-κράτους.


Οι Έλληνες είναι δέσμιοι της λογικής, χωρίς το φυσικό αυθορμητισμό και την ελαφράδα άλλων πολιτισμών. Οι Έλληνες είναι υπεύθυνοι για το ότι κληροδότησαν στους Δυτικούς απογόνους τους το βαρύ φορτίο του ορθολογισμού, που έχει οδηγήσει μόνο στο «διά ταύτα» κι έχει αφαιρέσει τη μυστηριακή χαρά του ανεξήγητου από τη ζωή. Εμείς που μελετάμε τους Έλληνες πιστεύουμε λανθασμένα ότι η αλήθεια και οι αξίες είναι απόλυτες και αμετάβλητες και όχι απλά κατασκευάσματα εκείνων που κατέχουν την εξουσία.

Οι οπαδοί της πολυπολιτισμικότητας υποστηρίζουν, συχνά με μια τάση πατροναρίσματος, ότι εμείς στη Δύση δεν εκτιμούμε άλλα αυτόχθονα συστήματα πραγμάτευσης και λογικής, ότι είμαστε τόσο βεβαρημένοι με τις ελληνικές αντιλήψεις της «γραμμικής» σκέψης, του θετικισμού και του εμπειρισμού, που μας περιορίζει η ανόητη αντίληψη πως ένα κείμενο εννοεί ό,τι λέει και πως το ειλικρινές γράψιμο μπορεί, πάνω κάτω, να περιγράψει μια πραγματικότητα.

Ούτε μπορεί το νόημα να παραπεμφθεί σε αναφορές εκτός κειμένου, γιατί η ανάλυση υποστηρίζει επίσης ότι η διατεινόμενη αναφορικότητα ενός κειμένου είναι μη απλουστεύσιμα μεταφορική, βασισμένη σε μια διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού που αποδεικνύεται επίσης ότι είναι λογική κατασκευή. Όλα τα κείμενα, τόσο τα συμβολικά όσο και τα δήθεν περιγραφικά, ανάγονται στο επίπεδο ρητορικών πράξεων που πασχίζουν να αρνηθούν τη ρητορική τους ταυτότητα στην αναζήτηση μιας φευγαλέας αναφορικότητας ή «αλήθειας». Στο φιλοσοφικό πλαίσιο, αυτή η τεχνική της ανάγνωσης, με την έμφασή της στη μη απλουστεύσιμη ρητορικότητα ή «πιστότητα» του κειμένου, αποσταθεροποιεί τις κεντρικές θεμελιακές υποθέσεις της συμβατικής δυτικής μεταφυσικής όπως το «ον», το «είναι» και το «ταυτόν». (Barbara Goff, «Εισαγωγή» στο Barbara Goff, History, Tragedy, Theory, Dialogues on Athenian Drama, Όστιν, 1995, σ. 2)

Αν το βιβλίο της καθηγήτριας Γκοφ είναι κι αυτό μια απλή «ρητορική πράξη» και επομένως δεν έχει καμιά σχέση με οποιαδήποτε αλήθεια περί της αρχαίας τραγωδίας, γιατί να το διαβάσουμε; Αφού η γλώσσα του δεν παρέχει ψυχαγωγία και δεν «αποσταθεροποιεί» τίποτα, επί πλέον χρησιμοποιεί στην επιχειρηματολογία του το οικοδόμημα της «δυτικής μεταφυσικής», η συλλογή τέτοιων δοκιμίων είναι στην καλύτερη περίπτωση κακόγουστο αστείο και στη χειρότερη υποκριτικό μέχρι το μεδούλι. Υποψιαζόμαστε ότι οι παριστάμενοι στο συνέδριό της βρίσκονταν «όν»τως εκεί με καρτελάκια «ταυτό»τητας στο στήθος και έφεραν το «είναι» τους στο δείπνο.

Ναι, οι Έλληνες πρώτοι μας δίδαξαν πώς να αναλύουμε τον κόσμο με τη λογική, αλλά μας είπαν επίσης ότι πρέπει να αναγνωρίζουμε και μετά, κάποιες φορές απρόθυμα κάποιες άλλες χαρούμενα, να ενδίδουμε στη δύναμη του παράλογου των θαυμαστών πραγμάτων που δεν μπορούμε πάντα να δούμε, να ακούσουμε ή να αποδείξουμε. Η ταυτόχρονη δημιουργία του Διαφωτισμού και της ρομαντικής αντίδρασης σ’ αυτόν δεν είναι εύκολη δουλειά. Ο Απόλλων, ο θεός του ορθολογισμού και του μέτρου, παραδίδει το ναό του στο Διόνυσο για τρεις μήνες κάθε χειμώνα. Ο Διόνυσος, ο θεός του παραλογισμού, της έκστασης και της απελευθέρωσης, πρέπει να πάρει το μερτικό του ως η ανεξιχνίαστη δύναμη που με κάποιο τρόπο κάνει τους χυμούς να κυλάνε στις φλέβες των φυτών και των ζώων. Ο Πενθεύς, ο θρυλικός βασιλιάς των Θηβών, προσπαθεί να αρνηθεί τη θεϊκότητα, τη δύναμη, ακόμη και την ίδια την ύπαρξη αυτού του «νέου» θεού. Συντρίβεται και υποκύπτει στις δικές του απωθημένες παράλογες επιθυμίες και τελικά ξεσκίζεται από τη μαινόμενη μητέρα του.

Το παράλογο είναι πάντα επικίνδυνο, αλλά είναι ενσωματωμένο στη φύση μας΄ ακόμη και ο Πλάτων το κάνει να είναι το ένα τρίτον και μερικές φορές τα δύο τρίτα της ψυχής μας. Το άνομο πάθος της Φαίδρας για τον πρόγονό της Ιππόλυτο πρέπει να καταλήξει στην καταστροφή ολόκληρης της οικογένειας, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνο που αρχίζει την καταστροφική αλυσίδα των γεγονότων είναι η συνειδητή και πλήρης απόρριψη της Αφροδίτης, του Πάθους, από τον Ιππόλυτο. Η Αφροδίτη δεν θέλει παρά λίγη αναγνώριση – ή έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται -, αλλά πώς μπορεί ο Ιππόλυτος (με τα «μεγάλα, χοντρά βιβλία του») να αφιερωθεί στη σεξουαλική αγνότητα της Άρτεμης (παράξενη επιθυμία για άντρα στον κλασικό κόσμο) και ταυτόχρονα να αναγνωρίσει τη σημασία του σεξ; Είναι η αυτάρεσκη σεμνοτυφία το ίδιο κακή με την παράδοση στο κάλεσμα του Έρωτα; Τα «εγώ», «αυτό» και «υπερεγώ» είναι διάσπαρτα στις σελίδες της κλασικής λογοτεχνίας, απαιτώντας να εξετάσουμε τις αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες όψεις της ανθρώπινης φύσης. Δεν είναι σύμπτωση που ο Φρόιντ και ο Μαρξ – επικριτές και οι δύο της δυτικής κοινωνίας – ήταν κλασικιστές «της πολυθρόνας» που χρησιμοποίησαν αυτήν ακριβώς την παιδεία τους στις επιθέσεις τους.

Η παράδοση της αυτοκριτικής, της ανάλυσης του ποιοι είμαστε, πώς ζούμε, τι πιστεύουμε και σε τι δίνουμε αξία, είναι η πηγή της δυτικής προόδου. Στους Έλληνες και στους Ρωμαίους οφείλουμε τη σταθερή αναρώτησή μας: Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί το κάνουμε με αυτό τον τρόπο; Υπάρχει καλύτερος τρόπος; Είναι η κοινωνία μας πράγματι ηθική; Κληρονομήσαμε αυτά τα ερωτήματα από τον Προμηθέα, την ερευνητική μας ευφυΐα, την «προνοητικότητά» μας, που μας έσωσε από τη ζωώδη ύπαρξη φέρνοντάς μας «φωτιά»: επιστήμη, δεξιότητες, κοινότητες, τεχνολογία. Και συχνά, όταν αγγίζουμε τα όρια της λογικής μας, στρεφόμαστε στην πίστη, στη θρησκεία και στο μυστικισμό.

Για εκείνους από σας που επικρίνουν αυτό το «δυτικό πρότυπο» της προόδου, του συνεχώς ανικανοποίητου, του δυναμισμού που είναι καρπός του ορθολογισμού, του άσκοπου γκρεμίσματος και ξαναχτισίματος από την αρχή, που υποστηρίζουν ότι η ασταμάτητη «φαγούρα» μας για προχώρημα δεν έχει φέρει την ευτυχία, δεν έχει βελτιώσει τη ζωή μας, έχουμε μια προειδοποίηση: οι Έλληνες ήταν εκεί, πολύ πριν από σας. Για κάθε μύθο του Αισχύλου σχετικά με τον Προμηθέα και την πρόοδο του πολιτισμού, υπάρχει ένας μύθος του Ησιόδου για τα Γένη, μια ειρωνική ωδή του Σοφοκλή για την πρόοδο, μια πρωτογονική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής που βλέπει εκφυλισμό και όχι βελτίωση με την πάροδο του χρόνου. Το Χρυσό Γένος έχει παρέλθει, όπως το Αργυρό και το Χάλκινο, η εποχή των ηρώων και των ημιθέων έχει χαθεί. Εμείς είμαστε το Σιδερένιο Γένος, σε εποχή ηθικής παρακμής. «Μακάρι εγώ μαζί να μην ήμουνα με τους πέμπτους ανθρώπους», τραγουδάει ο Ησίοδος, «αλλά ή πριν να είχα πεθάνει ή μετά να γεννιόμουν, γιατί τώρα το γένος είναι σιδερένιο΄ ώστε τη μέρα δεν θα πάψουν απ’ τον κόπο κι απ’ τον πόνο, ούτε τη νύχτα να σβήνουν΄ κι οι θεοί θα τους δίνουν βαριά βάσανα» [Έργα και Ημέραι, 174-178].

Ίσως ο κόσμος να τελειώσει σύντομα, συλλογίζονταν οι Έλληνες. Ίσως η ζωή να είναι κυκλική και ένα άλλο Χρυσό Γένος να περιμένει. Για το κοινό του Ομήρου ίσως το καταπράσινο και παρθένο νησί του Κύκλωπα, η αισθησιακή κρυψώνα της Καλυψούς ή η γεμάτη ανθρωπιά παραμυθένια χώρα του βασιλιά Αλκίνοου να είναι προτιμότερα από τις αίθουσες του μεθυσιού και τα χοιροστάσια της πολιτισμένης Ιθάκης. Τέτοιου είδους αποκαλυπτικά οράματα αποτελούν το κέντρο του ιουδαιοχριστιανικού επίσης οράματος της ζωής, ή όχι; Οι Έλληνες μας έδωσαν την πρόοδο και μετά μας προειδοποίησαν ότι μπορεί να εκφυλιστεί και να μην είναι πρόοδος. Η επιστήμη και η μάθηση έχουν το αντίτιμό τους, καθώς μας οδηγούν όλο και πιο μακριά από τη μήτρα της φύσης. Μια από τις μεγαλύτερες συκοφαντίες εναντίον της κλασικής αρχαιότητας είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες (αντίθετα από μας) δεν αντιλήφθηκαν το αντίτιμο που έπρεπε να πληρωθεί για την πορεία της προόδου, για τη διευθέτηση του κόσμου σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής μάλλον παρά του συναισθήματος ή της πίστης. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρχε λόγος που ο Σοφοκλής αποκάλεσε τα θαύματα του πολιτισμού δεινά, τα διφορούμενα «τρομερά».

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν υπήρξαν κατά καμία έννοια ηθικοί ή διανοητικοί υπεράνθρωποι που πάντα ακολουθούσαν αυτό που κήρυτταν. Μπορεί να μας κληροδότησαν την επιθυμία για αυτοανάλυση και να μας έδωσαν και τα εργαλεία για να επιτύχουμε αυτή την εξέταση, αλλά δεν τους άρεσε πάντα η κριτική και συχνά απεχθάνονταν τον κριτή. Το αντίτιμο που έχει πληρώσει η δυτική κοινωνία για την ανοιχτή πρόσκλησή της στην κριτική είναι βαρύ: αστάθεια, πόλεμοι, επανάσταση, μάρτυρες, κύκλοι ψευδομάθησης, διάψευση, κι ακόμη περισσότερες διανοητικές μόδες, ψεύτικη γνώση και «λόξες». Κάθε φορά που ένας Δυτικός πηγαίνει στον πόλεμο, που επιδιώκει να ανακαλύψει μια νέα ήπειρο ή που προβληματίζεται για άτομα και μόρια, ο κόσμος – ιδίως οι φιλειρηνικοί άνθρωποι σε μακρινές αχυροκαλύβες – καλά θα κάνει να έχει το νου του. Οι συνεχείς συζητήσεις, η διαφωνία, η δημιουργία και το γκρέμισμα προς αναζήτηση καλύτερου τρόπου αποτελούν την καρδιά των ελεύθερων αγορών μας, αλλά είναι επίσης δαπανηρά και ενοχλητικά, μερικές φορές και μοιραία. Οι αρχαίοι που ξεκίνησαν αυτή την αγορά των ιδεών κουβαλούσαν το ίδιο φορτίο με μας. Ο Ηρόδοτος, όπως εμείς, μερικές φορές κουραζόταν από την οχλοβοή της Δύσης και συχνά έβλεπε πράγματα στην Ανατολή που μάλλον του άρεσαν.

Ακόμη και οι Αθηναίοι, που ήταν τόσο ανεκτικοί, είχαν τα όριά τους. Ο Αναξαγόρας, ο πρώτος φιλόσοφος που έζησε στην Αθήνα, και ο Πρωταγόρας, ο πονηρός σοφιστής, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη. Ο Σωκράτης, ο μεγαλύτερος ερευνητής όλων, προτίμησε τη θανατική ποινή από την εξορία. Η βίαιη αποπομπή του Θουκυδίδη μπορεί να υπήρξε αιτία της εξαιρετικής του Ιστορίας. Υπήρχαν πολιτικοί λόγοι που ο Αρχίλοχος, ο Ξενοφών και ο Ηρόδοτος δεν έζησαν πολύ ή δεν πέθαναν εκεί που γεννήθηκαν. Ο Ρωμαίος Οβίδιος πρόσβαλε τον Αύγουστο με τον μη «πολιτικά ορθό» στίχο του και εξορίστηκε στη Μαύρη Θάλασσα για την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Ο Πετρώνιος, ο Σενέκας και ο Λουκιανός πέθαναν όλοι επειδή ήταν πολύ ταλαντούχοι και ντόμπροι για τα γούστα του Νέρωνα. Τα έργα του Ευριπίδη υπήρξαν προκλητικότατα έναντι των παραδοσιακών αντιλήψεων περί θεών, μύθων, κυβερνητών, πολιτικών, αλλά και του ίδιου του δράματος. Κάθε χρόνο τα έργα του επιλέγονταν για να συμμετέχουν στους δραματικούς αγώνες – κάτι που αποτελούσε τιμή από μόνο του – κι όμως κάθε χρόνο τα έργα του έρχονταν δεύτερα ή τρίτα. Νίκησε μόνο τέσσερις φορές σ΄ όλη του τη ζωή, απέκτησε τη φήμη του μισογύνη, ίσως να κατηγορήθηκε για ασέβεια και, απογοητευμένος από την υποδοχή του στην Αθήνα, πέρασε τελικά τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του στη βάρβαρη και βασιλική Μακεδονία (όπου, σύμφωνα με τις φήμες, ξεσκίστηκε από τα βασιλικά κυνηγόσκυλα). Όπως και του Σωκράτη, η ιδιοφυΐα του Ευριπίδη γελοιοποιήθηκε από τον Αριστοφάνη, προφανώς υπό τα χειροκροτήματα των περισσότερων από τους συγχρόνους του. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων έθεσαν αμφότεροι τη ζωή τους σε κίνδυνο συμβουλεύοντας Έλληνες που δεν μπορούσαν να «χωνέψουν» το μήνυμα ή τη φήμη τους, κι άκουσαν αμφότεροι αρκετούς σοφιστικούς ελέγχους περί «φευγαλέας αναφορικότητας ή ‘αλήθειας’». Ωστόσο, οι ελεύθεροι αυτοί στοχαστές στα γραπτά τους καθρεφτίζουν δυσαρέσκεια προς τους επικριτές τους: αμφότεροι θα ήταν ανεπιθύμητοι αποστάτες στις ίδιες τους τις ουτοπίες, αν ποτέ αποκτούσαν σάρκα και οστά τα πολιτεύματα της Πολιτείας ή των Πολιτικών.

Με τα χρόνια (κατά περιστάσεις με τις χιλιετίες), μετά από οδυνηρή εξέταση, κάποιες ιδέες απορρίπτονται ως ελάσσονος σημασίας ή λανθασμένες: μεταξύ αυτών, όπως φαίνεται τώρα, η δουλεία, η δευτέρας κατηγορίας πολιτική θέση των γυναικών ή ακόμη και οι αποφασιστικής σημασίας πόλεμοι. Νέες ιδέες, ακόμη και νέοι άνθρωποι απ’ έξω μπορεί να ενσωματωθούν, αλλά και πάλι αυτό μπορεί να πάρει πάρα πολύ καιρό και να γίνει για λάθος λόγους. Ο μοχθηρός αυτοκράτορας Καρακάλλας, λόγου χάρη, διψώντας για αύξηση των φορολογικών εσόδων, ήταν ο πρώτος που διακήρυξε το οικουμενικό δικαίωμα της υπηκοότητας για όλους τους ελεύθερους κατοίκους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας – ανεξάρτητα από φυλή, εθνικότητα, γλώσσα ή τόπο γέννησης. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι έμαθαν πολλά γύρω από την αστρονομία, την τέχνη, την αρχιτεκτονική και τις κοινωνικές συνήθειες από άλλα έθνη. Αφομοίωσαν επίσης ξένες θρησκευτικές ιδέες, μολονότι ήταν αρχικά μη ανεκτικοί με τους μη ανεκτικούς (όπως οι χριστιανοί). Ωστόσο, εντελώς ξένα προς το κλασικό πνεύμα είναι η κατάπνιξη της διαφωνίας, η απόρριψη της αυτοκριτικής ή η ιδέα ότι η ενσωμάτωση των ιδεών των άλλων είναι μειωτική.

Οι επικριτές της κυριαρχίας της δυτικής γραμματείας κατευθύνουν τώρα πολύ συχνά το δηλητήριό τους εναντίον του λεγόμενου γραμματειακού Κανόνα, επιχειρηματολογώντας για ένα πιο περιεκτικό κατάλογο των έργων για μελέτη από τους φοιτητές των πανεπιστημίων – ασυνήθιστα λογοτεχνικά είδη των γραπτών, προφορικών οπτικών μέσων από γυναίκες και εγχρώμους έξω από την ευρωπαϊκή εμπειρία. Ως επί το πλείστον, η επίθεσή τους εναντίον μιας στατικής, άκαμπτης αντίληψης περί Μεγάλων Βιβλίων είναι παραπλανητική. Οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί υπήρξαν πρωτοπόροι στη μελέτη, εκτίμηση και διάσωση της ιστορίας, της τέχνης και της λογοτεχνίας άλλων πολιτισμών – το ενδιαφέρον για την ιστορική παράδοση των «ξένων» είναι σχεδόν ανύπαρκτο στις περισσότερες μη δυτικές κοινωνίες.

Οι πιο «ακαλλιέργητες» καλλιτεχνικά και πολιτιστικά περίοδοι της αρχαιότητας είναι η Ελληνιστική περίοδος στην Ελλάδα και η περίοδος της Αυτοκρατορίας στη Ρώμη, όταν η έντιμη αυτοεξέταση αποθαρρυνόταν ή εμποδιζόταν από την αυτοκρατορική κηδεμονία και την τυραννική εποπτεία. Η απώλεια των «χλιαρών» Νέων Κωμωδιών του Μένανδρου και των περισσότερων βιβλίων του Καλλίμαχου (το έργο του ήταν συγκεντρωμένο σε περισσότερους από 800 τόμους) δεν είναι και τόσο τραγική όσο θα ήθελαν να πιστέψετε οι φιλόδοξοι ελληνιστές. Ο Βιργίλιος πέθανε έγκαιρα. Ο Οράτιος δεν κατάφερε να ξεφύγει εντελώς (το τελευταίο βιβλίο από τις Ωδές του δείχνει την πίεση κάτω από την οποία βρισκόταν), και ο Οβίδιος πέθανε στην αφάνεια. Μετά από αυτούς, με την εξαίρεση ελάχιστων μεμονωμένων ιδιοφυϊών όπως ο Τάκιτος, ο Πετρώνιος ή ο Γιουβενάλης, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, χρησιμοποιούν το ταλέντο τους για να στηλιτεύσουν την παρακμή της εποχής τους, έχουμε κυρίως σαβούρα, σκαρταδούρα και εκβράσματα από το ναυάγιο του κλασικού πολιτισμού.

Οι κλασικιστές υπεραμύνονται τώρα του Ελληνιστικού κόσμου λέγοντας ότι επρόκειτο για μια γοητευτική, πολυπολιτισμική και ποικίλη φαντασμαγορία γεμάτη μαγεία και μυστικισμό, ξεχνώντας πολύ βολικά την υλική υποδομή αυτού του ασταθούς οικοδομήματος. Αν όμως γράφονταν δύο μόνο βιβλία πάνω στις δύο βασικές δραστηριότητες κάθε προβιομηχανικής κοινωνίας – ελληνιστική γεωργία και ελληνιστική πολεμική τέχνη – όλη η λάμψη και η αίγλη θα ξεθώριαζε. Μετά την παρακμή της πόλεως και της τριάδας της, μικροκτηματίας-στρατιωτικός-ψηφοφόρος πολίτης, ο πληθυσμός φορολογούνταν όπως ποτέ πριν για να εξυπηρετηθεί η στρατιωτική μεγαλομανία μερικών φονιάδων και τυράννων και για να πληρωθούν οι ελέφαντες, οι μισθοφόροι, οι καταπέλτες και οι πολιορκίες τους. Οι φόροι όμως οδήγησαν στην εξαφάνιση των μικροκτηματιών, στην εμφάνιση της εταιρικής γεωργίας, στην ερήμωση της υπαίθρου και στην ανεπάρκεια στην παραγωγή τροφίμων. Η ιστορία των λιμών, των επαναστάσεων και της βίαιης πάλης των τάξεων στον αρχαίο κόσμο είναι κυρίως φαινόμενα πριν και μετά την πόλιν. Καθώς ο ελληνιστικός κόσμος κυνηγούσε την ουρά του, οι αγρότες χρεοκόπησαν πληρώνοντας φόρους, έπειτα άρχισαν να «νοικιάζουν» τους εαυτούς τους ως μισθοφόρους και μετά βρήκαν ελάχιστους κτηματίες ικανούς να τους πληρώσουν. Χρεοκοπημένοι αγρότες άφηναν τα κατεστραμμένα αγροκτήματά τους και πήγαιναν στην πόλη, μόνο και μόνο για να πεθάνουν της πείνας, όταν η εταιρική σοδειά ή και το ίδιο το δημόσιο βοήθημα σε τροφή δεν επαρκούσαν, ενώ το επίπεδο της εκμετάλλευσης των πολλών έφτασε σε διαστάσεις που δεν είχαν ξαναεμφανιστεί από τις ζοφερές εποχές της προϊστορίας. Δεν είναι λοιπόν άξιο απορίας το ότι η λογοτεχνία που παρήγαγε ένα τέτοιο σύστημα ήταν στενή, αυτάρεσκη, δασκαλίστικη, περιττολογική και δουλοπρεπής – κι επομένως ιδιαίτερα συμπαθής πλέον στο σύγχρονο ακαδημαϊκό κλασικιστή που, παραβλέποντας το γενικό υλικό χάος (αρχαίο και σύγχρονο), εντοπίζει πρόθυμα κάποια μεμονωμένη χειραφετημένη βασίλισσα της Ελληνιστικής περιόδου ή κάποιο «έγχρωμο άτομο» που δεν είναι Έλληνας, οι οποίοι έγραφαν στα Ελληνικά.

Η μεταγενέστερη αρχαία ειδωλολατρική γραμματεία απέκτησε κι αυτή τους πιστούς της. Οι κλασικιστές δοξολογούν τώρα τα άτονα έπη, τις αποσπασματικές νουβέλες, τα κωμικά ανέκδοτα και τους ονειροκρίτες τα οποία, πολύ σοφά, οι λόγιοι των περασμένων δύο χιλιετιών είχαν προσπεράσει. Ο Βαλέριος Φλάκκος και τα Ονειροκριτικά έχουν κάποια καλά σημεία, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να περιμένουν άλλους είκοσι αιώνες χωρίς να λείψουν σε κανέναν. Το συναρπαστικό μέρος της ύστερης αρχαιότητας ήταν, βεβαίως, η μεγάλη επανεξέταση της ζωής και των αξιών από και εξαιτίας του χριστιανισμού. Στις πρώιμες εκδηλώσεις του, τουλάχιστον, ο χριστιανισμός υπήρξε κλασικός, αναμφισβήτητα δυτικός στο πνεύμα. Αυτή η παράδοση θα μπορούσε να ωφεληθεί από μια επανεπένδυση στις κλασικές της ρίζες, μια κριτική αυτοεξέταση των αξιών και των αρχών πάνω στις οποίες βασιζόταν κάποτε και από τις οποίες μετατοπίστηκε, ωστόσο τώρα παγιδεύτηκε μεταξύ των φονταμενταλιστών παλαβιάρηδων από τη μία και των ψευδοθεολόγων της απελευθέρωσης από την άλλη.

Το Κτήνος υπήρχε πάντα μεταξύ των Ελλήνων, αλλά υπήρχαν συνήθως αρκετοί Έλληνες που το αναγνώριζαν ως τέτοιο – τόσο το χειρότερο για τους τυράννους, τους αυταρχικούς και τους αντιδραστικούς. Εκείνοι οι κριτικοί και σκεπτικιστές, κι όχι οι πολυάριθμοι αυλοκόλακες και τσανακογλείφτες, καθόρισαν το ηθικό πλαίσιο της λογοτεχνικής έκφρασης, κι έτσι καταδίκασαν όλους όσοι μέσα στα επόμενα δυόμισι χιλιάδες χρόνια θα αποδέχονταν την κοινωνία όπως είναι, αντί γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι. Οι μεγαλύτεροι από τους Ρωμαίους ποιητές – Βιργίλιος, Οράτιος και Οβίδιος – μας κάνουν συχνά να νιώθουμε άβολα. Λίγοι διαβάζουν πια τον Βαλέριο Μάξιμο, που αφιέρωσε την επιτηδευμένη συλλογή του από τετριμμένα αποφθέγματα στον αυτοκράτορα Τιβέριο, και πολύ καλά κάνουν.

Ένα τελευταίο οξύμωρο; Τα ίδια ακριβώς εργαλεία που χρησιμοποιούν οι σημερινοί επικριτές για να διαλύσουν το δυτικό πολιτισμό και να αρνηθούν στους Έλληνες τα τέκνα τους, είναι, αναπόφευκτα, δυτικά. Κανένας μεταμοντερνιστής δεν προχωρεί στην επίθεσή του εναντίον της «ελιτίστικης εκδοχής της επιστήμης», χωρίς να καταφύγει σε μια ορθολογική ανάλυση βασισμένη σε αποδείξεις, δεδομένα, παραδείγματα και λογική, ολόκληρο δηλαδή τον ελληνικό τρόπο τυπικής λοιδορίας και φιλοσοφικής αντίκρουσης. Για να δομήσει με επιτυχία το ευφυές αίτημά του για επιστημονική άδεια ενός έτους μετ’ αποδοχών ή την καταπληκτική του πρόταση για έρευνα, ο αποδομιστικός κλασικιστής δεν μνημονεύει τον Θεό, δεν βάζει υποσημειώσεις από λόγια του Προέδρου, δεν παραθέτει ρήσεις του Πρύτανη, δεν ισχυρίζεται ότι του έγινε υπερφυσική αποκάλυψη ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, δεν ξεσπάει σε θρησκευτικές υμνολογίες, δεν μοιράζει κασέτες, δεν αρχίζει να χορεύει, ούτε προειδοποιεί ανοιχτά τους απίστους για μακελειό. Κανένας οπαδός της πολυπολιτισμικότητας δεν θεωρεί ότι οι ακαδημαϊκές ελευθερίες είναι καταπιεστικός θεσμός, ότι η αντίληψή του για ένα πανεπιστήμιο ανεξάρτητο από εκκλησία και κυβέρνηση είναι ενοχλητική ή ότι η παρουσίαση της έρευνας και της γνώμης του σε επιστημονικά περιοδικά, όπου κρίνονται από συναδέλφους του και δεν υφίστανται κρατική λογοκρισία, είναι «ηγεμονική», «πατριαρχική», «σεξιστική» ή «ρατσιστική».

Οι ριζοσπαστικές φεμινίστριες μπορεί να επικρίνουν τη γραμμική και θετικιστική προσέγγιση του δυτικού ορθολογισμού, όταν όμως παίρνουν το αεροπλάνο για να πάνε εκεί που θα μιλήσουν για τέτοιου είδους καταπιέσεις, θεωρούν δεδομένο ότι ο ίδιος τυραννικός τρόπος μαθηματικής και τεχνολογικής έρευνας εξασφαλίζει ότι οι κινητήρες του τζετ και τα όργανα πλεύσης του θα λειτουργούν. Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το αρχιτεκτόνημα πάνω στο οποίο κάθεται ο πανεπιστημιακός κριτής είναι δυτικό μέχρι το μεδούλι, από τη βιβλιοθήκη μέχρι το πρόγραμμα σπουδών, από την πολύπλοκη διαδικασία πρόσληψης, παραμονής, θητείας και προαγωγής του καθηγητικού προσωπικού μέχρι τα φώτα της αίθουσας των συνεδρίων που ανάβουν με το πάτημα ενός κουμπιού.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει εφαρμόσιμη εναλλακτική πρόταση στην ελληνική μέθοδο πάλης με το Κτήνος, με τους αδυσώπητους τρόπους της διαφωνίας, της εμπειριοκρατίας και της τυπικής επιχειρηματολογίας. Η ελεύθερη κριτική ενδημεί μόνο στη Δύση. Ακόμη και σήμερα δεν συναντάται εύκολα ως γηγενές είδος στην Ανατολή, στον Αραβικό κόσμο, στην Αφρική ή στη Ν. Αμερική. Οι γηγενείς επικριτές της ισλαμικής δικαιοσύνης, του κινέζικου ολοκληρωτισμού, της αφρικανικής τυραννίας και της δικτατορίας της Λατινικής Αμερικής είναι συνήθως εγκαταστημένοι με ασφάλεια στην Ευρώπη, στην Αυστραλία ή στη Β. Αμερική – στους αποδέκτες της ελληνικής κληρονομιάς. Απαντούν συχνότερα στους χώρους των ακαδημαϊκών δασκάλων ή της δημοσιογραφίας, πάντα προστατευόμενοι και επιδοτούμενοι από τον ίδιο ακριβώς πολιτισμό που καταφρόνησαν.

Ο Σαλμάν Ρασντί και ο Έντουαρντ Σαΐντ στο παρελθόν εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά της Δύσης από την Αγγλία και την Αμερική, όχι από τους ανεκτικούς θυλάκους της αγαπημένης τους Ινδίας και Παλαιστίνης, αντλώντας από τη δυτική παράδοση πολεμικής, λοιδορίας, σάτιρας και αλληγορίας στο έργο τους. Ο ναός και το τζαμί της μη Δύσης δεν είναι και τόσο φιλόξενα για τον αθυρόστομο όσο η αίθουσα υποδοχής και ο πανεπιστημιακός χώρος της Δύσης. Μπορεί κανείς να γράψει υπέρ ή κατά της ευθυκρισίας της κοινότητας των ανθρώπων υπό τον Χομεϊνί, για τον εθνικό ζήλο που γέννησε ο Σαντάμ, για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων, για την αφύπνιση στην Αλγερία, για τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη από τον Κάστρο, αλλά συνήθως το κάνει από ένα καλόγουστο και γεμάτο ηλεκτρονικά βοηθήματα γραφείο στο Πάλο Άλτο, στο Κέμπριτζ ή στο Νιου Χέιβεν, σπάνια για πολύ στην Τεχεράνη, στη Βαγδάτη ή στην Αβάνα.

Δεν είναι να απορεί κανείς που στο δεύτερο μισό του αιώνα μας υπήρξαν εκατοντάδες συμπόσια, συνέδρια και δημόσιες συζητήσεις για τη Χιροσίμα στην Αμερική – σχεδόν όλα επικριτκά της πολιτικής των ΗΠΑ -, ενώ αντίθετα υπήρξαν ελάχιστα αντίστοιχα στην Ιαπωνία αφιερωμένα σε μια προσεκτική ανατομία του Περλ Χαρμπορ ή σε φρικαλεότητες στην Ασία όπως τη σφαγή στη Νανκίγνκ. Καμιά δημόσια ή ιδιωτική ανασκόπηση του Πολέμου του Κόλπου δεν δημοσιεύτηκε στο Ιράκ μετά το θάνατο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων – παραλείπουμε τις «κατόπιν εορτής» συγκεντρώσεις και τις παρελάσεις για τη «νίκη». Ωστόσο εκατοντάδες βιβλία και άρθρα που επέκριναν τη συμπεριφορά μας στον πόλεμο έφτασαν στο αμερικανικό κοινό, όταν χάσαμε λίγες δεκάδες μόνο στρατιώτες. Οποιοσδήποτε γνώριζε την ελληνική παράδοση θα καταλάβαινε γιατί συμβαίνει αυτό. Το να αρνηθούμε αυτή την παράδοση, το να εκθέσουμε σε κοινή θέα το Κτήνος χωρίς να εξετάσουμε την αδιάκοπη μάχη των Ελλήνων με αυτό το πλάσμα, είναι σαν να αρνούμαστε την αληθινή αξία της μελέτης του παρελθόντος μας.

Κυριακή 29 Απριλίου 2007

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ (ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ)

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν μια οικονομία βασισμένη αποκλειστικά σχεδόν στο θεσμό της δουλείας.

Η πιο συχνή κατηγορία που ακούγεται από τους σύγχρονους οπαδούς της πολυπολιτισμικότητας είναι ότι οι Έλληνες, όπως οι ρατσιστές Νότιοι του παλιού καιρού, είχαν στην κατοχή τους δούλους. Πράγματι, λίγοι Έλληνες είχαν κάποια οικουμενική αντίληψη περί εγγενούς αξιοπρέπειας του ανθρώπινου είδους, η οποία μπορεί να εμπόδιζε να γίνει ένας συνάνθρωπος απλή ιδιοκτησία κάποιου άλλου. Η αθηναϊκή αναγέννηση θα ήταν εντελώς αδύνατη χωρίς τα χέρια, τις πλάτες και τα μυαλά χιλιάδων που έχουν πια ολότελα ξεχαστεί στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Αφανείς άνθρωποι με ονόματα όπως Σωσίας, Ξανθίας, Καρίων ή Μάνης έχουν χαθεί όλοι, χωρίς να αφήσουν κάποιο ίχνος στα ιστορικά αρχεία, για τους οποίους όμως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πέθαναν στα μεταλλεία αργύρου, στις τριήρεις ή σε υγρά μαγαζιά. Ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων – προς διαρκή τους δυσφήμιση – υποστηρίζουν ότι πράγματι υπάρχουν σκλάβοι εκ φύσεως. (Αυτό που τους απασχολεί δεν είναι μήπως δυσφημήσουν το θεσμό per se, αλλά να διασφαλίσουν ότι εκείνοι που υποδουλώνονται είναι οι βραδύνοες και αυτοί με περιορισμένες δυνατότητες και όχι οι προικισμένοι.) Ο Αριστοτέλης αποκαλεί τους ανελεύθερους «εργαλεία», κάτι λίγο παραπάνω από ένα «γαλλικό κλειδί» που αναπνέει, ένα πριόνι ή μια τσάπα με εγκέφαλο. Ο Νικίας, ο πλούσιος Αθηναίος τον οποίο ο Θουκυδίδης επαινεί ως συνετό και ευσεβή, έκανε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στις πλάτες χιλιάδων ανώνυμων δούλων, ανθρώπινων φτυαριών αλυσοδεμένων και αναγκασμένων να εξορύσσουν το ασήμι της Αττικής, ανθρώπων που σέρνονταν μέσα σε σκοτεινά τούνελ με μόνη τους διαφυγή το θάνατο – κι όλα αυτά για να δώσουν στην Αθήνα τις ασημένιες γλαύκες της και για να διατηρηθεί η καλή φήμη του Νικία.

Ωστόσο, με πιο προσεκτική εξέταση, οι διακρίσεις μεταξύ δούλου και ελεύθερου, ακόμη και στις πιο απεχθείς και πανταχού παρούσες εκδηλώσεις της κλασικής σκέψης, δεν είναι τόσο σαφείς όσο θέλουν τώρα να πιστέψουμε. Ακόμη και ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι οι δούλοι έπρεπε ίσως να αντιμετωπίζονται με καλύτερο τρόπο απ’ ό,τι οι φτωχοί ελεύθεροι, ότι ο υποβιβασμός τους στην πολιτική ανυπαρξία δεν απέκλειε, όπως σε μεταγενέστερους χρόνους και άλλους πολιτισμούς, κάθε πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό προνόμιο. Τα Πολιτικά του δείχνουν ότι μάλλον πρέπει να θεωρούσε δεδομένη την ύπαρξη ενός μεγάλου σώματος επικριτών του («άλλοι βεβαιώνουν ότι η εξουσία των κυρίων πάνω στους δούλους είναι αντίθετη προς τη φύση»), που τον αναγκάζουν να υπερασπίζεται τις απόψεις του (συχνά μη δημοφιλείς ίσως;) σχετικά με την εκ φύσεως κατωτερότητα κάποιων ανθρώπων. Ο Πλάτων στους Νόμους του γράφει ότι ο σωστός τρόπος να φερόμαστε στους δούλους είναι να είμαστε περισσότερο δίκαιοι απέναντί τους απ’ όσο προς τους ίσους μας. Τραπεζίτες, λογιστές – καθηγητές επίσης – ήταν Έλληνες δούλοι. Οι δούλοι μπορεί να αλυσοδένονταν και να πέθαιναν στα μεταλλεία, αλλά οι υλικές συνθήκες των ελεύθερων φτωχών, όπως το εννοούμε σήμερα τουλάχιστον, δεν ήταν και πολύ καλύτερες. Το πραγματικό κακό της δουλείας στον αρχαίο κόσμο ήταν συχνότερα η πραγματικότητα της ανυπαρξίας στην πολιτική ζωή της κοινότητας, στέρηση πολύ πιο δυσβάσταχτη για τους ενήλικους Έλληνες και Ρωμαίους απ’ όσο μπορούμε να διανοηθούμε.

Οι συντηρητικοί, όπως ο Ψευδο-Ξενοφών κατά την Πέμπτη π.Χ. εκατονταετία και ο Πλάτων, ανησυχούσαν για την απουσία εμφανώς διακριτών διαφορών μεταξύ ελευθέρων και δούλων υπό το καθεστώς της δημοκρατίας. Ο Ψευδο-Ξενοφών έφτασε μέχρι του σημείου να πει ότι πολύ δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει τον αφέντη από το δούλο στην Αθήνα και ότι οι δούλοι ήταν το ίδιο πλούσιοι με τους ελεύθερους και έλεγαν ό,τι ήθελαν χωρίς φόβο επιτίμησης. Ακόμη κι αν πρόκειται για υπερβολή, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν αδιανότητος σε οποιαδήποτε άλλη δουλοκτητική κοινωνία. Ο φουκαράς τραυλός Κλαύδιος κατηγορήθηκε ότι παρέδωσε μια αυτοκρατορία εκατομμυρίων ανθρώπων στον Νάρκισσο και τον Πάλλαντα, δυο μηχανορράφους πρώην δούλους που γνώριζαν κάτι παραπάνω για το πώς να διοικούν τη Ρώμη απ’ ό,τι οι εκφυλισμένοι λόγω ενδογαμίας και έκλυτοι Ιούλιοι και Κλαύδιοι. Τέως δούλοι, στο Σατυρικόν του Πετρώνιου, θεωρούν δεδομένο ότι συχνά η δουλεία δεν είναι παρά προσωρινή κατάσταση, μια κακή και άτυχη αρχή που μπορούν όμως να παρακάμψουν επιτηδείως οι πιο πονηροί, που ξεπερνάνε σε ευφυΐα τους άμυαλους κυρίους τους, και να καταλήξουν με χρήματα, κοινωνική θέση – και δικούς τους δούλους. Ο κοιλαράς απελεύθερος Τριμαλχίων είναι ένας αρχαίος Χοράσο Άλτζερ, καρικατούρα του πανούργου δούλου που καταλήγει ελεύθερος και πιο επιτυχημένος ως Ρωμαίος από την κουρασμένη και χρεωκοπημένη τάξη των παλαιών αριστοκρατών. Ο Χοράσο ισχυριζόταν ότι οι συγγενείς του πατέρα του προέρχονταν από δούλους. Δεν είναι να απορεί κανείς που, κάτω από μια τόσο κινητική και μεταβαλλόμενη κοινωνική κοσμολογία, το Ρωμαϊκό Δίκαιο αναγνώριζε θεωρητικά κάποιους γάμους μεταξύ ελεύθερων και δούλων.

Τα παραδείγματα μαζικής απελευθέρωσης δούλων αφθονούν στην ελληνική ιστορία. Συχνά μαθαίνουμε για δούλους που ελευθερώθηκαν, επειδή πολέμησαν στο πλευρό των κυρίων τους, έλαβαν την ιδιότητα του πολίτη σε εποχές μείωσης του πληθυσμού, οπλίστηκαν από κρυψίνοες επαναστάτες, χειραφετήθηκαν μετά το θάνατο του κυρίου τους. Αναρωτιέται κανείς κατά πόσον ο Ισοκράτης υπερέβαλε όταν ισχυριζόταν: «Ουδείς Αθηναίος επιβάλει τέτοιες ωμότητες στους δούλους του σαν αυτές που επιφυλάσσουν οι Πέρσες στους δικούς τους ελεύθερους». Η δουλεία στον κλασικό κόσμο υπήρξε αναμφίβολα μια ευμετάβλητη και συζητήσιμη υπόθεση, με τη διάκριση μεταξύ δέσμιων και ελευθέρων συχνά ασαφή, με τρόπο άγνωστο, επί παραδείγματι, στον αμερικανικό Νότο.

Οι σύγχρονοι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας συχνά αγνοούν τις σημαντικές διαφορές μεταξύ δουλείας στην αρχαιότητα και στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα, εισάγοντας με το ζόρι αυθαίρετες ερμηνείες του παρελθόντος, στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τον εγγενή ρατσισμό της Δύσης. Έτσι, η Σέλι Χάλεϊ, αυτοαποκαλούμενη «Μαύρη φεμινίστρια κλασικίστρια», υποστηρίζει χωρίς καμία απολύτως απόδειξη ότι η Μακεδονίτισσα Κλεοπάτρα υπήρξε μαύρη, τουλάχιστον συμβολικά:

Σιγά σιγά, διαβάζοντας ιστορία και τη Μαύρη φεμινιστική σκέψη, αντιλήφθηκα ότι η Κλεοπάτρα ήταν σημαντική σε δύο επίπεδα. Δίνει φωνή στην «αγωνία για την πολιτιστική αποκλήρωσή» μας (Sadff 1990: 205), και αντιπροσωπεύει τη διπλή ιστορία καταπίεσης και επιβίωσης της Μαύρης γυναίκας. Στη Μαύρη προφορική παράδοση, η Κλεοπάτρα γίνεται μια συμβολική έννοια που δίνει φωνή στη Μαύρη αφρικανική μας κληρονομιά που για τόσο πολύ καιρό έχει καταπιεστεί από το ρατσισμό και την ιδεολογία της διασταύρωσης των φυλών. («Black Feminist Thought and Classics: Remembering, Re-claiming, Re-empowering» στο Feminist Theory and the Classics, N.S. Rabinowitz and A. Richlin, Νέα Υόρκη/Λονδίνο, 1993, σ. 29)

Η οικειότητα και μόνο του Έλληνα κυρίου και δούλου – ο Αριστοφάνης, ο Δημοσθένης και ο Ψευδο-Ξενοφών υποστηρίζουν ότι συχνά είχαν την ίδια εμφάνιση, ομιλία και πράξη – βοηθάει στην εξήγηση της επιβίωσης του θεσμού, που θα είχε περιπέσει σε ακόμη χειρότερη φήμη αν όλοι οι δούλοι ανεξαιρέτως αλυσοδένονταν και στέλνονταν στις υπόγειες στοές των μεταλλείων. Ο Σπάρτακος δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει εκατομμύρια δούλους για να ανατρέψουν τη Ρώμη επειδή, κάτω από το αριστοτεχνικό σύστημα με το οποίο λειτουργούσε η δουλεία στην Ιταλία, δεν λιμοκτονούσαν ούτε δέρνονταν όλοι οι δούλοι από σκληρούς αφέντες που επέβαλαν το βούρδουλα και τις αλυσίδες, ούτε όλοι οι αφέντες ήταν ξιπασμένοι αριστοκράτες που έπιναν το αίμα των δούλων τους. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, ο γενναίος Σπάρτακος μπορεί να είχε επιτύχει!

Μερικοί συγγραφείς – ο Επίκτητος και ο Πλούταρχος, κάποτε και ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης – εκνευρίζονται με τις αντιφάσεις του θεσμού της δουλείας. Στον αρχαίο κόσμο η δουλεία δεν προκαθοριζόταν από το χρώμα ή κάποια υπονοούμενη φυλετική κατωτερότητα, αλλά από τα παιχνίδια της μοίρας – μια πολιορκία, μια επίθεση πειρατών, μια άτυχη γέννηση. Ο Ηράκλειτος λέει απλά ότι ο πόλεμος «άλλους τους κάνει δούλους και άλλους ελεύθερους» (απ. 53 Diels). Φρικτός θεσμός, σύμφωνοι, αλλά τουλάχιστον όχι πάντα μέρος ενός ευρύτερου εφιάλτη φυλής, χρώματος ή ψευδογενετικής. Όταν ο Διογένης πιάστηκε αιχμάλωτος και υποδουλώθηκε, έδειξε έναν Κορίνθιο αγοραστή και είπε: «Πουλήστε με σ’ αυτόν΄ χρειάζεται αφέντη». Παρά τους ισχυρισμούς του Αριστοτέλη, οι περισσότεροι Έλληνες δεν θεωρούσαν ότι η φυσική κατωτερότητα ήταν το ιδεολογικό υπόβαθρο της δουλείας, πράγμα που εξηγεί το γιατί – αντίθετα προς την αμερικανική εμπειρία – η ύπαρξη μορφωμένων, ευφυών δούλων προφανώς δεν ήταν μοιραία για την ιδέα του ίδιου του αισχρού θεσμού. Ένας ευφυής, γενναίος μαύρος δούλος προκάλεσε την αμφισβήτηση ολόκληρου του οικοδομήματος της δουλείας στο Νότο΄ ένας ευφυής, γενναίος Έλληνας δούλος θα είχε σταλεί πίσω στη δουλειά του με τη φράση: «Δυστυχώς, εσύ ή οι γονείς σου έτυχε να βρεθείτε σε λάθος τόπο τη λάθος στιγμή». Τον Έλληνα δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο δούλος του μπορεί να ήταν πολύ καλύτερος από τον ίδιο – αυτές είναι οι παραξενιές της μοίρας΄ ένας ιδιοκτήτης φυτείας που αντιμετώπισε την ίδια κατάσταση είδε ολόκληρο το ψευδοεπιστημονικό του πιστεύω να καταρρέει μπροστά στα μάτια του. Εκείνο που ενοχλούσε τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα ήταν ότι όλοι οι Έλληνες – οι γυναίκες και τα παιδιά περισσότερο – θεωρητικά δεν απείχαν από τη δουλεία παρά μια χαμένη μάχη ή μια κατάληψη πόλης.

Ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας συμβούλευε: «Να θυμάστε τούτο, ότι ο άντρας που αποκαλείτε δούλο σας προέρχεται από το ίδιο είδος, απολαμβάνει τον ίδιο ουρανό, αναπνέει, ζει και πεθαίνει ακριβώς όπως εσείς. Εσείς μπορείτε να τον φανταστείτε ελεύθερο, εκείνος μπορεί να σας φανταστεί δούλο». Πέντε αιώνες νωρίτερα, ο δυσνόητος ρήτορας Αλκιδάμας σάρκαζε: «Ο Θεός δεν έκανε κανέναν άνθρωπο δούλο». Μπορεί να μην του πέρναγε από το νου ότι κάποιος θα έπρεπε επομένως να διαλύσει το θεσμό, όπως δεν πέρασε και από το νου του Τόμας Τζέφερσον ή του Τζον Καλχούν, αλλά το θέμα των δούλων – αν όχι του θεσμού της δουλείας – ήταν τουλάχιστον ανοιχτό προς συζήτηση. Πώς αλλιώς θα είχαμε ποτέ εξαλείψει τη δουλεία;

Αλλά την έχουμε στ’ αλήθεια εξαλείψει; Ένας Έλληνας της Κλασικής Ελλάδας σήμερα, ιδίως ο Αριστοτέλης, θα θεωρούσε το ζήτημα ανοιχτό. Αφού κοίταζε τις πόλεις μας, θα μας ρωτούσε για την ημι-εθελούσια δουλεία. Γιατί ζουν οι «ελεύθεροι» άνθρωποι στο δρόμο μπροστά στα μάτια εκείνων που είναι οχυρωμένοι στις πισίνες και στα σινιέ ρούχα τους; Γιατί εκατομμύρια ψηφοφόρων ζουν από τη μια δόση τους ως την άλλη, εθισμένοι στον πόνο, ή ραχατεύοντας απαθώς μπροστά σ’ ένα τετράγωνο κουτί; Γιατί κατασκευάζουμε αμέτρητα κακόγουστα «σκατολοΐδια» από πλαστικό και σιλικόνη τόσο για να ικανοποιήσουμε όσο και για να διεγείρουμε ανομολόγητες επιθυμίες; Ένας Έλληνας της πόλεως θα αναρωτιόταν πόση αληθινή ελευθερία, πόσες επιλογές «τρόπου ζωής» έχει ο χαμηλόμισθος για τα σαράντα έντιμα χρόνια του, πίσω από μια μηχανή κουρέματος γρασιδιού ή ένα σφουγγαρόπανο. Ακόμη και ένας Ρωμαίος μπορεί να έλεγε ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εργαζόμενων φτωχών μας, που έχουν εκλογικά δικαιώματα και είναι «ελεύθεροι» να ταξιδέψουν όπου τους κάνει κέφι, συμποσούνται σε πολύ λιγότερα από το αντίστοιχο κεφάλαιο του peculium του αρχαίου δούλου.

Για τους Έλληνες, η έλευση της δουλείας στην πόλη-κράτος σκιαγραφούσε τα δικαιώματα του πολίτη, αποκρυσταλλώνοντας τη διάκριση μεταξύ δούλου και ελεύθερου κατά τρόπο άγνωστο στους δουλοπάροικους και στον ανακτορικό πολιτισμό της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου. Ο ελεύθερος Έλληνας μπορούσε τώρα να οριστεί σύμφωνα με ό,τι δεν ήταν. Σε καμιά άλλη γλώσσα της εποχής δεν υπήρχε λέξη για την ελευθερία ή την πιο συγκεκριμένη έννοια του «ελεύθερου πολίτη». Ο Έλληνας λοιπόν μπορούσε να λέει για τον απεχθή θεσμό του ότι τουλάχιστον ενίσχυε την ελευθερία του πολίτη. Μπορεί ν’ αρχίσουμε τώρα να κατανοούμε τη λογική της αλλόκοτης και αποκρουστικής σύστασης του Ξενοφώντα να αγοράσει η Αθήνα δημόσιους δούλους για να δουλεύουν στα μεταλλεία αργύρου, ώστε όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως τάξεως, να μπορούν να συντηρούνται με δημόσια δαπάνη και να προστατεύονται από την εκμετάλλευση. Ο Αριστοτέλης θα πρόσθετε ότι οι Αμερικανοί έθεσαν εκτός νόμου τη δουλεία μόνο και μόνο για να μεταχειρίζονται εκατομμύρια ελεύθερων ανθρώπων χειρότερα από δούλους.

Κάποιοι Έλληνες θα αμφισβητούσαν ακόμη και την περιττή καταστροφή ζώων εκ μέρους μας στις φαρμακευτικές έρευνες. Ο Πορφύριος και ο Πλούταρχος αμφισβητούν την παραδοσιακή χρήση των ζώων με ζήλο που δεν ξανασυναντάμε παρά στα τέλη πια του δέκατου ένατου αιώνα. Η σφαγή ευγενών αγρίων ζώων στο Κολοσσαίο προκαλούσε αηδία τόσο στον Κικέρωνα όσο και στον Πλίνιο. Ο στωικός αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος εύρισκε το όλο θέαμα τουλάχιστον ανιαρό. Ο Σενέκας, του οποίου οι Ρωμαίοι συμπατριώτες Καλιγούλας και Νέρων υπήρξαν από τους πιο σκληρούς ανθρώπους που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, έγινε προάγγελος των σημερινών εκστρατειών κατά της βίας, όταν έγραφε ότι η παρακολούθηση ενός τέτοιου μακελειού στην αρένα τον έκανε πιο άπληστο, πιο επιθετικό, πιο σκληρό και πιο απάνθρωπο. «Δεν καταλαβαίνετε ότι τα κακά παραδείγματα γυρνάνε πίσω σ’ εκείνους που τα δίνουν;» φώναζε.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2007

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΙ (ΜΕΡΟΣ ΙΙ)

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ

Το Κτήνος – ο σεξισμός, ο σοβινισμός, η δουλεία και η εκμετάλλευση που είναι εγγενείς του δυτικού πολιτισμού – γεννήθηκε, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην αρχαία Ελλάδα. Οι σημερινοί ακαδημαϊκοί ιδεολόγοι αρκούνται στο να το γυρίζουν ανάποδα και να κεντρίζουν την υποτιθέμενα βρομερή, φολιδωτή κοιλιά του. Κάθε επικριτικό κέντρισμα συνοδεύεται κι από μια φαρισαϊκή κραυγή αηδίας και επιτίμησης – «Κάτω Κτηνάκι! Κακό Κτηνάκι!» - λες και η μομφή εναντίον των Ελλήνων για έλλειψη σύγχρονων ευαισθησιών προσφέρει κάποια σημαντική θεώρηση του κλασικού κόσμου και της σημασίας του για το δικό μας. Έτσι, σε ένα πρόσφατο συνέδριο με θέμα «Ο Φεμινισμός και οι Κλασικοί» στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, φεμινίστριες λόγιες – που σε ελάχιστα άλλα συμφωνούσαν – συμφώνησαν ομόφωνα ότι η Αντιγόνη είναι ένα βλαβερό και πατριαρχικό κείμενο που ενισχύει πρωταρχικά την υποταγή των γυναικών.

Ωστόσο, αυτό το Κτήνος είναι πολύ πιο πολύπλοκο και πανούργο πλάσμα απ’ ό,τι θα ήθελαν να αναγνωρίσουν αυτοί οι επίδοξοι δρακοκτόνοι. Πριν όμως εξετάσουμε το απεχθές αυτό κτήνος διεξοδικά υπενθυμίζουμε τρία πράγματα για τους Έλληνες. Πρώτον, εν γένει τα αμαρτήματα των Ελλήνων – δουλεία, σεξισμός, οικονομική εκμετάλλευση, εθνικός σοβινισμός – είναι κατά κύριο λόγο αμαρτήματα της ανθρωπότητας, κοινά σε όλους τους πολιτισμούς και σε όλες τις εποχές της ιστορίας. Οι «άλλοι» στον ελληνικό κόσμο – ξένοι, δούλοι, γυναίκες – ήταν επίσης «άλλοι» σε όλες τις άλλες κοινωνίες της εποχής (και συνεχίζουν να «περιθωριοποιούνται» στους περισσότερους μη δυτικούς πολιτισμούς σήμερα). Αν οι κλασικιστές μπορούν να βρουν μια σημερινή μητριαρχική ουτοπία και μπορούν να αναγάγουν αυτή την κληρονομιά σε κάποιον αρχαίο πολιτισμό όπου οι γυναίκες βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα απ’ ό,τι στην Ελλάδα και στην Ρώμη, ας βγουν να το πουν με αποδείξεις και όχι με εικοτολογικές πραγματείες.

Ο Κορτέζ δεν χρειάστηκε να διδάξει στους Αζτέκους την αποικιοκρατία, το σεξισμό, το ρατσισμό, τη θρησκευτική αδιαλλαξία ή τη δουλεία, πόσο μάλλον τις λεπτομέρειες περί ανθρωποθυσιών. Αν θέλετε να βρείτε την πραγματική κτηνωδία φόνων παιδιών ή σφαγών και ανατριχιαστικών παραμορφώσεων πολιτών, εξετάστε προ-πολιτειακούς πολιτισμούς έξω από τη δυτική εμπειρία. Ο πόλεμος, οι επιδρομές και το άσκοπο φονικό κυριαρχούσαν πολύ περισσότερο στους πρωτόγονους και μη δυτικούς πολιτισμούς απ’ όσο στην Ελλάδα ή στη Ρώμη. Η Αφρική γνώριζε αρκετά για ανθρώπινη δουλεία και υποταγή γυναικών – και λίγα περισσότερα για ανθρωποθυσίες, κανιβαλισμό και βασανιστήρια – πριν της διδάξουν οι Ευρωπαίοι τις δυτικές παθολογίες. Η συζήτηση όμως – και συχνά η θεραπεία – αυτών των έμφυτων ανθρωπίνων ελαττωμάτων απαντά συχνότερα στη Δύση, ενώ πολύ συχνά ο βασανιστικός δρόμος προς τη λύση άρχισε με τους Έλληνες. Είναι φυσικό για το Δυτικό κριτή να πιάνει με το λάσο του το δικό του Κτήνος, ωστόσο υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα τέρατα στο θηριοτροφείο του κόσμου που, κατά μυστηριώδη τρόπο, μένουν ανέγγιχτα.

Δεύτερον, η πορεία των αιώνων δίνει σε μας τους μεταγενέστερους πλεονεκτήματα έναντι των προκατόχων μας, μέσω της κατανόησης των λαθών του παρελθόντος. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια ανασκόπησης είναι λογικό να έχουν ως αποτέλεσμα κάποια ηθική πρόοδο. Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν ξεπηδάει μεμιάς ώριμο από το κεφάλι του Δία, αλλά σφυρηλατείται στο εργαστήριο εκατομμυρίων προσωπικών δραμάτων. Το σωστό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «γιατί δεν κινήθηκαν οι Έλληνες, όπως εμείς, προς την εξάλειψη του σεξισμού και της δουλείας;» αλλά μάλλον «γιατί, μετά από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, η δική μας ηθική αίσθηση έχει προοδεύσει, συγκριτικά, τόσο λίγο;»

Οι Έλληνες γίνονται το πολιτιστικό πρότυπο που οι κριτικοί της κοινωνίας επί δύο χιλιάδες αναγνωρίζουν ως κάλλιστο. Αυτόν ακριβώς τον οδηγό ακολουθούμε, όταν μαχαιρώνουμε τον Καίσαρα, οργανώνουμε τις λεγεώνες, αρχίζουμε μια επανάσταση, γράφουμε μια πραγματεία, κατασκευάζουμε ένα κανόνι, αμφισβητούμε την ανδρική ανωτερότητα ή ανατέμνουμε ένα πτώμα. Δεν ισχυριζόμαστε ότι υπήρξε στη Δύση μια αδιάκοπη, ουτοπική πόλις επί 2,500 χρόνια – ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο με το δεδομένο της Ιεράς Εξέτασης, του Ολοκαυτώματος, των Παγκόσμιων Πολέμων, του απαρτχάιντ και της βαρβαρότητας της αποικιοκρατίας; - αλλά ότι υπήρξε ένα θεμέλιο, στην καλύτερη περίπτωση, μιας κοινωνίας με τάξη και ανθρωπιά. Στη χειρότερη εκδοχή της, η δυτική παράδοση είναι απλώς ένα δυναμοκρατικό, τρομακτικό επιστημονικό εγχείρημα, ένα εγχείρημα που έδωσε στον Χίτλερ τη δυνατότητα να κατασκευάσει τανκς Πάντσερ, να επινοήσει τους πυραύλους V-2 και να οργανώσει τα Ες Ες. Αλλά η ίδια κληρονομιά εξασφάλισε επίσης σ’ ένα συνασπισμό φιλελεύθερων πολιτειών να δεχτεί να θυσιάσει – και να μπορεί να το κάνει – τους πολίτες και τον εθνικό θησαυρό της, προκειμένου να εξαλειφθεί ένα αισχρό εγχείρημα, μια τρέλα που ωστόσο γνωρίζαμε ότι είχε προέλθει, εν μέρει τουλάχιστον, από τον πολιτισμό του οποίου μετείχαμε όλοι.

Οι κλασικιστές δεν χρειάζεται να παιδεύονται για να προσφέρουν εξεζητημένες εναλλακτικές λύσεις για το δυτικό πολιτισμό στους σημερινούς προπτυχιακούς φοιτητές, αφού οι περισσότεροι σπουδαστές των πολιτειακών πανεπιστημίων – κακά προετοιμασμένοι, χρεωμένοι, χωρίς ελεύθερο χρόνο και εργαζόμενοι σε χαμηλά αμειβόμενες εργασίες – δεν έχουν ιδέα για την προέλευση του πολιτισμού τους. Αν όμως οι κλασικιστές ανησυχούν πράγματι για το τι γέννησε η Ελλάδα, καλά θα κάνουν να εστιάσουν στον τρομακτικό δυναμισμό, και όχι στην αδυναμία, της Δύσης, της οποίας το πάντρεμα του καπιταλισμού της αγοράς με τις δημοκρατικές ελευθερίες φαίνεται ότι σαρώνει τον πλανήτη με το να προσφέρει ακριβώς το χειρότερο μέρος του υλικού πολιτισμού μας.

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΜΕΙΣ;

Η κλασική λογοτεχνία και το μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας που ακολούθησε, είναι, υπό μία έννοια, σχολιασμός και αξιολόγηση του σύγχρονου ήθους. Ο κυνισμός, ο σκεπτικισμός, η παρωδία, η εφευρετικότητα και η σάτιρα είναι όλες ελληνικές και λατινικές λέξεις – ένα πλούσιο λεξιλόγιο δημόσιας και ιδιωτικής διαφωνίας που δεν μπορεί να συναγωνιστεί καμιά από τις μη δυτικές γλώσσες. Με εξαίρεση κάποιους ελάχιστους αυλοκόλακες που συνέθεταν τετριμμένους πανηγυρικούς, κανένας σημαντικός κλασικός συγγραφέας, ούτε καν ο επιχορηγούμενος Οράτιος, δεν έγινε ποτέ άκριτα φερέφωνο του καθεστώτος. Ο Σοφοκλής, ο κατ’ εξοχήν Αθηναίος πατριώτης και παλαίμαχος πολεμιστής, κατακρεουργεί την καταπιεστική πολιτεία του και απορεί για το πώς γενναίοι άνθρωποι εξακολουθούν να αναδύονται από τις ρωγμές της. Ο Ευριπίδης, που διαπνέεται από μίσος και δηλητήριο για τον κύριο αντίπαλο της Αθήνας, τη Σπάρτη, δραματοποιεί εν τούτοις την κτηνωδία του πολέμου και στιγματίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες και οι δούλοι στην Αθήνα. Ο Αριστοτέλης δεν είναι οπαδός της τυραννίας, αλλά δεν μπορεί και να ανεχθεί την παράδοση της διακυβέρνησης της πολιτείας στον όχλο. Τόσο οι λαϊκές δημοκρατίες όσο και οι απόλυτες μοναρχίες είναι γι’ αυτόν πρότυπα «αποκλινόντων» πολιτευμάτων. Ο Σωκράτης δεν ήταν ο τελευταίος που μας είπε ότι αν δεν ερευνάς τη ζωή σου δεν αξίζει να τη ζεις.

Κάτω από το επίχρισμα των εύθυμων συμποσίων και μεθυσμένων οργίων του Πετρώνιου στο Σατυρικόν του, υπάρχει μια ισοπεδωτική καταδίκη του πολιτισμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον ίδιο τον αυτοκράτορα μέχρι τον πιο ταπεινό δούλο. Αργότερα, η Ρώμη γίνεται μια πιο κλειστή κοινωνία, αλλά το υλικό της αυτοκρατορικής λογοτεχνίας της, από τον Οράτιο και τον Βιργίλιο μέχρι τον Σενέκα, τον Τάκιτο, τον Γιουβενάλη και τον Σουητώνιο, ήταν η παρωδία, η σάτιρα και η λοιδορία της κοινωνίας γενικά και του αυτοκράτορα συγκεκριμένα. Η σύγκρουση, η διαφωνία, η αυτοκριτική, η επαναστατική κριτική αποτελούν το φόρτο της κληρονομιάς μας από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η τρέχουσα, λοιπόν, κριτική των λογίων εναντίον των Ελλήνων και της Δύσης, είναι εξίσου μέρος της δυτικής παράδοσής μας όσο η δουλεία και η υποταγή των γυναικών. Οι επικριτές δεν αντιλαμβάνονται συνήθως την ειρωνεία του πράγματος. Ωστόσο πρέπει να έχουμε κατά νου αυτήν ακριβώς την παράδοση της αυτοκριτικής, καθώς θα εξετάζουμε τις παρακάτω τυπικές κατηγορίες κατά των Ελλήνων από εκείνους τους κλασικιστές που είναι πρόθυμοι να απαρνηθούν την ίδια τη γραμματεία που μελετούν.

Η ελληνική κοινωνία υποβίβαζε τις γυναίκες σε κοινωνική και πολιτική θέση δευτέρας κατηγορίας και τις ταπείνωνε με ποικίλους φανερούς και κρυφούς τρόπους.

Δυστυχώς έτσι είναι. Οι Ελληνίδες δεν είχαν δικαίωμα να ψηφίζουν ή να κατέχουν αξιώματα και δεν απολάμβαναν ίση προστασία από το νόμο, με αποτέλεσμα η ενεργός πολιτική ηγεσία της πόλης να θυσιάζει οικειοθελώς το μισό δυναμικό της μαζί με κάθε ισχυρισμό περί πραγματικής ισονομίας. Ωστόσο οι σημερινοί λόγιοι συχνά αρκούνται στο να καθορίζουν απλώς την ακριβή φύση του σεξισμού των Ελλήνων και της Δύσης:

Μια κοινωνία που κυριαρχείται από άνδρες οι οποίοι απομονώνουν τις γυναίκες και τις κόρες τους, αμαυρώνουν το ρόλο της γυναίκας στην αναπαραγωγή, ανεγείρουν μνημεία στα ανδρικά γεννητικά όργανα, κάνουν σεξ με τους γιους των φίλων τους, χρηματοδοτούν δημόσια πορνεία, καλλιεργούν μια μυθολογία βιασμών και επιδίδονται στην επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, δεν είναι ανάρμοστο να την χαρακτηρίσει κανείς «βασιλεία του φαλλού». Η κλασική Αθήνα ήταν μια τέτοια κοινωνία. Η ιστορία της εξουσίας του φαλλού στα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού έχει αποσιωπηθεί, ως αποτέλεσμα του μονοπωλίου σχεδόν που κατείχαν οι άντρες στο χώρο των Κλασικών Σπουδών, μέσω της παραγνώρισης των πλούσιων εικονογραφικών αποδείξεων, μέσω της σεμνοτυφίας και της λογοκρισίας και μέσω της άστοχης επιθυμίας να προστατευτεί και να εξιδανικευτεί η εικόνα της Αθήνας. (Eva C. Keuls, The Reign of the Phallus: Sexual Politics in Ancient Athens, Νέα Υόρκη, 1985, σ. 1)

Ωστόσο, οι Έλληνες εννοούσαν να συμπεριλαμβάνουν ισχυρούς γυναικείους χαρακτήρες σε κάθε όψη της τέχνης και της λογοτεχνίας τους. Η αισθησιακή, περήφανη Αφροδίτη της Μήλου δεν είναι κάποια σκανδαλιστική γόησσα του Penthouse. Επιμένετε ότι μοιάζει με Μπάρμπι; Για δοκιμάστε με την ένοπλη Πρόμαχο Αθηνά με την αυστηρή όψη της πολεμικής αρετής. Η ελληνική τραγωδία κυριαρχείται από ηρωίδες, από την Ιφιγένεια ως την Άλκηστη, την Κλυταιμνήστρα και την Αντιγόνη, γυναίκες που κατευθύνουν όλες άντρες πολύ μικρότερους από αυτές σε ανάστημα. Τώρα μπορεί να αναρωτιόμαστε μήπως ο Θεός είναι γυναίκα, όμως οι Σπαρτιάτες, οι Αργίοι, οι Ελευσίνιοι και οι Αθηναίοι ήταν πεπεισμένοι ότι μόνο η Άρτεμις, η Ήρα, η Δήμητρα και η Αθηνά ήταν οι προστάτιδες θεές τους.

Ίσως δεν υπάρχει ισχυρότερη δύναμη στη λογοτεχνία από τη Μήδεια του Ευρυπίδη. Είναι μια κακιά γυναίκα, δεν χωράει αμφιβολία – πρόδωσε τον πατέρα, σκότωσε τον αδερφό της, κατέστρεψε τα πεθερικά και τις αντίζηλές της. Ο Ευριπίδης προχωρεί ακόμη περισσότερο, επινοώντας (απ’ όσο ξέρουμε) τη σκόπιμη σφαγή των ίδιων της των παιδιών για να εκδικηθεί την προδοσία του άντρα της. Όμως ο Ευριπίδης και πάλι φέρνει αδύναμους και υπερόπτες άντρες μέσα στην πύρινη τροχιά της, ανόητους όπως ο Κρέων, ο Αιγέας και ο Ιάσων, οι οποίοι είτε αγνοούν είτε φοβούνται θανάσιμα την παράφορη ευφυΐα και το ακατάβλητο πνεύμα της. Με δυο λόγια, δεν υπάρχει πιο αντιπαθητική φιγούρα στην κλασική λογοτεχνία από το σύζυγο της Μήδειας, τον Ιάσονα, τον οποίο ο Ευρυπίδης γελοιογραφεί ως τον τυπικό βολεμένο αγροίκο, που γκρινιάζει και μεμψιμοιρεί περνώντας αξιολύπητα την κρίση της μέσης ηλικίας. Η ξένη Μήδεια και όχι ο κλαψιάρης Έλληνας Ιάσων επικρίνει εύγλωττα τις αδικίες της αθηναϊκής ζωής:

«πντων δ΄ σ΄ στ΄ μψυχα κα γνμην χει
Απ’ όσα έχουν ψυχή και νου,
γυνα
κς σμεν θλιτατον φυτν·
γυναίκες, το πιο δυστυχισμένο είμαστε πλάσμα΄
ς πρτα μν δε χρημτων περβολ
πρώτα με χρήματα περίσσια πρέπει
π
σιν πρασθαι͵ δεσπτην τε σματος
τον άντρα ν’ αγοράσουμε κι αφέντη έτσι στο κορμί μας
λαβε
ν· κακο γρ τοτ΄ τ΄ λγιον κακν.
να βάλουμε ΄ τούτο χειρότερο κακό από κείνο.

κν τδ΄ γν μγιστος͵ κακν λαβεν
Η πιο μεγάλη εδώ ‘ναι η αγωνία΄ κακός θα βγεί;
χρηστν. ο γρ εκλεες παλλαγα
ή κακός; Γιατί καμιά τιμή δε φέρνει
γυναιξ
ν͵ οδ΄ οἷόν τ΄ ννασθαι πσιν.
στη γυναίκα τον άντρα να χωρίσει μηδέ να τον αφήσει.
ς καιν δ΄ θη κα νμους φιγμνην
Έπειτα πάλι σε νέες συνήθειες μπαίνοντας και τρόπους,
δε
μντιν εναι͵ μ μαθοσαν οκοθεν͵
ανάγκη πάσα να προμαντεύει, αφού απ’ το σπιτικό της δεν το ‘μαθε
τ μλιστα χρσεται ξυνευντ.
το φέρσιμο του αντρός
κ
ν μν τδ΄ μν κπονουμναισιν ε
Κι αν πάμε σ’ όλα τούτα καλά και δεν βαρυγκωμάει εκείνος
π
σις ξυνοικ μ βίᾳ φρων ζυγν͵
και δεν βαρυγκωμάει εκείνος για το ζυγό, χαρούμενη η ζωή μας΄
ζηλωτ
ς αἰών· ε δ μ͵ θανεν χρεν.
ειδάλλως κάλλιο να χαθούμε.
νρ δ΄͵ ταν τος νδον χθηται ξυνν͵
Ο άντρας με τους δικούς του όταν στεναχωριέται,
ξω μολν παυσε καρδαν σης·
βγαίνει έξω κι αλαφρώνει την καρδιά του
[
πρς φλον τιν΄ πρς λικα τραπες·]
βρίσκοντας συνομήλικους ή φίλους΄
μν δ΄ νγκη πρς μαν ψυχν βλπειν.
όμως εμείς σε μια ψυχή μονάχα τα μάτια πρέπει να ‘χουμε στραμμένα.
λ
γουσι δ΄ μς ς κνδυνον βον
Λένε πως δίχως κίνδυνο
ζ
μεν κατ΄ οκους͵ ο δ μρνανται δορ·
στο σπίτι ζούμε, ενώ έξω πολεμούν εκείνοι με το δόρι

κακς φρονοντες· ς τρς ν παρ΄ σπδα
άμυαλη σκέψη΄ θα ‘ταν καλύτερο για με τρεις φορές πλάι στην ασπίδα
στ
ναι θλοιμ΄ ν μλλον τεκεν παξ.»
να σταθώ, παρά μόνο μία να γεννήσω.

[Ευριπίδης, Μήδεια, στ. 230-251]

Διατυπώνετε την αντίρρηση ότι η Άλκηστη του Ευριπίδη γίνεται μια από τις «καλές» Ελληνίδες με το να προσφερθεί οικειοθελώς να πεθάνει για τον άντρα της; Ότι αυτό ενδυναμώνει την υποταγή της γυναίκας στη δυτική παράδοση; Ότι δεν πρόκειται παρά για ένα ακόμη ύπουλο διανοητικό παιχνίδι προς ένα αυτάρεσκο, κυρίως αντρικό, κοινό; Ανοησίες. Ο Άδμητος, ο άντρας της Άλκηστης, παριστάνεται ως ένας εγωιστής, ανειλικρινής μπούφος σε τούτο το ημικωμικό έργο. Ο Ευριπίδης μας καλεί να εξετάσουμε το χαρακτήρα του άντρα που θα επέτρεπε ένα τέτοιο πράγμα. Οι αντρικοί χαρακτήρες του θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως απλώς παραπλανημένοι, με υπερβολικό ζήλο, χωρίς ευαισθησίες στη χρήση της εξουσίας τους, και όχι τόσο απόλυτα άνανδροι και ποταποί.

Αλλά και η Αντιγόνη θυσιάζει τη ζωή της για χάρη ενός άντρα συγγενή της, μας υπενθυμίζουν οι φεμινίστριες του συνεδρίου του Πρίνστον. Η εμμονή του Κρέοντα στην υπεράσπιση της πόλης του, για την οποία θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει ότι ήταν ίσως δικαιολογημένη, παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό μονομανούς τυράννου και επισύρει, κατά συνέπεια, την οργή των θεών. Ο Κρέων υποβιβάζεται, εν τέλει, σε άθλια καρικατούρα υπεροψίας και ανικανότητας, όταν καυχιέται ότι εκείνος δεν θα πέσει θύμα μιας αδύναμης γυναίκας. Αναμφίβολα ο Σοφοκλής είχε δει τέτοιους άντρες και γνώριζε ότι το αντρικό «ευαγγέλιο» της αδιαμφισβήτητης διανοητικής και πνευματικής ανωτερότητας ήταν ανεπίτρεπτο και ότι ήταν ένα ψεύδος που καταδίκαζε οποιονδήποτε – άντρα, κυβερνήτη και πολιτεία – είχε την ανοησία να το ασπαστεί. Οι γυναίκες και η συμπεριφορά προς αυτές απασχολούσαν πολύ τους Έλληνες, ενώ μερικοί από τους αρίστους διαπίστωναν πως αυτή η σεξουαλική αντίφαση βρισκόταν στην ίδια την καρδιά της πόλεως.

Ποιον θυμόμαστε, την Κλυταιμνήστα ή τον Αγαμέμνονα; Ο δεύτερος σκοτώνει την ανυπεράσπιστη κόρη του που προτείνει τον αυχένα της στο λεπίδι ηρωικά και γενναία. Η σύζυγός του η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει το βασιλιά που πεθαίνει άδοξα μέσα σε μια μπανιέρα. Τόσο ο σύζυγος όσο και η σύζυγος έχουν άδικο, ίσως, και στην εκδοχή του Αισχύλου είναι σαφές ότι το αρσενικό είναι προτιμότερο από το θηλυκό (το εκφράζει η Αθηνά, η θηλυκή θεότητα χωρίς μητέρα). Ωστόσο, το ερώτημα εγείρεται μπρος στους συγκεντρωμένους πολίτες, ο αγώνας είναι κοινός.

Η Πηνελόπη, τέλειο ταίρι για τον Οδυσσέα, ξεπερνάει σε πνεύμα και σοφία τον γκρινιάρη έφηβο γιο της Τηλέμαχο. Είναι το μοναδικό πρόσωπο δράσης μέσα σε μια αξιολύπητη ομάδα εύπιστων και τεμπέληδων μνηστήρων. Με την Πηνελόπη – στην αυγή της ελληνικής λογοτεχνίας – ολόκληρος ο ομηρικός κόσμος της αρσενικής περιπέτειας και κυριαρχίας υποσκάπτεται από τον λιγότερο πιθανό άνθρωπο, μια γυναίκα πίσω από έναν αργαλειό με πειρσσότερα κότσια και μυαλό απ’ όλους τους άντρες σε ολόκληρο το ποίημα. Αν προσθέσετε τη Ναυσικά, την Καλυψώ, την Κίρκη και την Αθηνά, δεν θα υπάρχει πλέον σύγκριση. Οι άντρες θα πρέπει να αισθάνονται δυσφημισμένοι που ο Πολύφημος, ο Αντίνοος και ο Μελάνθιος είναι τόσο μικρόψυχοι, αφελείς και άξεστοι ακριβώς λόγω του υπερβολικού ανδρισμού τους. Δεν είναι να απορεί κανείς που κάποιοι Βικτωριανοί πίστευαν πως ο συγγραφέας της Οδύσσειας πρέπει να ήταν γυναίκα. Στο μύθο, βεβαίως, οι ρόλοι είναι περιορισμένοι – σύζυγος, μητέρα, κόρη, απάνθρωπη μάγισσα ή πολεμίστρια, κάτοικος κάποιας ρημαγμένης πατρίδας ή νύμφη που έχουν ξεβράσει τα κύματα σε κάποιο μυστηριώδες νησί. Ωστόσο οι παραδοσιακές αφηγήσεις τροποποιούνται έτσι ώστε να προκαλέσουν την εξονυχιστική εξέταση αυτών ακριβώς των παραδοσιακών προσδοκιών. Φαίνεται πως οι Έλληνες ήθελαν να ξέρουν γιατί τα πράγματα έπρεπε να είναι έτσι.

Μην ξεχνάτε τους υακίνθους, το φεγγάρι και τα άστρα της Σαπφούς, τα αγγουράκια της «ανόητης» Πράξιλλας, ένα ολόκληρο θηλυκό σύμπαν ως εναλλακτική πρόταση, έναντι των ασπίδων και των θωράκων της ελληνικής ποίησης. Οι Έλληνες ρέμβαζαν συχνά στην ιδέα ότι η καλύτερη λυρική ποίηση είχε γραφτεί από γυναίκες. Η Κόριννα, η ποιήτρια από την άσημη Τανάγρα, έλεγαν, νίκησε πέντε φορές τον ίδιο το γερο-δάσκαλο Πίνδαρο σε ποιητικούς αγώνες. Τόσο είχε θυμώσει, λέει ο μύθος, ώστε από την οργή του έφτασε να την αποκαλέσει «γουρούνα». Ο στόχος αυτού του ανέκδοτου δεν ήταν να εμφανίσει τον Πίνδαρο αξιοσέβαστο και μεγαλόπρεπο.

Δύσκολα θα ισχυριζόταν κάποιος ότι όλοι αυτοί οι συγγραφείς επιχειρούσαν να αλλάξουν επαναστατικά την πολιτική δομή. Ωστόσο, ήγειραν τα σημαντικά ερωτήματα κι έπαιζαν με την ένταση που δημιουργούσε αυτό το ολοφάνερο και συχνά ενοχλητικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων, ξανά και ξανά. Οι θεατρικοί συγγραφείς προσδοκούσαν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των Αθηναίων πολιτών με τη δραματική αναπαράσταση αντικρουόμενων ιδεών, σε βαθμό που να τους βραβεύσουν. Η εξέταση, λοιπόν, των ζητημάτων που αφορούσαν στα δύο φύλα δεν ήταν, όπως ισχυρίζονται μερικές σύγχρονες φεμινίστριες, μια απλή προσποίηση. Η πραγμάτευση δεν ήταν ένα υποκριτικό αντηχείο προορισμένο να εκτονώσει με ασφάλεια την αντρική ένταση και να καταπραΰνει το αρσενικό άγχος για την ιδιοτελή καταπίεση του άλλου φύλου. Από το ξεκίνημα κιόλας του μακρού δρόμου προς την πλήρη ισονομία, οι άνθρωποι στη Δύση άρχισαν να παραπονιούνται ότι το ταλέντο και ο χαρακτήρας δεν γνώριζαν φύλο και ότι μια ελεύθερη κοινωνία όπου οι μισοί δεν είναι ελεύθεροι δεν είναι ελεύθερη κοινωνία. Οι γυναίκες δεν ήταν πολίτες με δικαίωμα ψήφου στην Αθήνα, και αυτό ενοχλούσε πολλούς προικισμένους Αθηναίους που δεν δίσταζαν να διατυπώνουν ανοιχτά τη γνώμη τους.

Δεν υπήρχε πραγματική χειραφέτηση των γυναικών στην Ελλάδα, ίσως εξαιτίας της εντελώς διαφορετικής προσέγγισης των Ελλήνων στην πολιτική και στο δίκαιο. Δεν όριζαν απαραίτητα την ισότητα της ισχύος αποκλειστικά με έννοιες του εικοστού αιώνα περί νόμου και νομικίστικων προνομίων. Μόνο τριάντα ως σαράντα χιλιάδες ελεύθεροι ενήλικοι άντρες πολίτες ασκούσαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα, από ένα σύνολο πληθυσμού που έφτανε περίπου τις τριακόσιες ή τετρακόσιες χιλιάδες. Υπό αυτή την έννοια ακόμη και η πιο φιλελεύθερη από τις ελληνικές δημοκρατίες ήταν ανελεύθερη με τα σύγχρονα κριτήρια. Ταυτόχρονα όμως είναι παράλογο να εξισώνουμε την έλλειψη δικαιώματος ψήφου με τις σύγχρονες έννοιες της εκμετάλλευσης και της κατωτερότητας. Ο οίκος – άντρας, γυναίκα, παιδιά – ήταν το δομικό υλικό της πόλεως.

Η θρησκεία, το τυπικό και η λατρεία – όπου οι γυναίκες εξίσου συχνά είχαν τον έλεγχο – μπορεί να ήταν το ίδιο σημαντικά με την ιδιότητα του πολίτη, στη ζωή και στην ευρωστία της πόλεως. Η λέξη «ιέρεια» είναι μια συνηθισμένη ελληνική λέξη, ωστόσο στο δικό μας λεξιλόγιο παραμένει σπάνια. Η ελληνική θρησκεία δεν επιμένει – τουλάχιστον όχι στο βαθμό που συναντά κανείς σε μεγάλο μέρος του χριστιανισμού, του ιουδαϊσμού και του ισλαμισμού – ότι οι γυναίκες έχουν δευτερεύουσα σημασία στο τυπικό της τελετουργίας και στη θρησκευτική έκφραση ούτε ορίζει ότι μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή με τους θεούς μόνο μέσω της εύνοιάς τους προς άντρες ενδιάμεσους. Η Αντιγόνη – πολύ πριν εμφανιστεί στη σκηνή ο άντρας ιερέας Τειρεσίας – είναι η μόνη που κατανοεί τους άγραφους νόμους των θεών, χρησιμεύοντας ως θεραπευτική εκπαιδεύτρια όλων των Θηβαίων στο θέμα της χαμένης τέχνης της ευσέβειας και του αληθινού νοήματος της προδοσίας. Για τους Πυθαγόρειους, οι γυναίκες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την ουσία της θρησκείας. Ο ενεργός ρόλος τους στη λατρεία ήταν ουσιαστικής σημασίας για την πίστη, και οι άντρες τους τιμούσαν αυτό το ρόλο και έπρεπε να διακηρύσσουν επίσημα τόσο το θαυμασμό όσο και την πίστη τους σ’ αυτές. Οι στωικοί θεωρούσαν ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, ενώ ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης υποστήριζαν ότι έπρεπε να τους δίνονται ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση.

Οι Έλληνες δεν ολοκλήρωσαν, αλλά είναι βέβαιο ότι ξεκίνησαν, το διάλογο για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, ένα διάλογο που τελικά μετατράπηκε σε πραγματική ισότητα στη Δύση, και μόνο στη Δύση. Οι γυναίκες, ιδίως εκείνες που μένουν πίσω στον ανηλεή cursus honorum εξαιτίας των απαιτήσεων της ανατροφής των παιδιών, εξακολουθούν να προσκορούουν σε αόρατα φράγματα στην Αμερική των επιχειρήσεων. Αλλά πόσες θα αντάλλασσαν το επιχειρηματικό κοστούμι τους με το φερετζέ, τα αντισυλληπτικά με το δέσιμο των γεννητικών οργάνων τους προς αποφυγή συνουσίας, το κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του συζύγου τους με το σάτι (την καύση της χήρας στην πυρά μαζί με το πτώμα του νεκρού άντρα της), τις κομψές ψηλοτάκουνες γόβες τους με την περίδεση των ποδιών, την αναλογία 1,8 παιδιών ανά θήλυ προς 14 ανά θήλυ, τις γυναικείες ξυριστικές μηχανές Lady Remington με το ξυράφι της κλειτοριδεκτομής; Αν δεν υπάρχει ακόμη πλήρης ισότητα, δεν είναι επειδή ο κλασικός πολιτισμός δεν επέτρεπε στις γυναίκες να ψηφίζουν. Πιθανότερη αιτία είναι ότι επί αιώνες αγνοήσαμε όσα από τότε έλεγαν λαμπρά πνεύματα όπως η Σαπφώ, η Ασπασία, η Αντιγόνη και η Λυσιστράτη, αγνοήσαμε ότι οι γυναίκες είχαν ατομική ιδιοκτησία και ατομικά δικαιώματα στη Σπάρτη και στη Ρώμη πολύ πιο φιλελεύθερα απ’ ό,τι στις περισσότερες κοινωνίες για τις επόμενες δύο χιλιετίες.

Ο Ξενοφών και ο Αριστοτέλης – οι δύο μάστιγες των σύγχρονων φεμινιστριών – θα απορούσαν με τον πρόσφατο και ιδιαίτερα ριζοσπατικό υπερφεμινισμό. Κατά παράξενο τρόπο, οι σύγχρονοι γενετιστές μπορεί να βρουν τη βαθιά πεποίθηση αυτών των δύο σε βιολογική βάση των διαφορών των δύο φύλων πολύ πιο πειστική από τις πεποιθήσεις των σύγχρονων συμπεριφοριστών. Οι Έλληνες φιλόσοφοι θα έλεγαν ότι αυτή η σύγχρονη ιδέα περί ομοιότητας των φύλων ανεξαρτήτως βιολογικών διαφορών, η τρέχουσα αντίληψη ότι το ίδιο το φύλο είναι κατασκευή και απόρροια της κοινωνίας και όχι προϊόν της φύσης, δεν είναι άλλο από αντρική, κι όχι γυναικεία, ουτοπία που πραγματοποιήθηκε. Θα επέμεναν ότι κάποιος πονηρός – ένας Ιάσων ή ένας Αλκιβιάδης – κατασκεύασε αυτή τη σοφιστεία προκειμένου να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του προς την οικογένεια και την κοινωνία.

Ξεχάσαμε πως οι Έλληνες επέμεναν ότι τα δικαιώματα απαιτούν υπευθυνότητα; Άπαξ το φύλο πάψει να αποτελεί μέρος της φυσικής ανταποδοτικότητας και απαλλαγεί από τις απορρέουσες κοινωνικές ευθύνες και ρόλους, ολόκληρος ο πολιτισμός της αιδούς και η ευθύνη απέναντι στη σύζυγο και στα παιδιά εξαφανίζεται΄ ο άντρας μπορεί τότε να γίνει ο εαυτός του χωρίς τους περιορισμούς της καταπιεστικής πόλεως: ένα φυσικό αρσενικό ζώο, ελεύθερο να συνουσιάζεται και να γονιμοποιεί κατά βούληση, να υπόσχεται και να ψεύδεται προκειμένου να ικανοποιήσει τη ζωώδη φύση του, να εγκαταλείπει την έγκυο σύντροφό του και να διακηρύσσει ότι πράγματι αυτή είναι τώρα απόλυτα ίση με τον ίδιο κοινωνικά και πολιτικά. Όποιος και αν ήταν ο πατερναλισμός και η καταπιεστική πατριαρχία των Ελλήνων – και μπορούσαν να είναι ασφυκτικά -, όσο εξεζητημένες και αν ήταν οι νομικές διατάξεις περί προίκας και κηδεμονίας των χηρών και των ορφανών, ελάχιστοι άντρες παράτησαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους λέγοντας ένα απλό: «Άντε γειά, ζήσε τη δική σου ζωή, τώρα είμαστε ίσοι, στάσου στα πόδια σου και ξαναμπές στο εργατικό δυναμικό, εσύ και τα παιδιά έχετε μια υπέροχη ζωή μπροστά σας. Στο κάτω κάτω τώρα πια είσαι μια απελευθερωμένη και ανύπαντρη γυναίκα, μόλις σαράντα εφτά χρόνων. Α, και μην παραλείψεις να ασκήσεις το εκλογικό σου δικαίωμα στις επόμενες εκλογές». Ένας αρχαίος Έλληνας θα έλεγε για μας ότι χρησιμοποιούμε πάρα πολύ συχνά την έννοια της απόλυτης πολιτικής ισότητας των φύλων ως συναισθηματική κάλυψη για ανεύθυνους άντρες που εγκαταλείπουν γυναίκες και παιδιά με την πλήρη επίγνωση ότι η φροντίδα των παιδιών και τα χαμηλότερα ημερομίσθια οδηγούν στην πενία μάλλον παρά απελευθερώνουν μια ανύπαντρη γυναίκα. Αντίθετα από μας, οι Έλληνες τουλάχιστον γνώριζαν τη διαφορά μεταξύ του ηθικά και του νομικά αποδεκτού.

Όσοι Έλληνες επιχείρησαν να εγκαταλείψουν και στη συνέχεια να ταπεινώσουν τις συντρόφους τους, γελοιποιούνταν επί σκηνής για την πράξη τους. Όμοια με τη Μήδεια, ανατριχιάζουμε τώρα με την ελληνική έννοια της προίκας. «Η ζωή μιας γυναίκας να εκτιμάται ως καθαρή ιδιοκτησία!» μαινόμαστε. Ωστόσο, οι Έλληνες είχαν την πονηρή υποψία ότι, αν η γυναίκα είχε ένα σπίτι, ένα αγρόκτημα και μερικά χρυσά νομίσματα στο σεντούκι της, ίσως ήταν λιγότερο πιθανό να την πετάξει στο δρόμο ο αγροίκος άντρας της, όταν η σάρκα της θα χαλάρωνε λιγάκι και το μέτωπό της θ’ αποκτούσε ρυτίδες. Μπορεί να της έπαιρνε τα καλύτερά της χρόνια, αλλά τουλάχιστον δεν θα έβαζε χέρι στην περιουσία της. Ναι, πρέπει να τους κατακρίνουμε για πολιτικό σοβινισμό και για το ότι απέκλειαν τις πολιτικές φιλοδοξίες εκατομμυρίων ατόμων, ωστόσο θα μπορούσαμε να μάθουμε πολλά απ’ αυτούς για το πώς να διασφαλίσουμε ότι οι γυναίκες δεν θ’ απομείνουν σε δευτέρας κατηγορίας θρησκευτική, κοινωνική και πολιτιστική θέση με το πρόσχημα ότι σύμφωνα με το νόμο όλοι μπορούμε να ψηφίζουμε και να αναλαμβάνουμε αξιώματα.

Η σκληρή φτώχεια των Ελλήνων, ο τρόμος του τοκετού, το μόνιμο φάσμα της αρρώστιας, οι σωματικές απαιτήσεις του καθημερινού μόχθου και ο ξαφνικός θάνατος από τα στοιχεία της φύσης ήταν υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα. Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα, η απότομη χειραφέτηση των γυναικών, που απαιτούν οι σημερινές φεμινίστριες από τους Έλληνες, μπορεί να είχε υλικές επιπτώσεις με απροσδόκητες και ίσως καταστροφικές συνέπειες. Το μεγαλύτερο μέρος της τυφλής υπακοής των Ελλήνων και η απόλυτη πίστη τους στη βιολογία γεννήθηκε από την απελπισία του αδιάκοπου πολέμου εναντίον της φύσης. Η αφοσίωσή τους σε παραδοσιακά πρότυπα ζωής βασίζεται στη γνώση ότι, παρά τους ναούς και την τέχνη τους, εξακολουθούν να είναι κυρίως μια αγροτική κοινωνία που δεν έχει πάψει να μάχεται τα ένστικτα του ζώου μέσα τους, τη στιγμή που δεν διαθέτουν εξελιγμένα φάρμακα ή αξιόπιστη αντισύλληψη.

Οι γυναίκες έπρεπε να γεννούν συνεχώς, επειδή τα περισσότερα παιδιά δεν έφταναν στην εφηβεία. Οι ρόλοι των φύλων στο σπίτι ήταν αυστηρά καθορισμένοι, επειδή η αποτυχία να βαθύνει ένα πηγάδι ή να υφανθεί ένα ζεστό πανωφόρι σήμαινε καταστροφή. Η ρουτίνα, η συνήθεια και ανταπόκριση στο ρόλο βασιλεύουν – όπως μας θυμίζει ο Ξενοφών στον Οικονομικό του -, ενώ πρέπει να αποφεύγονται οι πειραματισμοί και οι εκτροπές. Για ένα πολιτισμό που δεν απέχει παρά μια σοδειά μόνο από τον Αρμαγεδδώνα και το θάνατο ενός παιδιού από την εξαφάνιση της οικογένειας, οι δοκιμασμένοι από το χρόνο ρόλοι των φύλων που εξασφαλίζουν την επιβίωση είναι ιεροί και καλό είναι να παραμείνουν αμετάβλητοι, έως ότου γεμίσει η αποθήκη και διασφαλιστεί η υγεία του πληθυσμού. Οι περισσότερες Ελληνίδες ήταν έγκυες ή θήλαζαν από την αρχή ως το τέλος της αναπαραγωγικής τους ηλικίας, με την ελπίδα ότι οι μισές τουλάχιστον από αυτές τις εγκυμοσύνες θα ολοκληρώνονταν, ότι οι μισές πάλι απ’ αυτές θα έδιναν υγιή βρέφη και ότι και πάλι τα μισά από αυτά θα επιβίωναν μετά τα τρία χρόνια τους. Αντίθετα από μας, οι Έλληνες γνώριζαν ότι πριν μπορέσει να πραγματοποιηθεί μια ουτοπία (σαν εκείνες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη) ισότητας των φύλων, πρώτα έπρεπε το σώμα των πολιτών να βρει μια μέθοδο να τρώει τακτικά, να διατηρεί την ασφάλειά του και να μένει απαλλαγμένο από ξένη εισβολή.

Αντίθετα από τους Έλληνες, που είχαν αναγκαστεί να ιεραρχήσουν τα κοινωνικά προβλήματά τους με μεγάλη προσοχή, οι δικοί μας ακαδημαϊκοί και πολιτικοί συντάσσουν πρωτόκολλα για την πλήρη ισονομία των φύλων, των φυλών και του σεξουαλικού προσανατολισμού, τη στιγμή που διαλυόμαστε μπροστά στα ερείπια των διαζυγίων, των εγκαταλειμμένων παιδιών, των άστεγων, των απανταχού φόνων, του εθισμού στα ναρκωτικά και των άθλιων κατοικιών στα μεγάλα αστικά μας κέντρα. Οι φεμινίστριες μαίνονται εναντίον της καταπίεσης στην Αρχαία Ελλάδα μέσα σε πανεπιστήμια όπως το Γέιλ, το Πρίνστον, το Μπέρκλεϊ ή αυτά της Πενσιλβάνια και της Καλιφόρνια και νεαρές εύπορες λευκές διαδηλώνουν φωνάζοντας «Κάτω ο βιασμός του ραντεβού!»*, όταν λίγα μέτρα πιο πέρα από τις αίθουσες διδασκαλίας και τους κοιτώνες τους ζουν μερικές από τις πιο επικίνδυνες και βάρβαρες κοινότητες με συνθήκες ζωής κατάλληλες μόνο για ζώα – αστικά κέντρα πολύ πιο αφιλόξενα απ’ ό,τι η κλασική Αθήνα ή η Ρώμη. Αντίθετα με τους Έλληνες, οι ηγέτες των κοινοτήτων μας – που δεν έχουν πόλεις στις οποίες μπορεί να περπατήσει κανείς με ασφάλεια μόλις σκοτεινιάσει, που δεν έχουν οικογένειες που μπορούν να επιβιώσουν χωρίς να δουλεύουν και οι δυο γονείς έξω από το σπίτι και των οποίων τα σπίτια γίνονται ηλεκτρονικά φρούρια όταν νυχτώνει – καταφρονούν ως άλυτη τη βασική και υπαρξιακή πρόκληση, ανυπομονώντας αντίθετα να πάνε μπροστά με την ιδεαλιστική και την οραματιστική. Ναι, το γυάλινο φράγμα για ένα μικρό, ελιτίστικο γυναικείο επιτελείο στελεχών επιχειρήσεων είναι τρομερό πρόβλημα στην αμερικανική κοινωνία. Ναι, οι αγροίκοι των κολεγίων δεν πρέπει να κάνουν σεξ με φοιτήτριες που έχουν καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοολούχων ποτών. Ναι, έπρεπε να έχουμε περισσότερες γυναίκες μαθηματικούς στο πανεπιστήμιο. Ναι, το γήπεδο του σοφτ μπολ για τα κορίτσια έπρεπε να είναι εξίσου εντυπωσιακό με αυτό των αγοριών. Όμως ο οποιοσδήποτε Έλληνας θα προειδοποιούσε ότι ολόκληρη η υποκουλτούρα των εκατομμυρίων που μολύνθηκαν από ασθένειες, εθίστηκαν στα ναρκωτικά, παραβιάζουν μονίμως το νόμο και αφήνονται στη μοίρα τους χωρίς ελπίδα για δουλειά ή για στοιχειώδη εκπαίδευση είναι πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για την κοινωνία. Πριν μπορέσουμε να επιτύχουμε την απόλυτη ισότητα σε ευκαιρίες για σταδιοδρομία για την ελίτ μας, ίσως πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουμε σε εκείνους, και από τα δύο φύλα, που μοχθούν στην αφάνεια, μία τουλάχιστον καλοπληρωμένη εργασία ανά οικογένεια.

Η μελέτη λοιπόν των γυναικών στην αρχαιότητα μπορεί να μας πει πολλά σχετικά με τις αξίες της Δύσης, αλλά όχι με την έννοια που δίνεται από μεγάλο μέρος της σημερινής φεμινιστικής κριτικής:

Η φεμινιστική θεωρία – ινδιάνικη, αφροαμερικάνικη, λεσβιακή, ψυχαναλυτική, γαλλοφεμινιστική, γυναικοκεντρική, ανθρωπολογική, αρχαιολογική, λογοτεχνική – μπορεί να ανοίξει τον παραδοσιακά ερμητικά κλειστό επιστημονικό τομέα των Κλασικών Σπουδών στον έξω κόσμο. Μόνο αφού μεταμορφωθεί με αυτό τον τρόπο, θα γίνει φανερό σε ειδικούς άλλων τομέων ότι στις Κλασικές Σπουδές υπάρχει κάτι περισσότερο από μια συλλογή «μεγάλων μύθων» και κλισέ σχετικά με τις παραδοσιακές αξίες του «Δυτικού Πολιτισμού» που εμφανίζονται προσφάτως στα λαϊκά έντυπα. Στο τέλος, λοιπόν, η θεωρία μπορεί να μετατρέψει τις Κλασικές Σπουδές από μια εξευγενισμένη μελέτη για την εύπορη τάξη (μέσω της οποίας οι άλλοι κρατιούνται σε απόσταση) σε ένα ζωτικής σημασίας πεδίο για πολυπολιτισμικό διάλογο στον επόμενο αιώνα. (N.S. Rabionowitz, Εισαγωγή στο Feminist Theory and the Classics, N.S. Rabinowitz and A. Richlin, Νέα Υόρκη/Λονδίνο, 1993, σ. 16)

Ο «έξω κόσμος» που πρόκειται να ανακαλύψει ξαφνικά τη σημασία των Ελλήνων ως «ενός ζωτικής σημασίας πεδίου για πολυπολιτισμικό διάλογο» καταλήγει να είναι οι «ειδικοί άλλων τομέων» και όχι όσοι βρίσκονται έξω από τις πύλες του πανεπιστημίου. Αυτή η αυτάρεσκη απόρριψη του δυτικού πολιτισμού – της κύριας όψης του αρχαίου κόσμου που θα μπορούσε πραγματικά να ενδιαφέρει κάποιον εκτός των πανεπιστημιακών καθηγητών – προκειμένου να ανοιχτεί άλλο ένα σπυρί του Κτήνους, είναι εκείνο που κράτησε τους Έλληνες μέ ασφάλεια έξω από τα «λαϊκά έντυπα» για αρκετές δεκαετίες. Έχουμε, μάλιστα, την υποψία ότι η «εύπορη τάξη» περιλαμβάνει τους περισσότερους νέους θεωρητικούς – που είναι πιο καλοπληρωμένοι, έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο και ταξιδεύουν πολύ συχνότερα και μακρύτερα απ’ ό,τι οι καταχρεωμένοι φοιτητές της Αμερικής και οι ταλαίπωροι γονείς τους που ανήκουν στην εργατική τάξη και πληρώνουν ολοένα αυξανόμενους λογαριασμούς για την «εκπαίδευση» των παιδιών τους.